Φραγκοκάστελο και Δροσουλίτες

«…..Μ΄ ακόμη και το σήμερο, στις δεκαφτά του Μάη

ούλο τ΄ ασκέρι φαίνεται με τον Χατζημιχάλη.

Και πολεμούν στα σύννεφα κι ακούγοντ΄ οι μπουρμπάδες.

Φωνές και αλογοπεταλιές στου Καστελλιού τσι μπάντες.

Ούλ΄ οι γιαλαφρόστρατοι, θωρούν τσι και τρομάζουν,

μα κείνοι Θεός σχωρέσει των, κανένα δεν πειράζουν…..

άραγες κι είντα θέλουσι κι είντα μασέ θυμίζουν;

Αυτούς που σφάχτηκαν εκειά και τα βουνά ραϊζουν…..»

 

 

 

Φραγκοκάστελο και Δροσουλίτες

Ιστορική μάχη στο βενετσιάνικο κάστρο δίνει το έναυσμα ερμηνειών για το μοναδικό φαινόμενο των «Δροσουλιτών»
 
ΜΙΚΡΟ, καλοδιατηρημένο, ακουμπισμένο στην άκρη μιας έρημης πεδιάδας του Λιβυκού Πελάγους με ολόγυρα τα Σφακιανά βουνά, το Φραγκοκάστελο ξετυλίγει ακόμη το κουβάρι της ιστορίας του, μιας ιστορίας γεμάτης θύμησες και μυστήρια. Χτίστηκε από τους Ενετούς στο διάστημα 1371-1374 με την προοπτική να τους προστατεύει από τους ανυπότακτους Σφακιανούς, που έχοντας τότε επικεφαλής τους έξι αδελφούς Πατσούς, παρενοχλούσαν συνεχώς τους κατακτητές και δεν τους άφηναν να ολοκληρώσουν το έργο. Άλλοι  Ενετοί παρέσυραν και εξόντωσαν με προδοσία, κατά την παράδοση, τα έξι αδέλφια, ενώ από την άλλη πλευρά, προκειμένου να κερδίσουν χρόνο, χρησιμοποίησαν για την ανέγερση του φρουρίου τις έτοιμες λαξευμένες πέτρες από τη διπλανή ερειπωμένη αρχαία πόλη Νικήτα.
Στο χώρο της παλιάς πόλης διασώζεται άλλωστε από τότε(1371)το εκκλησάκι του Αγίου Νικήτα όπου τελούνται ακόμη κάθε 15 Σεπτέμβρη (εορτή του Αγίου)αθλητικοί αγώνες, περιώνυμοι σ’ όλη την Κρήτη και υμνημένοι από τη δημοτική μας μούσα(βλ. π.χ. Σταμ. Α Αποστολάκη, Ριζίτικα, Αθήνα: «Γνώση», 1993, αρ. 134-137, σελ. 121-122). Το φρούριο αποκλήθηκε αρχικά «καστέλο του Αγίου Νικήτα», αλλά οι Σφακιανοί, ταυτίζοντας τους Ενετούς με τους Φράγκους, χρησιμοποίησαν τον όρο «Φραγκοκάστελο», που τελικά επικράτησε ως ονομασία ακόμη και μεταξύ των Ενετών(Castel franco). Παρά τη στρατηγική του σημασία και παρά τις ανακαινίσεις ή επισκευές που του έγιναν(π.χ. το 1593-7 από το Γενικό Προβλεπτή Nicolo Dona), το φρούριο δεν φαίνεται να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα ιστορία, ίσως, δε και να εγκαταλείφθηκε κατά το τέλος της Ενετοκρατίας(1669).
Πάντως, στο Φραγκοκάστελο εγκατέστησαν οι Τούρκοι το στρατηγείο τους κατά την τελευταία φάση της επανάστασης του Σφακιανού οπλαρχηγού Δασκαλογιάννη και εκεί τον οδήγησαν όταν αυτός αποφάσισε να παραδοθεί για να εξασφαλίσει, όπως νόμιζε, την ανεξαρτησία της ιδιαίτερης πατρίδας του, το 1770.
Ο Χατζημιχάλης στην Κρήτη
Τελικά η επανάσταση αυτή των Σφακιανών καταπνίγεται στο αίμα, όπως και οι άλλες που ακολουθούν, με προεξέχουσες εκείνες του 1821 και του 1824. Ωστόσο οι Σφακιανοί δεν καταθέτουν τα όπλα. Και όταν τον Ιανουάριο 1828 αποβιβάζεται στην Κρήτη ο Ηπειρώτης οπλαρχηγός Χατζημιχάλης Νταλιάνης με εκστρατευτικό σώμα 600 ανδρών και 100 περίπου ιππέων για να βοηθήσει στη συνέχιση του επαναστατικού αγώνα και να περιληφθεί έτσι η Κρήτη στις ελληνικές περιοχές που θ’ απελευθερώνονταν με τη Συνθήκη του Λονδίνου της 6.7.1827, οι Σφακιανοί, παρά την άθλια οικονομική τους κατάσταση (ο Παπαδοπετράκης, σελ. 372, ομιλεί για «λιμώττουσαν χώραν»), ανταποκρίνονται στο κάλεσμά του. Και του δηλώνουν έτοιμοι για την από κοινού διεξαγωγή του αγώνα.
Όταν μάλιστα ο Χατζημιχάλης φθάνει στα Σφακιά περί της αρχές Μαρτίου 1828, οι Σφακιανοί του παραχωρούν τα σπαρτά της πεδιάδας του Φραγκοκάστελου για την διατροφή του ιππικού του, του δίνουν 2.660 διάστηλα τάλιρα που καταφέρνουν να συγκεντρώσουν (Παπαδοπετράκης, σελ. 376-7) και του υπογράφουν απόδειξη πως του οφείλουν άλλα 83.000 γρόσια(περίπου 1.400 χρυσές λίρες της εποχής εκείνης), προφανώς για μισθοδοσία του στρατεύματος (Δ. Κόκκινος, σελ. 344-5).
Στο μεταξύ ο γενικός διοικητής της Κρήτης, Αλβανός Μουσταφά πασάς, προωθεί τις δυνάμεις του στη γύρω από τα Σφακιά περιοχή και ο ίδιος στρατοπεδεύει στις Βρύσες του Αποκορώνου, αποκόπτοντας έτσι τον ανεφοδιασμό των Σφακιανών με τρόφιμα, πολεμοφόδια και ζωοτροφές. Αποφεύγει όμως ο πονηρός και εμπειροπόλεμος πασάς να έλθει σε ανοικτή σύγκρουση με τους Σφακιανούς και να προκαλέσει έτσι διπλό μέτωπο εναντίον του, πολύ περισσότερο μάλιστα σε μια εποχή που η συνέχιση της Επανάστασης στην Κρήτη θα μπορούσε, όπως αναφέρθηκε ήδη, να οδηγήσει διά της διπλωματικής οδού στην ανεξαρτησία της.
Στέλνει, λοιπόν, ο Μουσταφά πασάς μήνυμα προς τους Σφακιανούς, υποσχόμενος να μην τους πειράξει εφόσον τον αφήσουν να διώξει από την περιοχή «τους κλέφτες και τους ληστές», εννοώντας έτσι το εκστρατευτικό σώμα του Χατζημιχάλη(Β. Ψυλάκης, σελ.649). Όμως, οι Σφακιανοί, παρά τη γενική αδιαφορία στις εκκλήσεις τους για στρατιωτική και υλική βοήθεια από την υπόλοιπη Ελλάδα(κυρίως από την τότε ελληνική κυβέρνηση του Καποδίστρια) και από την Κρήτη, συνεχίζουν να υποστηρίζουν φανερά τον Χατζημιχάλη και να ετοιμάζονται μαζί του για τον πόλεμο. Μάλιστα, ο Χατζημιχάλης, σε συνεργασία με τους στρατιώτες τους και με Κρητικούς, επιπίπτει αιφνιδιαστικά την 8.5.1828 εναντίον των Τούρκων που συγκεντρώνονταν έξω από το φρούριο του Ρέθυμνου για να συμμετάσχουν στην εκστρατεία του Μουσταφά πασά και τους τρέπει σε φυγή, συλλαμβάνοντας πολλούς αιχμαλώτους και εξασφαλίζοντας πλήθος από ζώα και σπαρτά για τη συντήρηση των ελληνικών δυνάμεων.
Τα στρατηγικά σχέδια
Η εύκολη αυτή επιτυχία δημιούργησε εύλογα στον Χατζημιχάλη την εντύπωση ότι ο πόλεμος με τους Τουρκαλβανούς και τους Τουρκο Κρητικούς θα ήταν γι’ αυτόν ένας απλός περίπατος. Γι’ αυτό και παρά την προφανή υπεροπλία των εχθρικών στρατευμάτων υπό τον Μουσταφά πασά (πιθανότατα 300 ιππείς και 5.000 στρατιώτες έναντι 60 Ελλήνων ιππέων και 600 περίπου στρατιωτών), ο Χατζημιχάλης θεωρεί ότι η μάχη πρέπει να δοθεί εκ του συστάδην στην πεδιάδα του Φραγκοκάστελου και μέσα στο φρούριο. Μάταια οι Σφακιανοί προσπαθούν να του εξηγήσουν ότι θα ήταν από στρατηγική άποψη καλύτερο ν’ αφήσει 100 στρατιώτες στους τέσσερις πύργους του φρουρίου και με τους υπόλοιπους να πάρει θέσεις μαζί με τους Σφακιανούς στο απέναντι ορεινό χωριό του Αγ. Γεωργίου(«Κολοκάσια»), ώστε να εγκλωβισθεί έτσι ο εχθρός μεταξύ δυο πυρών (Κριτοβουλίδης, σελ. 413).
Ο Χατζημιχάλης απαντά ότι μια τέτοια ενέργεια θα ήταν περιττή, αφού οι Έλληνες, με τη γενναιότητα που τους διακρίνει, είχαν κάθε προοπτική να νικήσουν σε κατά μέτωπο αγώνα.
Ελλείψεις στην άμυνα
Από την ίδια αυτή αισιοδοξία εμφορούμενος, ο Χατζημιχάλης δεν προβαίνει στις αναγκαίες επισκευές του φρουρίου, το οποίο είχε μεγάλες ρωγμές στα τείχη και του έλειπαν οι πόρτες στις δυο πύλες, συνάμα δε δημιούργησε οχυρώματα («προμαχώνες») σε μέρη που απείχαν σημαντικά, τόσο μεταξύ τους όσο και από το ίδιο το φρούριο. Όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά ο Σπ. Τρικούπης (σελ.189), «δεν φρόντισαν δε ουδ’ εντός τουφεκοβολής επ’ αλλήλων να στήσωσι τον ένα προμαχώνα του άλλου εις συναρωγήν». Επιπλέον, η δημιουργία αυτών των προμαχώνων, έτσι όπως έγινε, οδήγησε σε διασπάθιση και εξασθένιση των δυνάμεων.
Και το ακόμα χειρότερο: στον κεντρικό προμαχώνα (στην εκκλησία της Αγίας Πελαγίας) υπό τον Ηπειρώτη Κυριακούλη Αργυροκαστρίτη, οι 123 Έλληνες που βρίσκονταν εκεί έδεσαν τα πόδια τους με σχοινί, ώστε να αποτραπούν οι λιποταξίες. Και ασφαλώς μια τέτοια ενέργεια έδειχνε μεγάλο ψυχικό σθένος, την απόφαση δηλ. αυτών των ανθρώπων να νικήσουν ή να πεθάνουν όλοι μαζί. Από την άλλη όμως πλευρά το δέσιμο των ποδιών δημιουργούσε ελλόγως σοβαρότατες δυσκολίες στις κινήσεις των στρατιωτικών και, συνακόλουθα στην απόκρουση των εχθρών.
Η θυσία του Χατζημιχάλη
Πράγματι, δε όταν την 17η  Μαΐου1828 το χάραμα ο Μουσταφά πασάς έδωσε το σύνθημα για την επίθεση και εφάρμοσε πρώτα –πρώτα εναντίον των ανδρών του Αργυροκαστρίτη, αυτοί κυριολεκτικά κατεσφάγησαν όλοι, εκτός από έναν ή δύο. Ο Χατζημιχάλης επάνω στο άσπρο του άλογο μάχεται με εξαιρετικό σθένος, ενώ συνάμα προσπαθεί και αυτός να μπει στο φρούριο. Η πύλη όμως φράσσεται από πτώματα ανθρώπων και ζώων. Τη σκηνή αυτή, όπως και το τι συνέβη στη συνέχεια, περιγράφει με λιτό τρόπο το διασωζόμενο δημοτικό τραγούδι για τη μάχη του Φραγκοκάστελου και του Χατζημιχάλη(Παύλος Βλαστός, σελ.124επ και Μητροπολίτης Ευάγγελος, σελ.199 επ):
«Την ίδια ώρα όμως που ο Χατζημιχάλης και οι περισσότεροι από τους συντρόφους του (κυρίως οι ιππείς) έπεφταν ηρωικά στο πεδίο της μάχης, υποκύπτοντας στην αριθμητική υπεροπλία του εχθρού, οι υπόλοιποι Έλληνες καταφέρνουν να γίνουν κύριοι του Κάστρου και να γλιτώσουν έτσι από βέβαιη σφαγή. Στην κατάληψη και επιτυχή προάσπιση του φρουρίου από τους Έλληνες σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε σώμα Σφακιανών υπό τον Καπετάν Στρατή Δεληγιαννάκη, ο οποίος παρά τις επιφυλάξεις του να μη δοθεί η μάχη στην πεδιάδα του Φραγκοκάστελου, έσπευσε από τους πρώτους να αγωνισθεί μαζί με τον Χατζημιχάλη και μάλιστα επέτυχε, χάρη στις εύστοχες βολές του τουφεκιού του από το Κάστρο, να προξενήσει στους εχθρούς «φθοράν ακαταλόγιστο»(Παπαδοπετράκης, σελ.390).
Τη συμβολή αυτή του Σφακιανού οπλαρχηγού κατά τη μάχη του Φραγκοκάστελου «εις την πρώτη μάλιστα ορμή των βαρβάρων» μνημονεύει με έμφαση και η επίσημη «Γενική εφημερίς της Ελλάδος» (13.6.1828, σελ.174), η οποία κάνει επίσης λόγω και για την, υπό μορφή αντιπερασπισμού, επιτυχή επίθεση που εξαπέλυσαν οι Σφακιανοί, κατά την ώρα της μάχης προ της πύλης, εναντίον μιας ισχυρής δύναμης που είχε σταλεί από τον Μουσταφά πασά, προς φύλαξη των νώτων του, στα Σφακιανά χωριά Πουτσιανός και Καψόδασος, ΒΑ του Φραγκοκάστελου.
Πολιορκία του Φραγκοκάστελου
Άλλοι 400 περίπου Έλληνες, Ηπειρώτες και Κρητικοί(ανάμεσά τους και γυναικόπαιδα) παρέμειναν στο φρούριο, στενά πολιορκούμενοι και κανονιοβολημένοι από τους Τούρκους. Η κατάσταση των πολιορκημένων άρχισε σύντομα να γίνεται απελπιστική, καθώς πολλοί απ’ αυτούς ήταν πληγωμένοι και τα τρόφιμα λιγοστά (τα υπάρχοντα κρέατα και δημητριακά δεν μπορούσαν ν’ αξιοποιηθούν, διότι δεν υπήρχαν ξύλα να τα ψήσουν). Οι δυνατότητες μιας ηρωικής εξόδου φαίνονταν έτσι ελάχιστες λόγω των πληγωμένων που οι Έλληνες δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν, ενώ και οι προοπτικές μιας συνθηκολόγησης με τους Τούρκους εμφανίζονταν ουσιαστικά ανύπαρκτες, εξαιτίας της απαίτησης των τελευταίων να τους παραδοθούν οι συμπολιορκούμενοι Κρητικοί.
Και ενώ τα πράγματα είχαν περιέλθει σε αδιέξοδο, τα μεσάνυχτα της 19ης προς 20ης Μαΐου ένας Σφακιανός, ο Στρατής Ντιλιντάς, καταφέρνει από το φρούριο να φθάσει απαρατήρητος έως τη θάλασσα και, αφού κολύμπησε επί ώρες έως τη Χώρα Σφακίων, να εκθέσει εκεί την τραγική κατάσταση και να ζητήσει βοήθεια, πράγμα, που του υποσχέθηκαν να γίνει το ταχύτερο. Επιστρέφοντας με πλοιάριο στο Φραγκοκάστελο, ο Ντιλιντάς, φώναξε δυνατά δήθεν προς πολιορκημένους Έλληνες, κυρίως όμως για να τον ακούσουν οι πολιορκητές Τούρκοι και Αλβανοί, ότι όπου να ’ναι έρχονται μεγάλες στρατιωτικές ενισχύσεις από Κρητικούς (Κριτοβουίδης, σελ.417 επ.). Η πληροφορία αυτή θορύβησε τον Μουσταφά πασά, ο οποίος, μη θέλοντας να χρονοτριβήσει άλλο στην πεδιάδα του Φραγκοκάστελου, συμφώνησε να φύγουν όλοι οι πολιορκιμένοι από εκεί με τα όπλα τους προς τη Χώρα Σφακίων.
Η σύναψη μάλιστα, της συμφωνίας αυτής διευκολύνθηκε, όπως σημειώνει ο Τρικούπης(σελ.191) και από το κοινό τόπο προσέλευσης των περισσότερων πολιορκητών και πολιορκημένων, δηλ. την Ήπειρο, πράγμα που βοήθησε τις συνεννοήσεις και στην εμπέδωση μεταξύ τους ενός κλίματος εμπιστοσύνης .Έτσι, η πολιορκία λύθηκε έντιμα και από τις δυο πλευρές, ύστερα από διάρκεια μιας εβδομάδας, την 24η Μαΐου.
Δύο κοσμοθεωρίες
Πίσω από τη διαφωνία Χατζημιχάλη και Σφακιανών κρύβεται πάντως, όπως φαίνεται και μια ευρύτερη διαφορά κοσμοθεωρίας: Ο Χατζημιχάλης έχοντας πεποίθηση στη γενναιότητα τη δική του και των ανδρών του θεωρούσε ότι αυτό ήταν το μόνο αποφασιστικό πλεονέκτημα που θα έκρινε τη μάχη με τον εχθρό. Γι’ αυτό και δεν ενδιαφερόταν για τις υπόλοιπες προϋποθέσεις επιτυχούς διεξαγωγής της μάχης. Του αρκούσε δηλαδή να αγωνισθεί και να νικήσει ή να πεθάνει.
Αντίθετα οι Σφακιανοί, γνωρίζοντας τους κινδύνους από μια τέτοια αντιμετώπιση του ικανότατου πράγματι, εχθρού και πιστεύοντας ότι έπρεπε να γίνει η μάχη σε μέρος που να ευνοεί πλήρως τη νικηφόρα γι’ αυτούς ανάπτυξη και αξιοποίηση των δυνάμεών τους απέρριψαν την ιδέα μιας άσκοπης θυσίας και προτίμησαν να πολεμήσουν τον εχθρό τη στιγμή που αυτός θα βρισκόταν σε μειονεκτικότερη θέση, εγκλωβισμένος στα δύσβατα μονοπάτια. Χωρίς να ενεργήσουν έτσι ώστε να ζήσουν νικώντας. Ο επίλογος του δράματος της μάχης στο Φραγκοκάστελο γράφτηκε από μια μοναχή, τη Μαγδαληνή. Αυτή βρήκε το σώμα αλλά και το κεφάλι του οπλαρχηγού Χατζημιχάλη και τα έθαψε στο εκκλησάκι του Αγίου Χαραλάμπους, που βρίσκεται λίγο πιο πέρα, στα βορειοανατολικά.
Η ίδια αυτή γυναίκα, όπως ανέφερε αργότερα ο ιστορικός των Σφακίων Γρηγόρης Παπαδοπετράκης (σελ. 394), «μισθώσασα ανθρώπους συνέλλεξε όλους τους σκελετούς των αλληλοκτονησάντων και αυτούς εις τα σχίσματα της βραχώδους παραλίας, μίγδην αμφοτέρων των φυλών, οίτινες πολλαχού θεώνται και μέχρι σήμερον»(=1888).
Αλλά η φιλεύσπλαχνη αυτή ενέργεια της μοναχής Μαγδαληνής φαίνεται ότι υπήρξε ταυτόχρονα και ο πρόλογός μιας άλλης ιστορίας με πολλά ερωτηματικά, που ακροβατεί κατά περίεργο τρόπο ανάμεσα στη φυσική και τη μεταφυσική : της ιστορίας με τους «Δροσουλίτες»τις ανθρωπόμορφες δηλ. σκιές που εμφανίζονται κάθε χρόνο ορισμένη μέρα το χάραμα με την πρωινή δρόσο.

Του Νέστορα Κουράκη Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών Το άρθρο παραχωρήθηκε από την εφημερίδα “Καθημερινή”


Φωτογραφίες: Konrad Helbig, 1968 (από δημοσίευση της Helene Semanderes)

kritikoi.

Στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, κυκλοφόρησαν οι «Δροσουλίτες». Ένας κύκλος δέκα τραγουδιών του Χριστόδουλου Χάλαρη, σε στίχους του Νίκου Γκάτσου. Τους «θρύλους και τους θρήνους» του δίσκου, τραγούδησαν η Δήμητρα Γαλάνη και ο γνωστός πόντιος τραγουδιστής Χρύσανθος.
Είναι μια ξεχωριστή δισκογραφική εργασία οι «Δροσουλίτες», όχι μόνο για τους στίχους του Γκάτσου, που έρχονται ως συνέχεια των ακριτικών τραγουδιών της δημοτικής μας παράδοσης, αλλά και για τη μουσική του Χάλαρη, ενός συνθέτη με μια πολύ «προσωπική» πορεία στο χώρο της δισκογραφίας.
Τα τραγούδια από τους «Δροσουλίτες»:
«Ο Δροσουλίτης»
«Του Ριζικάρη»
«Ο Μαυραϊλής»
«Κάτω στα τριπόταμα»
«Το τραγούδι του Λειδινού»
«Μάνα μου μάνα»
«Μια Κομνηνή»
«Μαδριγάλι»
«Ο Ζαφείρης»
«Τα φλουριά».





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *