Hot Νέα

«…κείνο, που πριν απ’ την αρχή του κόσμου υπήρχε πάλι» (Συνομιλία με την ποίηση του Γιώργη Καράτζη)

Γράφει η Βούλα Επιτροπάκη

 

[Το ενιαίο κείμενο περιλαμβάνει δύο εισηγήσεις της Βούλας Επιτροπάκη κατά τις εκδηλώσεις του Κέντρου Κρητικής Λογοτεχνίας στο Ρέθυμνο (Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, Εργατικό Κέντρο, 21-3-2015) και Χανιά (Ιστορικό «café Κήπος», Δημοτικός Κήπος Χανίων, 15-6-2016).]

 

Αν είναι να γελάσω ή να χαρώ

κι αν είναι για να κλάψω, δε θα βγει

ποτέ από καμιά πλειοψηφία.

 (Γιώργης Καράτζης,, «Δίκιο κι αγάπη», ΔΙΛΟΓΑ, σ. 83)

 

Τι να πει κανείς, αγαπητοί φίλοι, για έναν άνθρωπο που ο λόγος του ρέει στα χείλη του κόσμου κι έχει γίνει αποδεκτός ως δικός του, οικείος λόγος; Εκατοντάδες δίστιχα της πένας του για χαρές και λύπες, την ομορφιά, τον πόνο, τον έρωτα, τις αξίες και τη ζωή έχουν τραγουδηθεί από χιλιάδες στόματα, στο γλέντι ή κατά μόνας, στο γάμο ή τα βαφτίσια, σε κάθε ομαδική εργασία ή εκδήλωση.

Αν η εξανθρωπιστική λειτουργία του λόγου είναι να ενώνει, να επι-κοινωνείται, να διδάσκει, να ψυχαγωγεί, να χαροποιεί και εν τέλει να αναπτύσσει, τότε ο ποιητικός λόγος του Γιώργη Καράτζη έχει επιτελέσει εν τοις πράγμασι, το ύψιστο αυτό ζητούμενο.

Γνωμικές μαντινάδες του τεκμηριώνουν και νουθετούν:

Εκειά που φτάνει η χέρα σου το κρέμα το καλάθι/

για θα φυτές βασιλικούς να βγαίνουνε ασπαλάθοι.  (1980)

Πόσοι δεν χόρεψαν στα πατήματα της λύρας του Ν. Ξυλούρη και τραγούδησαν τη μαντινάδα που έγραψε ο ποιητής στα μαθητικά του χρόνια:

Σαν είναι ο κυνηγός καλός τ’ άρματα ίντα τα θέλει/

αφού οι πιο πολλοί λαγοί πιάνουνται με το τέλι.

Ο Γιώργης Καράτζης, αγαπημένος εκπρόσωπος του “αισθήματος” της κοινής γνώμης, είναι “φορέας” του λαϊκού λόγου, σε βαθμό, που οι στίχοι του κυκλοφορούν σαν να ήταν δημοτικοί, ανώνυμου δήθεν ποιητή και έχουν εισχωρήσει στην γλώσσα εντός και εκτός Κρήτης ως “λαϊκή παράδοση”.

Στο μετερίζι τση τιμής και στσ’ αθρωπιάς το χρέος

εκειά θα στέκω να παντώ κι ας είμαι ο τελευταίος  (ΔΙΑΚΡΗΤΙΚΑ, σ. 88, ήδη τραγουδισμένη επωνύμως, από το 1987, στον δίσκο του Β. Σκουλά “Του Έρωτα και του Καϋμού”),

αναφέρθηκε ακόμη και στη Βουλή, από πολιτικό πρόσωπο, ως μαντινάδα “λαϊκής ρήσης”!

Ο ίδιος ο ποιητής θεωρεί το κρητικό μας δίστιχο, τη μαντινάδα, προϋπόθεση του ιδιωματικού, κοινωνικού μας μέλλοντος, που πρέπει να προστατευθεί και την ορίζει ως φυσική ανάγκη, «εσωτερική παρόρμηση, προσωπική, ερωτική έκφραση του δημιουργού, που καθώς μεταδίδεται από στόμα σε στόμα, μετατρέπεται σε δημοτικό τραγούδι – ένα φαινόμενο διαχρονικό και λειτουργικά ολοζώντανο», μας λέει σε συνεδριακή εισήγησή του.[i]  Φεύγει από τα βιβλία, ζει μέσα στο λαό, γίνεται δική του, και εκφράζει το ήθος του.

 

Ι.

Ο ποιητής Γιώργης Καράτζης γεννήθηκε το 1945, στο Μελιδοχώρι, 40 χιλ/τρα νότια του Ηρακλείου. Εργάστηκε, από το 1976, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Η τοπική παράδοση, η Ανωγειανή του καταγωγή και η αμεσότατη επαφή με τη φύση του άνοιξαν βιωματικούς δρόμους έκφρασης από τα μαθητικά χρόνια. Η μέση εκπαίδευση τον έφερε κοντά στα μείζονα έργα αρχαίων και νεοελλήνων ποιητών, από τον Όμηρο μέχρι τους ποιητές της γενιάς του ’30 (Σεφέρη, Ελύτη κ.λπ.). Η σχέση του με τη νεολαία Λαμπράκη τον έφερε σε επαφή με τον Εγγονόπουλο, τον Εμπειρίκο, τους σουρεαλιστές. Άρχισε έκτοτε, μια εκφραστική αναζήτηση για τον ποιητή, που διαρκεί αμείωτη ως σήμερα.

Ο νεαρός Γ. Καράτζης δεν περιορίστηκε σε θεωρητικά κείμενα. Βίωσε έμπρακτα και δυναμικά την Ιστορία ως ενεργός πολίτης. Για τη δράση του σε κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες κατά της δικτατορίας, συνελήφθη και βίωσε την πολιτική κράτηση στο Γεντί Κουλέ, στον Κορυδαλλό και αλλού, που του κόστισε, επί έτη, τη στέρηση δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Τα βιώματα επιδρούν διακρητικά στο έργο του, κυρίως σε στίχους αναφερόμενους στη λευτεριά, στης τιμής το χρέος, στη λεβεντιά και, ενίοτε, σε επικό ύφος, που αναβλύζει ως πατριωτισμός και αισιόδοξη δύναμη από τα κείμενα. Πού οφείλεται αυτή η αισιόδοξη δύναμη; Ο ίδιος το απαντάει ρητά: στην αποδοχή και την επαφή του με τη Φύση.

Κατά τα χρόνια που ιστορούμε, ο Γιώργης Καράτζης έγραψε το πρώτο του έργο, την ΕΜΙΝΕ, ένα πολύστιχο «Κρητικό ερωντικό τραγούδι» κατά τον υπότιτλο, που μας θυμίζει ότι το τραγούδι αποτελεί τη ρίζα της ποίησης.

Το χειρόγραφο της Εμινέ κατασχέθηκε με τη σύλληψή του από την Αστυνομία, όπως διηγείται ο ίδιος σε συνέντευξη[ii] και παρέμεινε για καιρό στο αρμόδιο Τμήμα, απ’ όπου το περιέσωσε ο αδελφός του, μετά από πολύχρονες προσπάθειες και περιπέτειες.

14804777_1246244752103504_630114640_nΤο βιβλίο Εμινέ εκδόθηκε το 1988, με μουσικό CD που περιέχει μελοποιημένα αποσπάσματα, τραγουδισμένα από τον γνωστό λυράρη Β. Σκουλά και τη Σπ. Τουτουδάκη, σε μουσική επιμέλεια Χρ. Στιβακτάκη και έτυχε εντυπωσιακής αποδοχής, στο σύνολό του, από το κοινό. Κυκλοφορεί επίσης, από το 2009, σε ομώνυμο CD του μουσικού Π. Περισυνάκη, με ερμηνευτές τον Β. Σταυρακάκη, Μ. Δακανάλη, Σωκρ. Μάλαμα, Παντ. Θαλασσινό, Χρ. Θηβαίο. Και στα δύο συμμετέχει με αφήγηση ο ποιητής.

Το βιβλίο διανύει τη β΄ έκδοσή του από τις εκδόσεις Σείστρον-Αεράκης του Ηρακλείου, κοσμημένο με εικαστικά Σπ. Ορνεράκη και Ρουσ. Παναγιωτάκη. Είναι αφιερωμένο «στο Νικόλα», γιο του ποιητή, Μαθηματικό και εξαίρετο Μουσικό με αναγνωρισμένη προσωπική δισκογραφία, ήθος και εξαιρετικό ταλέντο, που υπόσχεται λαμπρό μέλλον.

Ας σημειωθεί εδώ ως παρέκβαση, ότι στο προσωπικό άλμπουμ του Νικόλα, Αγρίμι του καιρού, πατέρας και γιος συνεργάζονται, οι στίχοι είναι του Γιώργη Καράτζη,  ο οποίος εμφανίζεται για πρώτη φορά ως συνθέτης, συμμετέχοντας στο δίσκο με τέσσερα τραγούδια. (Το μεγαλείο της αλληλουχίας των γενεών.)

Το έργο Εμινέ, είναι έμμετρη αφήγηση, σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, του απαγορευμένου έρωτα ενός νεαρού Κρητικού με την όμορφη κόρη Τούρκου αγά, κατά τα χρόνια των κρητικών επαναστάσεων. Η απαγωγή, η ζωή τους στο βουνό, τα πολεμικά γεγονότα ταυτόχρονα με τα αισθήματα ομορφιάς, τη γοητεία και τις εξάρσεις του έρωτα, συνθέτουν κορυφαίες εσωτερικές στιγμές, με τις ανατροπές και την κορύφωση ενός, εν τέλει, συγκλονιστικού δράματος, που δίνει την ευκαιρία στον ποιητή να θίξει θέματα πανανθρώπινα, όπως το δικαίωμα έκφρασης και ελευθερίας της ύπαρξης και τη χωρίς συμβιβασμούς αντίσταση σε κάθε κατεστημένη αντίληψη ή ασύμβατη πραγματικότητα.

Πάνω από φυλετικές-εθνικιστικές διακρίσεις και το διωγμό του έρωτα, ο Γιάγκος και η Εμινέ γίνονται πρόσωπα-σύμβολα, διαρρηγνύοντας τα στεγανά υπέρ της «βαθύτατης ανθρώπινης ανάγκης που απαιτεί ικανοποίηση, ανεξάρτητα από εποχές, συνθήκες και καταστάσεις. Πρόκειται δηλαδή για θέματα, μιας διαρκούς επικαιρότητας», δηλώνει ο ποιητής. [iii] Και όλα αυτά, δια μέσου των ηρώων, «στου ονείρου τη βεγγέρα»:  

Εκειά που νόμος δε χωρεί και προσταγή δε μπαίνει/

και σκέψη αθρώπου δεν μπορεί να ’ναι φυλακισμένη./

Εκειά που ο κόσμος ο κακός δεν έχει εξά να ορίζει/

με τράφους και με σύνορα τσ’ αθρώπους να χωρίζει.

 

Ο ποιητής εξακολούθησε τη μάχη για θέματα συλλογικής Μνήμης, με τη συμμετοχή του σε πρωτοβουλίες για την εθνική και κοινωνική ειρήνη, το περιβάλλον, τον πολιτισμό. Πρωτοστάτησε στη δημιουργία Κίνησης Φιλίας και Αλληλεγγύης προς τον Σερβικό λαό. Συμμετείχε ο ίδιος σε 8 αποστολές ανθρωπιστικής βοήθειας με φάρμακα και τρόφιμα 460 τόνων, στη Σερβία και τη Βοσνία.

Μερίμνησε και μεριμνά, με πολλούς τρόπους, για την κρητική παράδοση, τη μουσική, τα Γράμματα. Επί επτά (7) χρόνια προώθησε τα ζητήματα αυτά στο ραδιόφωνο και, για ένα διάστημα, στην τηλεόραση.

Συμμετέχει ως εισηγητής και σύνεδρος σε πλείστα συνέδρια και ημερίδες.

Είναι μέλος λογοτεχνικών και άλλων Συνδέσμων και, επί πολλά χρόνια, υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κέντρου Κρητικής Λογοτεχνίας.

Επί πλέον, έχει αξιολογότατη 40ετή παρουσία στην κρητική δισκογραφία. Εκτός από τη συνεργασία του με το Ν. Ξυλούρη, την πολλαπλή με τον Β. Σκουλά, Π. Περισυνάκη και Ψαραντώνη (ήδη από το 1976 με το δίσκο ΠΗΓΕΣ, το ΕΚΤΟΣ ΕΑΥΤΟΥ  1986), αναφέρομε εντελώς ενδεικτικά, τις μαντινάδες του για το έργο ΖΟΡΜΠΑΣ του Γ. Βόγλη (με το Β. Σκουλά), μεταξύ των οποίων η πασίγνωστη,

Καράβι κάνω την καρδιά την πεθυμιά κατάρτι/

και βάνω σίγουρο πανί το νου μου τον αντάρτη./

και άλλες,[iv] αλλά και την πλούσια δισκογραφία με σπουδαία ονόματα της κρητικής μουσικής, όπως τους Β. Σταυρακάκη, Χαΐνηδες, Γ. Στιβακτάκη, Ν. Γωνιανάκη κ.λπ., σε δεκαπέντε (15) περίπου μεγάλους δίσκους, πέραν των μεμονωμένων μαντινάδων σε δίσκους άλλων καλλιτεχνών, μέχρι τα πιο πρόσφατα, ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ και τΗ ΣΤΡΑΤΑ ΠΟΥ ΒΑΔΙΖΩ με τον Ψαραντώνη (το τελευταίο σε μουσική Γ. Συράγα για το συγκρότημα Έτερον Ήμισυ, απ’ όπου θυμόμαστε τους στίχους:

Η λευτεριά δε δίδεται παίρνεται με το μπράτσο/

και θέλει μπάλα και φωθιά και ζόρε και στραπάτσο.) κ.λπ.

 

14877152_1246244748770171_1647840096_nΙΙ.

Το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του, ΔΙΑΚΡΗΤΙΚΑ, δημοσιεύθηκε το 1998 από τις ίδιες εκδόσεις, με φιλολογική επιμέλεια Τ. Μαρκομιχελάκη. Περιέχει επίσης C.D μουσικής επιμέλειας Μιχ. Σταυρακάκη και δική του αφηγηματική συμμετοχή (με τους μουσικούς Δ. Ζαχαριουδάκη, Νεκτ. Σαμόλη, Β. Σταυρακάκη και εικαστική συμμετοχή των Ρουσ. Παναγιωτάκη και Μ.  Κουβίδη).

Το βιβλίο ΔΙΑΚΡΗΤΙΚΑ,[v] περιλαμβάνει ποιήματα 15σύλλαβου και μαντινάδες. Σ’ έναν διάλογο με τη φύση, τον έρωντα, το θάνατο, την αγάπη, ο ποιητής ανασκάπτει το προαιώνιο, ανθρώπινο αίνιγμα, καθώς και τη σχέση του με τους θεσμούς, αλλά και με το κοινό αίσθημα, το ανθρώπινο δίκιο. με έναν σεμνό και περήφανο μαζί τρόπο γνήσιας ποιητικής ενσυναίσθησης.[vi]

Με τα στοιχεία της φύσης, τον Ήλιο, τον Άνεμο, την αυγή, τη νύχτα, το φεγγάρι να προσωποποιούνται, όπως στο δημοτικό τραγούδι, αναζητά τον ψυχικό και ποιητικό Τόπο, το «θεμέλιωμα» κατά τις λέξεις του.[vii]

Το μέγιστο εμπόδιο, ο φυσικός νόμος που οδηγεί στη φθορά, ο Χρόνος,[viii] αντιμετωπίζεται με όπλο τη Μνήμη.[ix]

Η μνήμη, ατομική και συλλογική, ξεκινά από την εμπειρία και το ψυχικό βίωμα, που ενδυναμώνει το σώμα.

Στο σώμα ο άνθρωπος συναντά τον Έρωτα, που εκτοπίζει τη φθορά και το θάνατο.[x]

Τη ζήση χάνει μοναχά άθρωπος σαν ποθάνει

μα σκέψου δίχως έρωντα πόσους θανάτους κάνει. (σ. 22)[xi]

Με τον τρόπο αυτό, υπερβαίνει το Χρόνο, κερδίζει τη Συνέχειας της Ζωής και φτάνει στην αισιόδοξη χαρά που ελευθερώνει το Νου και την ψυχή από τα δεσμά τους.

Μέσα από τέτοιες ποιητικές διεργασίες και μετατοπίσεις, ο ποιητής αποδέχεται τα πράγματα γύρω του ως φυσική πραγματικότητα, χωρίς αδημονίες. Και συμπεραίνει ότι η λειτουργία της φύσης περιέχει την αυτονόητη λύση κάθε αινίγματος. [xii]

Χαρές κι αγάπες κι ομορφιές είν’ η ζωή γεμάτη/

μόνο που πρέπει να τσι δεις με τση ψυχής τ’ αμάτι.    (σ. 93)

Την απάντηση αυτή διακηρύσσει μάλιστα, και απέναντι σε κάθε δέσμευση των καιρών μας.[xiii] Την εφάρμοσε δε και ως τρόπο ζωής του.

…/να παίζω σάλτο τ’ αγριμού, να βγαίνω στη Φουντάνα

και να πογέρνω βορινά να πιάνω τη Στεφάνα/…

– μας λέει σε ποίημα (σ. 88), μεταφέροντάς μας, τοπωνυμικά, στην οικεία του ύπαιθρο.

Οι έννοιες της ελευθερίας[xiv], της δικαιοσύνης, της τιμής[xv]  θεμελιώνονται στις ρίζες και στην Ιστορία του φυσικού τόπου:

Π’ όντεν εστάθηκε ντουνιάς, είναι τση Κρήτης μοίρα/

με το τουφέκι συντροφιά να ζει και με τη λύρα. (σ. 76)

…/ Γιατί δεν είναι μοναχά πέτρες, νερό και χώμα,/

κι ούτε μονάχα όμορφο καλοχτισμένο σώμα,/

μονό ’ναι μια φωθιά ψυχή και μιαν ιδέα αντάμα/

που σμίξαν, και μονιάσανε, κι αυτό τον τόπο εκάμα. (σ. 75-76)

Οι αξίες μάλιστα, αυτές υπερβαίνουν ακόμη και το θάνατο.[xvi]

Η λευτεριά ’ναι μια φωθιά κι όποιος κι αν τση σιμώσει/

γή θα καεί γή τση ζωής το νόημα θα νιώσει. (σ. 24)

Το μήνυμα[xvii] ορθώνεται πλέον ως πολιτικός λόγος, όπως άλλωστε “πολιτικός” χαρακτηριζόταν επισήμως ο δεκαπεντασύλλαβος, ήδη από τον 11ο αιώνα.[xviii]  Αρθρώνεται, όμως, μακριά από κάθε μικροπολιτικό υπαινιγμό, που δεν έχει καμία θέση στην ποίηση του Γ. Καράτζη.

Δε θέλω αθρώπου το κακό, μα και στο δίκιο απάνω/

και με τον ίδιο το Θεό να χρειαστεί, τα βάνω. (σ. 82)

Οι θέσεις του εκφέρονται με εγκράτεια, αλλά με υπερηφάνεια, αξιοπρέπεια. Με λεβεντιά ακόμη και απέναντι στο θάνατο.[xix]

…/Χτύπα με όσο είμαι ορθός, κι όχι σαν πέσω χάμαι/

και στο κονάκι σου να ’ρθω πορπατηχτός να πάμε./  (σ. 104)

Μια μόνο αξία η ζωή μπορεί στ’ αλήθεια να ’χει/

το να ποθαίνεις και να λες θάνατος δεν υπάρχει. (σ. 88)

 

14805582_1246244742103505_842592819_nΙΙΙ.

Το 2006, εκδόθηκε από τις ίδιες εκδόσεις, το βιβλίο, ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ. Στο πρώτο μέρος περιέχει σονέτα, ένα είδος απαιτητικού 14στιχου, που καλλιεργήθηκε σε ιαμβικό ενδεκασύλλαβο μέτρο, κατά το μεσαίωνα, από το Δάντη, τον Πετράρχη, από το κρητικό αναγεννησιακό δράμα, αλλά και από νεοέλληνες ποιητές όπως τον Λορ. Μαβίλη και άλλους. Στο δεύτερο μέρος, το βιβλίο περιέχει οχτάβες και 4στιχα, ενώ στο τρίτο, ελεύθερη, ανομοιοκατάληκτη ποίηση.

Πρόκειται για την πορεία, τις διαδρομές του –κατά τον τίτλο– αναζήτησης ποιητικής φόρμας και τεχνικής,[xx]  το οποίο διαπνέεται από ανάλογες ποιητικές αρχές.

Με ποικιλία θεμάτων, όπως: ένα όνειρο, μια επιθυμία, ένα παλιό λεωφορείο, η Ανάγκη, η προσπάθεια, ο νεκρός του Μαρτινέγκο, καθώς και με ποιήματα ποιητικής, όπως ο τίτλος Σονέτο.

Μαζεύω από τις στάχτες τον αθό/

κι απ’ τους πικρούς σου ήχους μέλι/

κι ανάλαφρα λευκή αγάπη…  (σ. 77)

Βαθιά, ως τα γόνατα, στη γη,/

μα φτάνουνε αδερφέ τα χέρια σου στον ήλιο/

κι όπως τον σφίγγεις σπαρταρά/

και χύνεται λευκή βροχή στον κόσμο./ (σ. 84)[xxi]

14875350_1246244782103501_1255843582_n

 

  1. IV.

Πρόσφατα, το 2015, εκδόθηκε το τελευταίο βιβλίο του Γιώργη Καράτζη, ΔΙΛΟΓΑ, από το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, με επιμέλεια του ταμία Κ. Ψυχογυιού.

Τα δύο μέρη του βιβλίου, Λόγος α΄ και Λόγος β΄, δικαιολογούν τον τίτλο: κρητικός δεκαπεντασύλλαβος στο πρώτο και ελεύθερος στίχος στο δεύτερο μέρος.

Πάντα σε διάλογο με τη Φύση, την Τέχνη, τον συνάνθρωπο, το περιεχόμενο του βιβλίου παγιώνει τη θέση του ποιητή ως προς τον συλλογικό και ατομικό μύθο:

Άντρες λογιάζω δυνατούς κι αληθινά μεγάλους,/

κείνους που θυσιάζουνε τη ζήση ντως για τσ’ άλλους.

Ο ποιητής γίνεται διακειμενικός, αυτοαναφορικός, εκφέροντας  θέσεις[xxii] για το θεό, το θάνατο, την αγάπη.

Χαλάλι σου η αγάπη μου χίλιες φορές χαλάλι/

κι αν είχε ξαναγεννηθώ, θα σ’ αγαπούσα πάλι. (σ. 16)

Πράμα στον κόσμο δε δειλιώ, σε πράμα δε ντηρούμαι/

μόνο τον καπετάν σεβντά που τρέμω και φοβούμαι. (σ. 90)

Δωρικός λόγος, σοβαρός, χωρίς λογοπαίγνια ή υπαινιγμούς.

 

Τα βιβλία Διακρητικά, Διαδρομές και Δίλογα, με το α΄ συνθετικό ως λεκτικό πρόθημα, αλλά και γραμματική πρόθεση, μας δίνουν τον εξ αρχής ποιητικό του σκοπό: ποιητική δηλαδή, πορεία, διακριτικού ύφους, δια της κρητικής διαλέκτου, σε διαχρονικές διαδρομές γραφής ενός λόγου που εξανθρωπίζει.

Οι ρίμες του έχουν το ποιητικό βάθος του Σολωμού. Ανακαλεί τεχνικές του Ομήρου, καθώς συνδυάζει τις φυσικές με τις ανθρώπινες λειτουργίες:

Παίζουν, γελούν και χαίρουνται με γλύκα οι ερωτάροι/

ωσάν τα βυζαστάρια αρνιά το Μάρτη στο χορτάρι./

… Κι ένας αέρας απαλός σαν τη πνοή τ’ Απρίλη/

έρχεται και δροσολογά του ζευγαριού τα χείλη. (ΕΜΙΝΕ)

Παραπέμπει στα αρχέγονα στοιχεία της γης, της φωτιάς, του αέρα, συναντώντας την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και τον Ηράκλειτο.

Πρόκειται για συνολικό έργο πηγαίας γλωσσικής συνείδησης και ποιητικής ηθικής.

Ύφος στέρεο και ευαίσθητο, ρυθμός διακριτός και γλώσσα συμπαγής, με σεβασμό στους κανόνες και στην ορθή σύνταξη. ομοιοκαταληξίες με μεστά ημιστίχια, συμπυκνωμένο νόημα χωρίς χασμωδίες ή συνηχήσεις.

 

Ο Γιώργης Καράτζης θεωρείται μείζων στυλοβάτης της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς του κρητικού λόγου και είναι ένας από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους της μαντινάδας.

Σημαντικός και ακούραστος εργάτης του πολιτισμού, βάρδος της παράδοσης, συνομιλεί διαχρονικά με το παλιό και το νέο, το κλασσικό και το μοντέρνο, το ελληνιστικό επίγραμμα, τη λειτουργία του παραμυθιού,[xxiii] τον Βιτσέντσο Κορνάρο, το δημοτικό τραγούδι.

Δεν είναι οι προπατόροι μας μια ξεχασμένη πίστη/

δεν ει καπνός που εσκόρπισε, δεν είναι φως που εσβήστη,/

μα ’ναι θεμέλιο δυνατό και ρίζα μεστωμένη/

και  κάθε σημερνός βλαστός μέσ’ από κείνη βγαίνει. (σ. 83)

 

V.

Αγαπητοί φίλοι,

αυτή είναι μια σύντομη αναγνωστική εκδοχή του έργου του Γιώργη Καράτζη, ενός ποιητή με σταθερή δύναμη και συγχρόνως ευαισθησία απέναντι στα πράγματα, με γλωσσική παιδεία και κοινωνική ενσυναίσθηση, που εξαίρει τη λειτουργία της φυσικής προφορικότητας με το φυσικό τρόπο που ζει.

Κι ανέ γενώ εκατό χρονώ θα νιώθω σαν κοπέλι,/

γιατί ο άνθρωπος γερνά μονάχα όντε το θέλει.

Ο συμβολισμένος, καλά ειπωμένος Λόγος του, δικού του ρυθμού και προσωπικού ύφους, καταξιώθηκε και έγινε ευρέως αποδεκτός από την κριτική και το αναγνωστικό κοινό. Έφτασε δηλαδή να κάνει απτό ό,τι αποτελεί στόχο κάθε δημιουργού.

Παρά τους μοναδικούς, ιαμβικούς στίχους που κατόρθωσε, ο Γ. Καράτζης εξακολουθεί με προσήλωση και πάθος να αναζητά νέες μορφές στην ποίηση, δοκιμάζοντας τις ανεξάντλητες δυνατότητες και όρια της γλώσσας, τα οποία βέβαια, μετατίθενται διαρκώς, από τη φύση τους, σε κάθε φορά νέα ζητούμενα.

…κι ο κάθα είς τσ’ αλήθειες του βαστά κι ανακυκλώνει/

κι έτσα λογιώς γεμίζουνε κι αδειάζουνε οι χρόνοι/

κι εγώ πασκίζω για να πω κι ό,τι κι αν πω το χάνω/

γιατί στ’ ανέμου τα φτερά είναι γραμμένο απάνω.  (σ. 15)

Τα μη περατά όρια της γλώσσας, ωστόσο, είναι κίνητρο και έμπνευση για διαρκές ποιητικό ταξίδι προς μια ρευστή πάντα, γλωσσική “τελετουργία” –θα ’λεγε κανείς– που μας υπενθυμίζει ότι αυτή τούτη η ποίηση είναι μονάχα τραγούδι και ρυθμός,  όπως άλλωστε και το μεταβατικό, ερωτικό πάντα, αντικείμενο του ίδιου του Λόγου.

Ποια είναι η συνέχεια;

Αναμένοντας νέες δημιουργίες και τα ανέκδοτα ακόμη Σατυρικά,

δεν έχουμε παρά να δώσουμε την επιβεβαίωσή μας για όσα πράγματι έχετε πετύχει ποιητή Γιώργη Καράτζη, και μάλιστα με τους ίδιους τους στίχους σας, που αφορούν τον καθένα. Και να σας ευχηθούμε δύναμη, υγεία και συνεχή δημιουργικότητα.

…μα το παλιό π’ αναζητάς, το πρώτο που γυρεύγεις/

και στην αρχή τση ρίζας σου να φτάξεις πασπατεύγεις/

είναι κοντά σου, αζωντανό, μέσα σου το σηκώνεις/

κι άδικα βασανίζεσαι κι ανώφελα ματώνεις. (Αναζητήσεις, σ. 12)

Χαίρου εκείνο που θωρείς και ζήσε αυτό που νιώθεις/

κι όχι στη ρόκα του μυαλού μπερδέματα να κλώθεις (σ. 12)

… γιατί αν είναι στσι πολλούς τα πλούτη που μετρούνε/

τσι κοινωνίες ζωντανές οι λίγοι τσι κρατούνε….  (Του Νικόλα, σ. 30)

…κι ας κρύβει πάντα μυστικό κι αφόρεση μεγάλη/

κείνο, που πριν απ’ την αρχή του κόσμου υπήρχε πάλι(σ. 12)

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

[i] Γ. Καράτζης, «Μαντινάδα και δημοσιότητα», στο Η μαντινάδα της Κρήτης Πρακτικά Συνεδρίων (Σητεία 2006, Βαρβάροι 2009), έκδ. Κέντρου Κρητικής Λογοτεχνίας, 2010, σ. 331 επ.

[ii] Τηλεοπτική συνέντευξη του ποιητή στο “Κρήτη ΤV”, εκπομπή “Καλό μεσημέρι” 1-10-2013, <https://www.youtube.com/watch?v=5luVLwxL0do>..

[iii]  ό.π.

[iv] Να μπόρουνα όλες τσι χαρές του κοσμου να μαζώξω/ σ’ ένα ποτήρι να τσι πιώ κι έγνοιες αλάργο κι όξω.

Μικρός μου φαίνεται ο ντουνιάς όφου και δεν με βάνει/ κι η πειθυμιά που αστείρευτη φλέγα και δεν ποκάνει.

Πρόκειται για μια «Ζορμπαδική προσέγγιση» κατά τα λόγια του, «που τον εκφράζει απόλυτα», σύμφωνα με τη συνέντευξή του στην Μ. Καλογεράκη (αρχείο εκπομπής “Λόγον Ποιώ”, tv Κύδων), <https://www.youtube.com/watch?v=ImIyoYstir8 >.

[v] «Ας θεωρηθεί μια μορφή αλληλογραφίας – μας αναφέρει ο ποιητής στον Πρόλογο – μεταξύ εκείνων που αισθάνονται την ανάγκη επικοινωνίας, με κώδικες που τείνουν να εξαφανιστούν μέσα στην ξέφρενη, ισοπεδωτική, κοινωνική μας πορεία… Ας αγκαλιάσουμε τον έρωντα, την αυγή και τον Απρίλη».

[vi] Άραγε ξεδιαλύνανε, και πώς, το μέγα θάμα/ να συμπορεύγεται η ζωή κι ο θάνατος συνάμα/ κι ίντ’ αρμηνιές εδώκανε, ποια πίστη θεμελιώσα/ και μ’ ίντα ξόμπλια κι ακριβή πλουμιά την ξετελιώσα./ Πώς εγελούσαν άραγε και πώς εκλαίγαν πάλι/ καθώς στο διάβα του καιρού κάνει η ζωή μια κι άλλη./ Πόσες ελπίδες να ’ξερα στο πέρασμα του χρόνου/ και πόση αλήθεια οι γενιές που φύγανε σηκώνου./ Να κάτεχα τόσα κορμιά πού πήγαν κι εχαθήκα/ και πώς οι τόσες ομορφιές και νιάτα εμαραθήκα. ( Ήλιε μου, σ. 17)

[vii] Άνοιξε πάλι τα φτερά, νύχτα να μ’ αγκαλιάσεις/ και με στοργή τα πάθη μου και τσ’ έγνοιες να σκεπάσεις./ … να ξανακάμει η σκέψη μου δυο ζάλα παραπάνω/ να φτάξω εκειά που πολεμώ τη μέρα, και δε φτάνω.(Στση νύχτας την αγκάλη, σ. 33)

Ποιος είναι όμως ο «τόπος» που αναζητά ο ποιητής;  …/ να ιδώ τον κοσμο απ’ αγκινιού, να ξαναζήσω πάλι/ τση πλάσης το θεμέλιωμα, τη γέννα τη μεγάλη./ Φτερά τ’ ανέμου, πάρτε με, τον κόσμο να γυρίσω/ και την ψυχή μου λαχταρώ να βρω, να τη γνωρίσω. (Φτερά τ’ ανέμου, σ. 19)

Όμως, τι είναι η ψυχή; Και ποιο είναι το θεμέλιωμα που λαχταρά; Θε μου πώς λαχταρώ να ιδώ τον ήλιο να προβαίρνει/ κι η πλάση όψη γελαστή πάλι να ξαναπαίρνει./…/Να ιδώ τον έρωντα να βγει γδυμνός να πορπατήξει/ κι ίσως να τύχει σαϊθιά στον μπέτη να μου ρίξει,/ να ξεχειλίσει μυρωδιά και να μεθύσει η πλάση/ κι η ζήση πάλι από χαρά γλυκιά ν’ ανατριχιάσει. (Επιμονή, σ. 31, Πόθοι, σ. 45)

Βαριά ’ναι η μέρα σήμερο κι η σκέψη πληγωμένη/ κι απού τα σπλάχνα μου γροικώ πρικιά αναπνιά και βγαίνει./…/γιατί ‘ναι Θέ μου, αβάσταχτη πληγή μέσα στα στήθια/ τα γκρεμισμένα όνειρα κι η προδομένη αλήθεια. (Γκρεμισμένα όνειρα, σ. 37)

Τον ουρανό παρακαλώ, τα νέφη σιργουλεύγω/ και σπλάχνος από λόγου ντως και συντρομή γυρεύγω/…/ να λουλουδίσουνε χαρές, κι ο έρωντας ν’ ανθίσει/ κι όλος ο κόσμος με κρασί τσ’ αγάπης να μεθύσει. (Παράκληση, σ. 21)

Σήκω βοριά, και φύσηξε τα νέφη να σκορπίσεις/ κι εσύ, χαρά, στον κήπο μου να ξαναλουλουδίσεις. (Πόθοι, σ. 45)

Μοναχοπαίδι τ’ ουρανού τση νύχτας κανακάρη/ και συντροφιά του μερακλή, γειά σου χρυσό φεγγάρι. (μαντινάδα, σελ.  34)

[viii] Στην αναζήτησή του βρίσκεται αντιμέτωπος με το μέγιστο, φυσικό εμπόδιο, τον χρόνο: Μέσα σε μάχη αδιάκοπη ξοδιάζεται η ζωή μου/ κι έχει γεμίσει με πληγές η αντάρτισσα ψυχή μου/ καθώς πασκίζω του καιρού τσι νόμους να νικήσω,/ να βρω καινούργιους κι άγνωστους κόσμους να τσι γνωρίσω/…/ πιο πέρα απού το σημερνό, κι απού το περασμένο/ κι όξω απού το μελλούμενο, π’ άδικα περιμένω,/ να λευτερώσω την ψυχή που τόση πεθυμιά ’χει/ δίχως του χρόνου τα δεσμά να ζει και να υπάρχει…(Του χρόνου τα δεσμά, σ. 79)

[ix] Πού να γυρέψω συντρομή και τίνος να φωνάξω/ σ’ ίντα ρεμέδιο να σταθώ κι ίντα λογιώς να διάξω. Μόνο, να κάμω κάλεσμα στσι θύμησες να ’ρθούνε/ που ξεγνοιασμένες στου μυαλού τα βάθη κατοικούνε./ Κι είναι συντρόφοι μπιστικοί στσι πιο σκληρές μου ώρες/ κι ούτε τσι δυσκολεύγουνε κατακλυσμοί και μπόρες./ Να βάλουνε το μπέτη ντως, ν’ απλώσουν τα φτερά ντως/ και να γενεί τση λύτρωσης το κάστρο η αγκαλιά ντως. (Παρέα με τη θύμηση, σ. 91)

Ο χρόνος φθείρει τσ’ ομορφιές μα η θύμηση πομένει/ π’ ανάρια-ανάρια τσι πρικές στιγμές του νου γλυκαίνει./ Όλες οι όμορφες στιγμές που ’χομε περασμένες/ είναι στου νου μου τα κλαδιά σαν το βαγί πλεμένες.

[x] Ετούτη η βρύση που ’βρηκα μέσα στην ερημιά μου/ και γέμισε με δροσερόν αέρα την καρδιά μου/ ήτονε φλέγα του σεβντά, ήτον οι θύμησές μου/ απού τση νιότης τσι γλυκούς κι άδολους έρωντές μου./ Κι ως φαίνεται ’σαμε να ζω θ’ αποκρατούν και κείνοι/ κι ούτε του χρόνου η θύελλα κι η μπόρα δεν τσι σβήνει./ (Στο πέρασμα του χρόνου, σ. 99)

[xi] Θρέφει η ελπίδα τη ζωή, τ’ όνειρο τη στολίζει/ κι ο έρωντας την πιο βαθιάν αλήθεια τση χαρίζει. (68) Ζωή  που δεν εμέθυσε στου έρωτα τη ζάλη/ μοιάζει με βιόλα που μαδεί χωρίς καρπό να βγάλει. (32)

Άμα θα πάψει ο έρωντας στσ’ αθρώπους να υπάρχει/ ποιο νόημα άραγε η ζωή κι ίντα ουσία θα ’χει. (14) Πληγή που ίσως δεν μπορεί ’πο δα κι ομπρός να γιάνει/μ’ άνοιξες φως μου, μα χαρά, στ’ ορκίζομαι, μου κάνει. (66) Πράμα δεν είναι να πονεί σαν το κρυφό μαράζι/ που δεν το λες κι αιστάνεσαι πλιότερο να σε σφάζει. (68)

Στόχο σου βάνω την καρδιά, έρωντα κυνηγάρη/ και με λαχτάρα καρτερώ να σύρεις το δοξάρι./ Χτυπά την πόρτα μου ο σεβντάς κι ίντα κοντό να θέλει/ ’πο μένα, που ’μια γέρος μπλιό, ένα τρεζό κοπέλι. (70)

Ακολούθως, μπορεί να μιλάει για την ίδια τη φυσική, ερωτική λειτουργία: Σα χέρια που σαλεύγουνε κι αναζητού να βρούνε/ τ’ άπιαστο, κι όλο πιο ψηλά πασκίζουνε να βγούνε/ κι όσο περνούνε οι στιγμές κι αρχίζει να χαράζει/ μέσα ’πο τσ’ άγουρους αθούς ο έρωτας σταλάζει./…/κι όσο φοβούμαι και δειλιώ, τόσο και μου σιμώνει/ ο πεισματάρης έρωντας τα δίχθυα ντου κι απλώνει./ Με μαστοριά και πονηριά στένει τα δόκανά ντου/ και περιμένει να με ιδεί να πέφτω στα δεσμά ντου. (69)

…Μα απού τη χέρα με κρατεί σαν το μικρό κοπέλι/ και με γυρίζει εδώ κι εκεί και κάνει με ό,τι θέλει/…/ Ξυπνούν αμέτρητες στιγμές, καλοκαιριές και μπόρες/ κι ολόγδυμνες ξοδιάζουνται μες στο μυαλό μου οι γιώρες… (65, 99)

Ήλιε μου αφέντη τ’ ουρανού, ξόμπλι τσ’ αυγής ’πιτήδειο/ εσύ κι η λαμπυράδα τζη μου φαίνουνται το ίδιο.

Ο έρωντάς σου είναι θεριό, κι ανήμερο λιοντάρι/ και σπαρταρώ στα νύχια ντου σαν το κακό σφαγάρι. (98)

Όσο διαβαίνουν οι καιροί αλάργο σου και πάνε/ γίνουντ’ οι πόνοι άγρια θερία να με φάνε.

Σαν εί’ τ’ αθρώπου η ψυχή ’πο δυνατό μαντέμι/ βαστά γερά μες στον σεισμό του χρόνου, και δεν τρέμει.

Πέρασ’ ο χρόνος κι έφηκε σημάδια στο κορμί μου/ που θάρρουν’ ακατάλυτος κι ανίκητος πως ήμου.

Σαν καταιγίδα με βροντές και μ’ αστραπές και χιόνια/ περάσα κι εδιαβήκανε ’πο πάνω μου τα χρόνια.

Να ’τον ο χρόνος ο φονιάς άντρας, να του κοντράρω/ μα δα με νίκησε ύπουλα και δεν του το μπατάρω. (80)

Πληγή π’ ανοίγει ο χωρισμός δεν τηνε κλειούν οι χρόνοι/ γιατί πατούνε οι θύμησες απάνω και ματώνει. Κατά τον ποιητή, οι «θύμησες» νικούν το χρόνο.

[xii] / Κι ο δυνατότερος σεβντάς με τον καιρό λιγαίνει/ κι έρχεται ώρα που ξερή ανάμνηση πομένει. (74) Όσο κι αν δέρνει ο άνεμος τη θάλασσα κι αφρίζει/ πάλι γιαγέρνει ξαστεριά, πάλι γαλήνη αρχίζει. (92)

Ο ποιητής μας παραθέτει έμμεσα το συμπέρασμα, ότι η ΦΥΣΗ  είναι η αυτονόητη απάντηση του Αινίγματος. Η προσωποποίηση, άλλωστε, των φυσικών στοιχείων αποτελεί φυσικό υλικό του λαϊκού, δημοτικού τραγουδιού.

Με την πνοή τω λουλουδιώ, και με τσ’ αυγής τ’ αηδόνι/ ραγίζει η νύχτα και θρουλά, κι η μέρα ξημερώνει/…/ Ω Θε μου, πόσες ομορφιές έχει η ζωή κι η πλάση/ πόσες φορές ο κάθα εις θα τσί ’χει προσπεράσει,/ δίχως να νιώθει μέσα ντου ό,τι στ’ αλήθεια αξίζει/ κι ό,τι με δρόσος την καρδιά και την ψυχή ποτίζει/ και καταλυέται σε μικρές έγνοιες, που δε φελούνε/ κι ας είναι γύρω ντου χαρές π’ ανέγγιχτες περνούνε.

Για σένα ξημερώνομαι στσ’ αυγής το παραθύρι/ και φαίνω σκέψεις ξομπλιαστές στου νου μου τ’ αργαστήρι. (66)

Κείνες τσ’ αξέχαστες βραδιές ποιος χρόνος θα τσι πάρει/ που θώρουνα στα μάθια σου κι έπαιζε το φεγγάρι. (70) 

Όντε θα ιδώ το φώς τσ’ αυγής στην πρώτη αναλαμπή ντου,/ έχω την αίστηση κι εσύ πως έρχεσαι μαζί ντου. 64/

[xiii] Κι όσο παλεύγει ο λογισμός στα πιο ψηλά να φτάξει/ μπόδιασμα πάντα θα βρεθεί το δρόμο να τ’ αλλάξει/ κι όσο σκληρά κι αν πολεμά, κι όσες στραθιές κι αν κάνει/ ποτέ σε κείνη την κορφή που πεθυμά δε φτάνει. .. (Δύσκολοι δρόμοι, σ. 59)

…/ Δίχως αιστήματα περνά και καταλυέται η ζήση,/ δεντρί  που του ’χουν οι καιροί τα φύλλα ντου μαδήσει./ Πέρα και πώδε μουτζαλιές, δεξά-ζερβά χιλέδες/ και κάθε μέρα του κακού καινούργιοι διγαβρέδες. /…/ Άραγε πόσο η χειμωνιά κι η τσίκνη θα βαστάξει/ και πού το κατρακύλισμα τ’ αθρώπου μπλιο θα φτάξει. (Μουτζαλιές 23)

[xiv] Για να φανεί στον ουρανό τση Λευτεριάς γεράκι / πρέπει το αίμα ποταμός να τρέξει στο σοκάκι.

Άντρες που έχουνε τιμή κι απου καταλαβαίνου,/ γή ζούνε λεύτεροι γή αλλιώς για λευτεριά ποθαίνου.

Το δίκιο μου το κρέμασα στου τουφεκιού την κάνη/ γιατ’ άλλο δρόμο δε θωρώ στο τέρμα να με βγάνει. (86)

Το βλέμμα γίνηκε αστραπή, βροντή η φωνή εγίνη/ κι είπε δυο λόγια μοναχά: ξύπνησε ρωμιοσύνη. (85)

Εγύρισε κακός καιρός, μπόρα ξεσπά μεγάλη/ χιόνια κι ανεποτσάπουρο θολό κι ανεμοζάλη.

Μες του χειμώνα την οργή παλεύγει ο Ψηλορείτης,/ που ’ναι λημέρι τση τιμής μα και ψυχή τση Κρήτης/…/ Κι ως μάχεται, απ’ τα σπλάχνα ντου βαριά φωνή γροικάται:/ άντρες τση Κρήτης και θεοί του τόπου, βοηθάτε!… (Κάλεσμα, σ. 87)

[xv] Μόνο σε χέρια καθαρά και σε καρδιά μεγάλη/ ρίζες και φύλλα και κλαδιά μπορεί η τιμή να βγάλει. (84)

Σαν δε μπορείς ως πεθυμάς τα χρόνια σου να ζήσεις/ τουλάχιστο να βλέπεσαι να μην τα ξευτελίσεις. (24)

Καλλιά να σκοτωθεί κιανείς, μα μια φορά ποθαίνει/ παρά στο δρόμο τση τιμής οπίσω να ’πομένει.

Δεν είναι λόγια η τιμή που πάνε στον αέρα/ μονό ’ναι πράξη στη ζωή κι έργο την κάθε μέρα.

Στο δίκιο γίνεται η ψυχή φωθιά κι αστροπελέκι/ κι είναι και ώρες που μιλεί μονάχα το ντουφέκι.

[xvi] Το τελευταίο υποτιτλισμένο ποίημα του βιβλίου ΔΙΑΚΡΗΤΙΚΑ κλείνει με τη μαντινάδα: Δε θέλω ’γω στον τάφο μου ξόμπλια πολλά περίσσα / στο σκέτο χώμα μοναχά δυο βιόλες ίσα-ίσα.

Δεν είναι τυχαίο, ότι οι λίγοι στίχοι του βιβλίου περί θανάτου, παρατίθενται κυρίως με μορφή ριζίτικου, σημαίνοντας την αισιόδοξη δύναμη.

[xvii] Πουλιά μη φτερουγίζετε, καταλαγιάστε ανέμοι/ κλαδιά να μη σαλεύγετε, φύλλο δεντρού μην τρέμει,/… να ’ναι γαλήνη, ν’ ακουστεί καθάριο το μαντάτο/ που ’χει τσι ρίζες του βαθιά στα χώματα ’πο κάτω./… να πει αντρίκια ν’ ακουστεί σ’ όλη την οικουμένη / τούτος ο τόπος δε δειλιά, δε σβήνει, δεν ποθαίνει. (Μήνυμα, σ. 81)

[xviii] Λίνος Ν. Πολίτης, «Δεκαπεντασύλλαβος», στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη, εκδ. οργ. «Ο Φοίνιξ» Ε.Π.Ε., 1927,  τ. 8ος , σελ. 947.

Β. Λ. Κώττα, «Πολιτικός στίχος», ό.π., τ. 20ος, σελ. 459.

Ας σημειωθεί ότι το ποίημα Πληγωμένος αητός στο βιβλίο ΔΙΑΚΡΗΤΙΚΑ (σ. 71), το ποίημα Νυχτερινή αγωνία (σ. 73) και άλλα είναι γραμμένα σε τροχαϊκό μέτρο, το μέτρο με το οποίο έχουν γραφεί ο «Ύμνος στην Ελευθερία», ο «Λόρδος Μπάυρον» και άλλα ποιήματα του Δ. Σολωμού.

[xix] Άθρωπος απού δε γλεντά και μια φιλιά δεν κάνει/ ίντα κι αν είναι ζωντανός, ίντα κι ανε ποθάνει. (90)

Τα νιάτα που καταλυθούν χωρίς να γλεντιστούνε/ τάξε πως είναι κιόρικες σφαίρες και δεν κεντούνε.

Η ζήση που καταλυθεί χωρίς να ξεφαντώσει,/ ίντα ψυχή στον ουρανό θα βρει να παραδώσει.

Σαν αποθάνει ο μερακλής, όσο φτωχός κι αν έναι/ πάνε τ’ αηδόνια στο σταυρό του τάφου ντου και κλαίνε.

Σαν αποθάνει ο μερακλής κι ο κόσμος τονε θάψει/ πάει κι ο Θιός στον τάφο ντου λαμπάδα να τ’ ανάψει.

Στο νου δεν μπαίνει σύνορο, στη σκέψη χαλινάρι,/ κι όπου τσ’ αρέσει ελεύτερη πηγαίνει και βολτάρει. (30)

Ετσά την έχει τη ζωή τ’ αθρώπου ο Θιος δοσμένη/ που μόνο ένας μερακλής να την καταλαβαίνει. (46) Θα ταξιδέψω κι ας χαθώ, σ’ ό,τι γιαλό κι α λάχει/ θέλει μαθώς και η ζωή τον κίντυνό τζη να ’χει. (58)

[xx] Βλ. π.χ. στίχους όπως: …μα μόνο το μαστίγωμα του νου μου /που τελειωμό δε θέλει ή δε βρίσκει./ Θέλω μορφή να δώσω του θεού μου/ κι αναρωτιέμαι ποια να του ανήκει.    (ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ, σ. 13 και 7) Όπως επίσης: …/ δύναμη να ’χω να μιλώ και να ’ναι η μιλιά μου/ βγαρμένη μέσ’ απ’ την ψυχή και μέσ’ απ’ την καρδιά μου/ Ήλιε μου, αφέντη τ’ ουρανού, σ’ ανατολή και δύση/ δώσε μου φώτιση να βρω τέθοια καθάρια βρύση. (Καθάρια βρύση , σ. 25) κ.λπ.

[xxi] Είδα τη γέννηση και το θάνατό μου/ να κρέμεται από την αριστερή σου θηλή…  (67)

έφυγες…/ μα ξέχασες στο προσκεφάλι μου δυο λέξεις/ και μια σταγόνα ατόφιο πυρετό… (79)

… κι ο νους πάνω στο φύλλο της χαράς/ ξοδεύτηκε σαν ένα μοιρολόι…/ Πίσω απ’ το τζάμι της πληγής γελά και κλαίει/ ο γυιός της προσευχής μας/ και στο γκρεμό του μπράτσου μας/ αγέννητο ένα ποτάμι δίψα/ στάζει αργά, κρυφά, πικρή ανεμώνα (83)

Οι λέξεις καθώς προσπαθούν/ με λαχτάρα να λευτερωθούν/ με πληγώνουν./ Κι εγώ θέλω απλά να πω μόνο/ πως σ’ αγαπώ… (66)

Μα πάνω απ’ όλα/ μην προσπεράσεις τις χαρές/ και στων ματαίων φόβων την αλήθεια υποκύψεις/ γιατί δεν κάνει… (68)

[xxii] Πράμα στον κόσμο δε δειλιώ, σε πράμα δε ντηρούμαι/ μόνο τον καπετάν σεβντά που τρέμω και φοβούμαι. (90)

Δε με τρομάζουν οι καιροί, φυσούνε δε φυσούνε/ γιατί τσ’ αγάπης μου οι βλαστοί στσ’ ανεμικές δε σπούνε. ( 92)

[xxiii] Στα ποιήματα π.χ. Η πεταλούδα (43), Στην πλάτη του ονείρου (51), Τση Κρήτης η ψυχή (57), Φτερουγίσματα (63), Ελένη (97), Θέλω να πω (53) και αλλού, όπως και Στσι δρόμους του παραμυθιού (77), όπου: Πάρε με σκέψη φτερωτή να με γυρίσεις πίσω/ στην Κρήτη των παραμυθιώ λίγες στιγμές να ζήσω./…Να μπω στ’ ονείρου τη δοχή να σεργιανίσω πάλι/ κι ο δρόμος στσι προγονικές τσι ρίζες να με βγάλει./ Γιατί κατέχω πως θα βρω την καθαρήν αλήθεια/ μονάχα μέσα στ’ όνειρο και μες στα παραμύθια.





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *