Θυμάται η Βασιλική Παπουτσάκη
Σα να είναι τώρα , ακούω τη φωνή του φετσά να περνά από τα σπίτια,όχι μόνο των χωριών αλλά και των πόλεων και να φωνάζει: “Φετσόλαδα,τσιγαρόλαδα,κακοσταφίδες, σκούπες φαράσια,απηρολόγους,τσιμπιδάκια για τα μαλλιά….”
Ο φετσάς λοιπόν, γιατί έτσι λέγανε τον πραματευτή αυτό, έκανε την εμφάνισή του κατά διαστήματα στις γειτονιές..
Αυτός γνώριζε πότε οι νοικοκυρές θα είχαν μαζέψει τσιγαρόλαδα και πότε θα τους τελείωνε το σαπούνι για τη μπουγάδα.
Θυμάμαι τη μάνα μου, να έχει κάτω από το νεροχύτη, ένα παλιό τσικάλι με χρησιμοποιημένο λάδι, τσιγαρόλαδο, για να το δώσει όταν έρθει η ώρα στο φετσά.
Ήξερε πότε οι σταφίδες που δεν μπορούσαν να πουληθούν ή να καταναλωθούν, οι κακοσταφίδες ή καραμπουτζέδες είχαν μπει σε μια άκρη από τη νοικοκυρά του σπιτιού για να τις ανταλλάξει με πράσινες πλάκες σαπούνι για τη σκάφη και την ατομική καθαριότητα ή με άλλα μικρά πραγματάκια που είχε στο κοφίνι του.
Ήξερε αυτός πότε θα περάσει να πάρει τη φέτσα ( το κατακάθι ) από το λαδοπύθαρο..
Τότε ήταν που άρχιζε το παζάρι με τη νοικοκυρά.
« Βάλε ακόμη μια πλάκα σαπούνι, βάλε και πέντε τσιμπιδάκια για τα μαλλιά, χρυσάφι είναι οι σταφίδες…»
Ο φετσάς ήταν ο άνθρωπός τους. Γνώριμος και αγαπητός.
Τον τρατάρανε κανένα καφέ, κερνούσαν κανένα ποτήρι νερό και συνέχιζε για άλλη γειτονιά για άλλο χωριό.
Το ίδιο συνέβαινε και στα καφενεία των χωριών. Τον κερνούσανε καμιά ρακή να ξαποστάσει. Ερχότανε με το γαϊδουράκι φορτωμένο, και αυτός με τα πόδια. Με τις ντενέκες του, τα κοφίνια του, την πραμάτεια του….
Ανταλλακτική οικονομία …
Η ανακύκλωση που προσπαθούμε να κάνουμε τώρα και δεν μας έχει γίνει συνείδηση είναι αυτή με την οποία στην ουσία μεγαλώσαμε…
H φωτογραφία είναι της Καιτη Κουναλακη στο δρόμο προς το χωριό Πλώρα του Δήμου Γόρτυνας









Καλημέρα σας,
ονομάζομαι Σμυρνιωτάκης Γεώργιος και είμαι εγγονός του εικονιζόμενου στην φωτογραφία στο άρθρο σας που βρίσκεται στο : Home>Κρήτη>Διάφορα>Φετσόλαδα, τσιγαρόλαδα, κακοσταφίδες….
Θα ήθελα να με ενημερώσετε λοιπόν τον τρόπο που εξακριβώνεται τις πληροφορίες που σας δίδονται, καθώς ο παππούς μου, Σμυρνιωτάκης Γεώργιος εν ζωή ακόμα και κάτοικος των Άνω Καστελλιανών νομού Ηρακλείου δεν είχε ποτέ το επάγγελμα αυτό.
Ήταν για μέχρι και πριν 5 χρόνια ο “πραματευτής”, όπως αναφέρει και το τραγούδι του Μουντάκη, των γύρω χωριών : Κάτω Καστελλιανά – Δεμάτι – Φαβριανά – Φιλλίποι και σε νεότερη ηλικία σε Μεσοχωριό – Καλύβια από την μία μεριά, Τσούτσουρο από την άλλη και Σχοινιά. Διαδρομές που από παιδική ηλικία της έκανα μαζί του κάθε καλοκαίρι.
Διατηρούσε ένα μικρό μίνι μάρκετ στο χωριό και το εμπόρευμα του, το μεταφόρτωνε στο κάρο του και επισκεπτόταν τα προαναφερόμενα χωριά.
Ένα μικρό παντοπωλείο το κάρο. Από ασπρόρουχα, υφαντά, φορέματα, ποδιές, πετσέτες και κάθε λογής αντικείμενο που θα μπορούσε η νοικοκυρά της τότε περιόδου να χρησιμοποιήσει στην κουζίνα της καθώς και απορρυπαντικά, κολώνια Μυρτώ, κ.α.
Χρήματα λίγα για όλους εκείνη την εποχή. Οι περισσότερες συναλλαγές γίνονταν με λάδι, αυγά, δέρματα. Παραγγελίες στον παππού για την επόμενη φορά που θα ερχόταν για φορέματα, τσικάλια, και ότι άλλο τους ήταν σε έλλειψη. Καλοσυνάτος πάντα με το τεφτέρι καθώς πολλοί ήταν αυτοί που δεν μπορούσαν να πληρώσουν εκείνη την στιγμή είτε σε είδος είτε σε χρήμα και τα πληρωνόταν σε δόσεις λίγα-λίγα.
Επίσης η φωτογραφία αυτή που έχετε αναρτήσει από ότι φαίνεται είναι στον δρόμο μεταξύ Κάτω Καστελλιανών και Άνω Καστελλιανών καθώς το χωρίο Πλώρα όπως αναφέρεται εκτός το ότι δεν έχει καμία σχέση με τα χωριά που επισκεπτόταν αλλά είναι και αρκετά χιλιόμετρα από το χωριό του για να μπορέσει να το επισκεφτεί πεζός καθώς ουδέποτε ανέβαινε στο κάρο για να μην κουραστεί το ζώο, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε.