Αν δεν παίρνεις τα Γράμματα, θα πας να γίνεις λούστρος….

“Ένα ψήφο έχει ο εισαγγελέας που του βάφει τα παπούτσια ο λούστρος, αλλά το ίδιο μετράει και ψήφος του λούστρου”!

Πίσω σε προηγούμενες δεκαετίες, τότε που το επάγγελμα του λούστρου ανθούσε στους δημόσιους χώρους και στα πολυσύχναστα στέκια.

Μια από τις πρώτες δουλειές των χωρικών και γενικά των επισκεπτών, για δουλειές στην πόλη, ήταν το σενιάρισμά τους, που κυρίως γίνονταν με το βάψιμο των παπουτσιών, ή των στιβανιών, μέχρι και την επόμενη επίσκεψή τους.


Συνήθως ο λούστρος είχε συγκεκριμένο χώρο που εργαζόνταν , καταλάμβανε συγκεκριμένο σημείο ,στρατηγικό θα λέγαμε , το οποίο δικαιούνταν βάσει άγραφου νόμου της πιάτσας. Άλλος λούστρος δε μπορούσε να το χρησιμοποιήσει πέραν αυτού.
loustros1Τα μαύρο δερμάτινο ή καφέ σκούρο παπούτσι ή σκαρπίνι ήταν status για τον άνδρα της γύρας και έπρεπε πάντα να είναι λουστραρισμένο και να δείχνει στο μάτι ,κυρίως σε μια εποχή που τα παπούτσια λέρωναν εύκολα και σκονίζονταν από τους χωματόδρομους .
Ο πελάτης άπλωνε το πόδι του στο στη μπρούτζινη συνήθως βάση απ’το κασέλι και όλα τα άλλα τα αναλάμβανε ο λούστρος. Δίπλωνε το μπατζάκι μη λερωθεί και έχωνε χαρτόνια από τσιγαρόκουτα στα πλάγια για να προστατέψει την κάλτσα.

Ξεσκόνιζε με βούρτσα το παπούτσι, έβαζε λίγη αλοιφή από το μπουκαλάκι με το κατάλληλο χρώμα, και την άπλωνε παντού με την βούρτσα. Με ελαφρύ κτύπημα της βούρτσας στο παπούτσι έδινε το σύνθημα στον πελάτη να αλλάξει πόδι. Επαναλάμβανε την διαδικασία και επέστρεφε στο πρώτο για να του δώσει το τελικό γυάλισμα με πανί και με ειδική αλοιφή, το «ευρωπαϊκό» όπως το έλεγαν.
Μερικοί λούστροι έκαναν επίδειξη της δεξιοτεχνίας τους προσφέροντας δωρεάν θέαμα στο κοινό, πετώντας τις βούρτσες στριφογυριστά στο αέρα, σαν ζογκλέρ, ή χτυπώντας τες ρυθμικά στο κασελάκι.
Ο λούστρος μπορεί να ήταν και πλανόδιος κάποιες φορές όταν κουράζοντας από το σκαμνί του.
Περνούσε από τα καφενεία κυρίως όπου σύχναζαν οι μόρτηδες οι σκαρπινάτοι.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο πελάτης του καφενείου με νεύμα του τον καλούσε για λουστράρισμα ενώ ο ίδιος απολάμβανε τον ελληνικό του διαβάζοντας την εφημερίδα του. Ο πελάτης όσο φτωχός κι αν ήταν έδειχνε αρχοντικός στη διάρκεια του λουστραρίσματος κυρίως στο καφενείο και πολλοί το ζούσαν ως αρχόντοι του ενός λεπτού.

Το επάγγελμα ήταν ταπεινό από τη φύση του , ο λούστρος πολλές φορές δε κοιτούσε ψηλά στον πελάτη όσο διαρκούσε η δουλειά του εκτός αν ήταν ανάγκη να του πει κάτι. Για τους λούστρους μεγαλύτερης ηλικίας η στάση του σώματος ήταν επώδυνη ανάλογα και κατά πόσο ήταν παχύς.
Τώρα τα κασέλια των λούστρων υπάρχουν λιγοστά σε ελάχιστα μαγαζιά στο Μοναστηράκι ενώ κάποια από αυτά κοσμούν σπίτια πλουσίων συλλεκτών ως ταπεινό σύμβολο μιας φτωχής πλην αγνής και τίμιας εποχής που η δουλειά δεν ήταν ντροπή.

Αξίζει όμως ν’ ανατρέξουμε και στους πλανώδιους λούστρους, του Ηρακλείου αυτούς τους ανθρώπους του δύσκολου μεροκάματου, που οι πιο πολλοί έμειναν γνωστοί με τα μικρά τους ονόματα.

Στην πλατεία Δασκαλογιάννη, υπήρχαν 27, περίπου: θα αναφερθούμε σε ορισμένους, όπως: κάποιος κωφάλαλος, που έκανε και το λαχειοπώλη, το Νικόλα το Χρυσό, το Γιώργη το Διγενή, το Γιώργο το Γιούδα, το Βασίλη Πουλεδάκη, το Γιώργη το Γοργομύτη και τους πιο επώνυμους, τους οποίους αναφέρει σε δυο βραβευθέντα θεατρικά μονόπρακτά του ο καλός φίλος και εξαιρετικός σκηνοθέτης, Γιώργος Αντωνάκης. Πρόκειται για τον κουτσό Νικόλα Τζιγκρή ή Χαλατζάρη και τον Μιχαλάκη τον Ντερμπεντέρη. Οι δυο τους πολύ κολλητοί, αλλά και αρκετά πολέμιοι. Πολλές φορές τους ένωνε η αγνή ρετσινούλα και το καλό μεζεδάκι, όταν “έκλειναν” τα μαγαζιά τους και έκαναν ταμείο. Μαγαζιά οι ίδιοι ενοούσαν τις κασέλες τος και όλη τους τη συρμαγιά.
Στην “Ομόνοια”, στο καφενείο του Μαθιουδάκη, αρχή της αγοράς, σύχναζαν ο Νίκος και ο Γιάννης. Στο πλακόστρωτο της οδού Γιαννιτσών, για πολλά χρόνια, προσέφερε τις υπηρεσίες του ο Κώστας ο Αυγουλαδάκης. Στην πλατεία Κορνάρου σύχναζαν ο Νίκος και ο Μπαρμπαγιάννης. Κάτω στην περιοχή του λιμανιού, ήταν ο Μπαρμπαθόδωρος, ο Βασίλης ο Μανδελενάκης και ο Νίκος.
Πριν από τη Χανιώπορτα, δίπλα στο σημερινό φαρμακείο του Παρασύρη, είχαν το στέκι τους άλλοι δυο λούστροι, ο Ρήγας και ο Μαμάκος. Επίσης ο Κωνσταντούρος από την Ανάληψη, ο οποίος το στέκι του το είχε “δίπορτο”. Πότε τον συναντούσες στην πλατεία Δασκαλογιάννη και πότε στα δυο καφενεία, ανάμεσα στην Αστόρια και στην οδό Δαιδάλου, κάτω από το μεγάλο πλάτανο.
,

πληροφορίες:astakosnp.wordpress.com

Δημητρης Σαββας- Οι λούστροι του Μεγάλου Κάστρου

Φωτ.Henri Cartier-Bresson.

Η ξεκούραση των λούστρων

 

14051742_1773982202874373_5193140905811648497_n





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.