Με πλήθος κόσμου, και τη παρουσία του Δημάρχου Χερσονήσου, έγινε σήμερα Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016, ώρα 7:30 μ.μ.,στην αίθουσα ΑΝΔΡΟΓΕΩ, η παρουσίαση της νέας συλλογής διηγημάτων “ΠΑΤΙΝΙ ΜΕ ΑΥΤΟΜΑΤΟ ΠΙΛΟΤΟ” του ΑΝΤΩΝΗ ΣΑΝΟΥΔΑΚΗ

Απόσπασμα από το Διήγημα “Το βραχυκύκλωμα του φωτεινού σηματοδότη”
από τη Συλλογή Διηγημάτων “Πατίνι με αυτόματο Πιλότο”, του Αντώνη Σανουδάκη, από τις εκδόσεις Ταξιδευτής
[…..] Ψαχουλεύοντας, βρήκα κάτι σπίρτα λαδωμένα, τα είχα πάντα ρεζέρβα για τέτοιες ώρες, άναψα τη φουφού με το πυρηνέλι, το σκέπασα με ασημόχαρτο να το κρατά αναμμένο, γρύλισα από την ηδονή της ζεστασιάς, άπλωσα την αρίδα μου σε ένα σπαστό κρεβάτι εκστρατείας, έκλεισα τα μάτια και αναπολούσα, χαρμάνης από καφέ, είχα κλείσει ήδη τις χαραμάδες της ξύλινης εισόδου, να μην έχω τον βοριά συγκάτοικο, το κρύο θαλαμάρχη και έμεινα μόνος, σιωπηλός, ακίνητος αρκετή ώρα, δεν ήξερα τι να κάνω, δεν είχα όρεξη να διαβάσω, άνεργος ήμουν, με είχαν απολύσει από τη δουλειά μου ως επικίνδυνο της κατάστασης, προσπαθούσα να αδειάσω τον χρόνο μου από εικόνες, πρόσωπα, λέξεις, άρματα μάχης, στρατιωτικά εμβατήρια, φοινικόπουλα που καιγόταν στη φλόγα τους και φύτρωναν από τη στάχτη τους, γέμιζε η ατμόσφαιρα διοξείδιο του άνθρακα, μια ζέστη κυλούσε μέσα μου, πλημμύριζε τις αρτηρίες, το σώμα μου, αποσυντόνιζε το μυαλό μου, ένιωθα μια παράξενη εσωτερική ευεξία, μια ζάλη να με τυλίγει, να χάνω την αίσθηση του χρόνου, άρχισα να περιπλανιέμαι μέσα μου.

Είχα, λέει, στην τσέπη δυο δραχμές, έπρεπε να τις διαφυλάξω ως κόρη οφθαλμού, περνούσα από τα μαγαζιά να δω την αγορά, τα φρούτα, στα καφάσια και στις προθήκες είχαν ταμπελίτσες μη μου άπτου, τα ράφια του φουρνάρη με τα αχνιστά ψωμιά κρέμονταν ψηλά από τα δοκάρια, εντάξει, εντάξει, έλεγα στον εαυτό μου, όπου να ’ναι θα φέξει, τα ηλεκτρονικά φανάρια των δρόμων άναβαν και έσβησαν για τα αποσυρθέντα οχήματα, οι πεζοί, με νανουριστικές μελωδίες, κάπνιζαν τσιγάρα φίλτρο κινγκ σάιζ, μεταμορφωνόταν σε κόκκινα και πράσινα σαΐνια, χωριάτικα καρβέλια, μουστοκούλουρα, σοκολάτες, μπισκότα Παπαδοπούλου,

εγώ έκανα παζάρι με τον φύλακα-φαναρτζή, που άναβε κάθε πρωί τους φωτεινούς σηματοδότες και τους έσβηνε το βράδυ με το ηλιοβασίλεμα, διάλεξε, μου λέει ο φύλακας, ό,τι θέλεις από την κοιμωμένη πολιτεία, εγώ θα περιφέρομαι στην αγορά, έχω αφήσει κάτι σακούλες με αναμμένους φωτεινούς σηματοδότες, θα επιθεωρήσω τους σβηστούς, εγώ προτίμησα να πάρω μια τσατσάρα, ένα σωληνάριο ζελέ, ολίγο μπριγιόλ που ομορφαίνει τη ζωή, ένα χωνάκι καβουρντισμένους αλμυρούς πασατέμπους, είχα το πρώτο μου ραντεβού, άρχισα, τελικά, να παίρνω σοβαρά τη ζωή, η Μαρία από το Αιτωλικό με περιμένει στην οδό Σίνα, [….]

φωτογραφίες: Γιώργος Παπαδάκης








