Θυμάται ο Χρύσανθος Αγγελάκης
Το κρεβάτι ούτε και το σπίτι να μη τη χωρά, άνοιξη καιρού αρχές καλοκαιριού, τα χρόνια τση τά’ χε πριν 90 χρόνια το Μάη του 1895 γεννήθηκε.
‘Eξε κοπέλια ανέθρεψε, το πρώτο αρραβωνιασμένο τον έθαψε μια Τρίτη το Σεπτέβρη του 43, στον ίδιο τάφο με τον άνδρα τση. Κι η μοναχοκόρη τση χήρα κι αυτή, από το 47 με ένα κοπέλι. Τα ποδέλοιπα τη κάνανε μήνες, ετσά τανε τοτεσάς το συνήθειο.
Κι όλο να γκούζεται, να μη τη χωρά ο τόπος.
– Ιντά χεις γιαγιά.; να τη ρωτώ, πράμα να μου απαντά.
Την ήξερα καλά, ήταν άθρωπος τση κουβέντας.!
Με τα πολλά… Ιντά χεις γιαγιά.; Θές πράμα γιαγιά.;
– Έλα παιδί μου κοντά να σου πω στ’ αυτί ίντα ντουχιουντίζω. Κάθομαι επαέ που κάθομαι και αγκαρεύω τον κόσμο τζάμπα, δεν μου φέρνεις καμιά ‘κοσαριά αυγά να τα πυρώσω, μόνο μη το πείς της μάνας σου.! Γιάντα α με μαλώσει.!
– Ντα γίνεται, γίνεται γιαγιά να κλωσήσεις αυγά.;
– Πως δε γίνεται.! Ντα οντέ είμουνα κοπελιά και κάναμε μεταξαριό βάναμε το σπόρο ανάμεσα στα βυζά μας σε σακουλάκια για να ξεπουλιάσουνε οι κάμπιες και να πιάσουμε τη πρωιμάδα του μεταξοσκώληκα. Βάλε μου παιδί μου κι ένα κρασί να σου πώ τη ιστορία.
Και θυμόταν τα πάντα κι άρχισε από το 1909 που αρραβωνιάστηκε στα μεταξωτά ντυμένη από το σπόρο του μεταξοσκώληκα….








