Το αρκαλοχώρι από ψηλά

Του Αρκαλοχωρίτη (Δημοτικό τραγούδι )

Το αρκαλοχώρι από ψηλάΟ Κωστής Μπογιατζάκης ή Αρκαλοχωρίτης (1836-1901) έδρασε στην περιοχή της Μεσαράς και στο Μονοφάτσι, προκαλώντας σοβαρά προβλήματα στους Τούρκους. Στην επανάσταση του 1878 σκότωσε στον Πανασό Καινουργίου τον Τούρκο Μαρκαμέτη ή Μεϊμάντ Αγά.

Στην παραλλαγή που παρουσιάζεται εδώ , Ο Μεϊμέντ Αγάς ονομάζεται Αμέντ Αγάς και αναφέρεται σε μια ατυχή προσπάθεια των Τούρκων να σκοτώσουν τον Μπογιατζάκη .

Ο Μακραμέτης ήταν από το Δωράκι, το οποίο ήταν Τουρκοχώρι. Ο αγροφύλακας του πήγαινε τα άλογα και ο Μακραμέτης τα χτυπούσε. Μια μέρα ο αγροφύλακας λέει στο Μακραμέτη: «καμιά φορά θα σου πιω το αίμα» και ο Μακραμέτης του απαντά: «εσύ βρε Κωσταντή θα μου πιείς το αίμα?» . «Εγώ», του απαντάει ο αγροφύλακας.

Μια μέρα ο αγροφύλακας με κάποιους άλλους του έστησαν καρτέρι στη Χαλέπα και τον σκότωσαν. Ο αγροφύλακας του έκοψε το κεφάλι, το έβαλε το ντουρβά και το πήγε στον καπετάν Γιάννη, στον Άγιο Νικόλαο, κοντά στο Χάρακα εκεί που ήταν το χωριό του. Άφησε το ντουρβά πάνω στο τραπέζι και λέει στην καπετάνισσα: «Φέρε μια καρπούζα από το ντουρβά» Ο καπετάν Γιάννης λέει: «Τέτοιο καιρό καρπούζα?». Τότε η καπετάνισσα πάει το ντουρβά και βλέπει το κεφάλι του Μακραμέτη. Ο καπετάν Γιάννης λέει ευχαριστημένος στον αγροφύλακα: «Χάρισμά σου τα λεφτά που μου χρωστείς, αφού σκότωσες το Μακραμέτη».

σ.σ. προφανώς ο αγροφύλακας ήταν ο Αρκαλοχωρίτης

Α

Σα σκοτεινιάσ’ η Ανατολή, σα σκοτενιάσ’ η Δύση,

αφρουκαστείτε να σας πως για τον Αρκαλοχωρίτη,

που τέθοιον άντρα ξακουστό δεν ήβγαλ’ άλλο η Κρήτη.

Απάνω απ΄ τη Λιγόρτυνο , απού ‘ ν ΄το πεζαράκι,

εκειά μαζώχτηκ’ η τουρκιά κι ούλο το μπαϊράκι .

Κι ένας αγάς καυχήθηκε , πως είναι μ-παλικάρι,

του Κωσταντή τη γ- κεφαλή αργά θα του τη μ-πάρει.

-Κάμε το συ, Μεμέτ Αγά, κι α΄ ν-το ΄χει ο Θιος γραμμένο,

θα πάρεις το μουλάρι σου λοϊγγια φορτωμένο.

Τέσσερις Τούρκοι του ‘κλουθούν και πάνε στα Πρωτόργια

κι τρεις εξεχωρίσανε να πάνε χώργια χώργια.

-Κατέβα κάτω , Κωσταντή , να κάμομε τσιγάρο ,

από το γ-Καστρινό καπνό απού ΄χω να φουμάρω.

-Δεν κατεβαίνω Αμέντ Αγά γιατί σαι καβαλάρης ,

ξεπέζεψ΄ από τ΄ άλογο , αν είσαι μ-παλικάρι.

Και ξεπεζεύγει τ΄ άλογο να κάμουνε τσιγάρο

κι αρχίνηξ΄ ο Αμέντ Αγάς κι ήλεγε το ΄να τ΄ άλλο.

-Να σε ρωτήξω , μπρε Κωστή , μα πε μου την αλήθεια,

Εις το μ-προχθεσινό καυγά, σα μ-πόσοι ΄σκοτωθήκα?

-Μα δε γ-κατέχω ,Αμέντ αγά, σα μ-πόσοι σκοτωθήκα

και Μεσαρίτες ήτονε και φύγανε τη νύχτα.

-Να σε ρωτήξω ,μπρε Κωστή , το μαύρο γ-καβαλάρη,

που μπαίνει μέσα στη ν-τουρκιά κι ορμά σα ν-το λιοντάρι.

-Ο Κρουσανιώτης ήτονε ο Καπετάν Μανόλης

απού τον-ε τρομάσουνε οι Μεσαρίτες όλοι.

-Να σε ρωτήξω , μπρε Κωστή , δείξε μου τ΄ άρματά σου,

γιατί δροικώ τα λόγια σου και σπω τα δάκρυά σου.

-Δε ν-το ΄χω ,αφένταγά , καλό να δίνω τ΄ άρματά μου,

εκειά ΄χω την υπόληψη κι όλη την αντρειά μου.

-Δώς μου Κωστή , τη χέρα σου να σ΄ αποχαιρετήξω ,

στη Μεσαρά πάει τ΄ ορντού , να πχηαίνω , μην αργήσω.

Και δίνει ν-του τη χέρα ν-του να τον ε-χαιρετήξει ,

του μελτινιού ‘ δωκε φωθιά, το γ-Κώστα να κεντήσει.

Κι η μπάλα πάει ξέφουρτσα από το γόνατο ν-του

κι αμέσως εκατάλαβε ο Αγάς το σκοτωμό ν-του.

-Αγάλια αγάλια, Αμέντ Αγά, σαν έχεις ΄τσα τερτίπι,

να τον –ε ιδείς το γ-Κωσταντή τον Αρκαλοχωρίτη.

Και παίζει ν-του μνια ν-τουφεκιά στη δεξιά κουτάλα

κι αμέσως τον εξάπλωσε στ΄ αλόγου ν-του τη σκάλα.

Και δευτερώνει ν-του άλλη μνια απανωθιός στο μπέτη

………………………………………………………..

Κι όντε ν-επήγε στη ν-τουρκιά το άσκημο χαμπέρι,

ο ήλιος εσκοτείνιασε κι ας ήντο μεσημέρι.

-Αντέστε να πα ‘ πχηαίνομε, να πάμε στα παιδιά μας,

γιατί θα ν-‘ έρθει ο Κωταντής να γδάρει τη μ-προβγιά μας.

Καλά το λένε οι ρωμνιοί και φανερό ΄ναι πούρι

πως δε θ΄αφήσει ο Κωσταντής μουδέ κουτσό γαϊδούρι.

Β

-Κατέβα, καπετάν Κωστή , να κάμομε τσιγάρο

από τον καστρινό καπνό , απού ΄χω και φουμάρω.

-Δεν  κατεβαίνω , αφένταγά , γιατί ΄σαι καβαλάρης ,

γιατί φοβούμαι και δειλιώ τ΄ άρματα μη μου πάρεις.

-Μωρέ, κατέβα , Κωσταντή , μην είσαι κουρκουζάνης ,

δώσε μου τ΄ άρματα να δω πως παίρνουμε φωτιά.

-Δεν το ΄χω , αφενταγά , καλό να δίνω τ΄ άρματά μου,

εκειά ‘χω την υπόληψη κι όλη την αντριγειά μου.

-Δώσε μου τη χέρα σου να σ΄ αποχαιρετήσω.

-Άμε στο καλό, αφένταγά, σαν το ΄χεις το τερτίπι,

να τονε δεις τον Κωσταντή τον Αρκαλοχωρίτη.

επιμέλεια: IScreta.gr

Πηγή: Δημοτικά τραγούδια στη Μεσαρά- Ανδρέας Λενακάκη





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.