Ο Aριστείδης Xαιρέτης, ο ξακουστός Γυαλάφτης των Aνωγείων, μιλάει με μαντινάδες για τις γυναίκες, τη ζωή και τον θάνατο
Την τελευταία φορά που πήρα τον δρόμο για τα Ανώγεια χάθηκα. Πέρασα τη διασταύρωση στην Εθνική χωρίς να το καταλάβω και έτσι αναγκάστηκα να περιπλανηθώ στον Ψηλορείτη και να μπω στα Ανώγεια από τα βουνά. Ο Γυαλάφτης με περίμενε μόνος στο Μεϊντάνι. Οι πόρτες των καφενείων ήταν ανοιχτές. Το ίδιο και της εκκλησίας. Ήταν όμως μεσημέρι, ο τόπος ησύχαζε και μόνο δυο γέροι με στιβάνια και μαύρα πουκάμισα μετρούσαν στη σκιά τις χάντρες από τα κομπολόγια τους. Άνοιξε τα χέρια του και με αγκάλιασε. Τον είχε στενοχωρήσει η άδικη περιπλάνησή μου στα βουνά. «Απέφυγα τις πυροβολημένες ταμπέλες», του είπα, δείχνοντας αόριστα προς την «επίσημη» είσοδο του χωριού. Γελάσαμε. Κάπως έτσι, με γέλια, θα πρέπει να ήταν και η πρώτη συνάντησή του, με τον Χατζιδάκι, στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Ίσως όμως τότε ο Αριστείδης να ντράπηκε να αγκαλιάσει τον Μάνο.

«Έχουν μια ιδιαιτερότητα τα Ανώγεια. Δεν μπαίνουν σε καλούπια. “Ένα πανεπιστήμιο αλλιώτικο για μένα, την πέτρα κάνουμε χαρτί και την αγάπη πένα”» λέει ο Αριστείδης Χαιρέτης, ο Γυαλάφτης, για τον τόπο του
«Πάμε να φάμε το αντικρυστό;» με προέτρεψε. Εγώ βιαζόμουν να βυθιστώ στον γλυκόπικρο κόσμο των μαντινάδων του, αλλά αυτός ήθελε να με «μετρήσει». Το βραδάκι μάς βρήκε σπίτι του να αναπνέει βαθιά και να απαντάει τραγουδιστά στις απορίες μου. Απέναντί του η Δέσποινα τον παρακολουθούσε αμίλητη αλλά χαμογελαστή. Διευθύντρια στο Λύκειο Ανωγείων η κυρά του. Ούτε που τη ρώτησα, όμως, πώς βρέθηκε παντρεμένη με αυτόν τον Ανωγειανό βοσκό που δεν τέλειωσε ούτε το Δημοτικό.
Ο έρωτας είναι το πρώτο κίνητρο;
– Ίσως, ναι. H γυναίκα είναι μεγάλη δύναμη.
Οι γυναίκες ακούνε τις μαντινάδες;
– Αφού γι’ αυτές βγαίνουν, είναι δυνατόν να μην τις ακούνε;
H μια αφορμή είναι η γυναίκα, η άλλη;
– Ο πόνος.
Γεννάει ο πόνος;
– Πολύ. Μην κάνω την υπερβολή να πω ότι ο πόνος είναι και πιο σπουδαίος από την αγάπη.
Περισσότερο δηλαδή γεννάει ο πόνος από τη χαρά;
– Το ένα βοηθά το άλλο. Μόνο με τον πόνο δεν μπορείς να βγεις στην κορφή ούτε μόνο με τη χαρά. Και με τα δύο περπατείς και βγαίνεις.
Με τις μαντινάδες μεγάλωσες;
– Εδώ κάποτε λέγανε μαντινάδες στα γλέντια, στις παρέες, στους γάμους, στις στενοχώριες και εγώ καθόμουνα και τους άκουγα, ώσπου ένιωσα ένα ηφαίστειο μέσα μου. Ξέσπασε ξαφνικά.
Σχολείο δεν πήγες;
– Πήγα μέχρι την Πέμπτη Δημοτικού, αλλά δεν μ’ άρεσε το διάβασμα. Και μετά ξημερωνόμουνα στους γάμους. Σκουπίζανε οι γυναίκες το πρωί και εγώ ήμουν εκεί. 8 – 9 χρονών παιδάκι.
H οικογένειά σου;
– Βοσκοί. Όλα τα είχα και δεν είχα πράμα.
Και πώς άρχισες να γράφεις;
– Άρμεγα τα πρόβατα ή κοιτούσα τα πουλιά και ερχόταν. Άμα δεν είχα χαρτί, το έγραφα σε μια πέτρα. Τώρα όμως κουβαλώ πάντα χαρτί και μολύβι.
Πώς ήταν τότε η βοσκή; Έφευγες το πρωί και γυρνούσες το βράδυ;
– Ναι και τον χειμώνα φεύγαμε τον Δεκέμβρη και ερχόμασταν τον Απρίλη, τέσσερις μήνες χειμαδιό.
Και την άνοιξη άρχιζαν οι γάμοι και τα γλέντια.
– Οι άνθρωποι τότες χορεύανε για να ικανοποιήσουν τον εαυτό τους. Γλεντούσανε και την στενοχώρια τους. Τώρα τα γλέντια μας δεν έχουν καμία σχέση με τα παλιά. Τώρα είναι μια επίδειξη.
Τώρα ο ένας μοιάζει με τον άλλον.
– Ωραία το είπες, μοιάζει ο ένας με τον άλλον. Στη ζωή όμως δεν υπάρχει ωραίο και άσχημο. Κάθε μοναδικό είναι όμορφο. Και όταν όλα μοιάζουν, είναι άσχημα.
Χωνόσουν στα καφενεία μικρός και παρακολουθούσες τις συζητήσεις;
– Τότε, μέχρι τα 20 δεν μπαίναμε σε καφενεία.
Από πού λοιπόν έπαιρνες την πληροφορία, τη γνώση, να ξεδιαλύνεις τα πράγματα και να τα κάνεις μαντινάδες;
– Αυτά υπήρχαν μέσα μου.
Πώς υπήρχαν μέσα σου; Στο Δημοτικό δεν πήγαινες, εφημερίδες και βιβλία δεν διάβαζες, τηλεόραση δεν υπήρχε, πώς υπήρχαν μέσα σου;
– Μα αυτά τα χαρίζει η φύση, δεν τα χαρίζει το σχολειό. Όλα αυτά είναι προβληματισμοί της ψυχής.

«Το ωραιότερο ταξίδι του κόσμου είναι της αγάπης το ταξίδι», λέει ο Αριστείδης Χαιρέτης
Εκκλησία πήγαινες;
| « |
– Όχι. «Αν με ρωτάς για τον Θεό, δεν ξέρω να απαντήσω, γιατί δεν έτυχε ποτέ στους ουρανούς να ζήσω». Σίγουρα υπάρχει μια ανωτέρα δύναμη, που δεν είμαι εγώ. Τώρα τι είναι; H αγάπη είναι; Ο αέρας είναι; Κανείς δεν ξέρει. Ούτε αυτοί που κάνουν τον Θεό με αυτιά και μύτη και τον καθίζουν στον ουρανό ξέρουν.
Ο Μάνος έλεγε ότι τα Ανώγεια είναι ξεχωριστός τόπος.
– Δεν είναι εγωιστικό να πούμε ναι; Έχουν όμως μια ιδιαιτερότητα τα Ανώγεια. Δεν μπαίνουν σε καλούπια. «Ένα πανεπιστήμιο αλλιώτικο για μένα, την πέτρα κάνουμε χαρτί και την αγάπη πένα».
Και η Κρήτη;
– H Κρήτη είναι οι 4 κολόνες του Ψηλορείτη και επάνω τους πατεί ο κόσμος. Σηκώνει όλον τον κόσμο και δεν κουράζεται.
Πολύ εγωιστικό αυτό.
– Ναι είναι. Αλλά «η ψηλή κορφή έχει την περηφάνια».
Γκρεμίζεται τα τελευταία χρόνια η κορυφή.
– Ναι. Με ραγδαία εξέλιξη.
Γιατί;
– Γιατί φύγανε οι παλιοί.
Πάντα φεύγανε οι παλιοί.
– Ναι, αλλά τώρα αυτοί που αναλαμβάνουνε τα ηνία έχουν λοξοπιστήσει.
Όργανο παίζεις;
– Ποτέ. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να παίζει λύρα και να μη χορεύει.
Χορεύεις δηλαδή;
– Τότες ανακαλύπτω ότι έχω πόδια, τις άλλες μέρες τα έχω για να πηγαίνω σπίτι μου.
Πιστεύεις στην τύχη;
– Στις στιγμές πιστεύω. «Λιγότερο από μια στιγμή, μάτια να κοιταχτούνε, μπορεί να φύγει μια ζωή, να μην λησμονηθούνε».
Αυτή είναι η μαντινάδα που ακούγεται στις «Νύφες» του Βούλγαρη;
– Ναι, ήθελε η Καρυστιάνη η πατριώτισσά σου, μια μαντινάδα για τον χωρισμό. Το είπε στον Λουδοβίκο και ο Λουδοβίκος τής έδωσε ένα από τα παιδιά μου.
Παιδιά σου;
– Όλες παιδιά μου είναι. Μια μια τις φέρνω στη ζωή, τις βλέπω, τις χαϊδεύω, τις έχω στη χούφτα μου λίγη ώρα και τις αφήνω να φύγουν στους ουρανούς, σαν πεταλούδες.
Ο θάνατος σε φοβίζει;
– Δεν με φοβίζει που θα είμαι στο σκότος στον Άδη, αλλά στενοχωρούμαι που δεν θα είμαι στη ζωή να βγάζω μαντινάδες και να χορεύω. Αλλά «ο άνθρωπος εις τη ζωή, όσο ψηλά και αν βγαίνει, ο τάφος είναι χαμηλά και τόνε περιμένει».
Μπαλοθιές παίζεις;
– Όχι βέβαια! Το όπλο δεν ξέρω ούτε να το οπλίσω. «Ήθελα να ‘μαι κυνηγός, από μεράκι μόνο, να φανερώνω τα πουλιά και όχι να τα σκοτώνω».
Ούτε κυνηγός είσαι;
– «Αν κάτεχε ο κυνηγός την ώρα που ξαμώνει,
την ομορφιά της πέρδικας δεν θέλει να την σκοτώνει».
Λεβεντιά τι είναι για σένα;
– Λεβέντης είναι ο άνθρωπος που κτίζει και δεν χαλά.
H λεβεντιά όμως για κάποιους εδώ στην Κρήτη είναι συνδυασμένη με τα όπλα.
– Εννοείς ότι λεβέντες είναι όσοι έχουν όπλα;
Έτσι λένε κάποιοι.
– Άποψή τους και να μας την αποδείξουν. «Πιστόλι εις την μέση μου δεν έβαλα ποτέ μου, γιατί είναι οι μαντινάδες μου οι σφαίρες οι δικές μου».
Για την τιμή τι πιστεύεις, την τιμή του άντρα και της γυναίκας;
– Μήπως δεν είμαι αρμόδιος να απαντήσω; Να λάβω τέτοια ευθύνη;
Εσύ σε ποιες αξίες πιστεύεις;
– Εγώ έχω τις μαντινάδες, έχω τον χορό. Πιστεύω στο δίκιο. H ζωή είναι δίκαια, οι άνθρωποι δεν είναι.
Σ’ ενοχλεί που γερνάς;
– Κάτι μ’ αρέσει και κάτι δεν μ’ αρέσει. Αλλά τι είναι αυτό, δεν ξέρω.
Το «Γυαλάφτης» από πού βγαίνει;
– Ήμουν κοπέλι, κουρεμένο με την ψιλή, με αγκάλιαζε η μάνα μου και μου χάιδευε τα αυτιά που ξεχώριζαν και μού ‘λεγε «γυαλάφτη μου».
Για όλα «φταίει» η μάνα μας, και για τα καλά και για τα κακά.
– Ασφαλώς. «Θεέ μου πώς επεθύμησα της μάνας μου ένα χάδι, γι’ αυτό θα ψάξω να την βρω σαν κατεβώ στον Άδη». Έχω δυο χωράφια, δυο τραπέζια, δυο παιδιά, ακόμη και δύο γυναίκες έχουν κάποιοι. Και πατέρες μπορείς να πεις ότι έχεις δυο ή να έχεις μια αμφιβολία. Μπορείς όμως να πεις έχω δυο μάνες; Υπάρχει και ένα πράγμα στη ζωή που δεν μπορείς να πεις ψέματα. Αυτή είναι η μάνα.
Ανήκουμε σε κάποιον;
– Νομίζω όχι. Άλλο αγαπιόμαστε και άλλο «είμαι δικός σου». «H αγάπη είναι άρχοντας στον κόσμο τον απάνω και αφού την έχω αφεντικό, ό,τι μου πει θα κάνω».
Και η απιστία;
– Τι θα πει απιστία; Ο δρόμος, είναι ανοιχτός να κάνεις έρωτα μ’ όποιαν γυναίκα θέλεις. Δεν μπορείς όμως να αγαπάς ταυτόχρονα δυο ανθρώπους.
Σου λείπει κάτι;
– Μου λείπουν τόσα πολλά, που δεν μπορώ να τά ‘χω και δεν τα σκέφτομαι, έτσι τα έχω όλα. Αν αγαπάς τον εαυτό σου, μια ρώγα τρως και χορταίνεις. Αν αγαπάς όμως τα πολλά καράβια, δεν φχαριστιέσαι τίποτα. «Φεύγει η ζωή και χάνεται και δεν γιαγέρνει φως μου και εσύ θαρρείς πως θα γενείς κατακτητής του κόσμου».
Θα ήθελες να ξαναζήσεις μια μέρα από το παρελθόν;
– Ναι, να φύγω χωρίς προορισμό. Όπως έφευγα πολλές φορές με οδηγό την αγάπη.
Πού πήγαινες; Έχεις ταξιδέψει;
– Όχι. Το ωραιότερο ταξίδι του κόσμου είναι της αγάπης το ταξίδι. Ξέρεις τι είναι να βρέχεσαι στα όρη και να έχεις την αγάπη σου ή να σε ψάχνει αυτή; Άλλο πράμα δεν θέλεις.
Τηλεόραση βλέπεις;
– Καθόλου.
Με τα πολιτικά ασχολείσαι;
– Όχι. Οι παππούδες μου, η μάνα μου ήταν κεντρώοι και εγώ τώρα είμαι ΠΑΣΟΚ.
Παντού υπάρχουν καλοί.
– Και κακοί. Χρειάζονται όμως και αυτοί. Άμα γεννούμε όλοι καλοί, θα πρέπει να βρούμε άλλα πράγματα να τσακωνόμαστε.
Γιατί υπάρχουν τόσες μαντινάδες για τον χωρισμό;
– Γιατί με τον χωρισμό ανακαλύπτεις αυτά που είχες. Ίσως τελικά οι άνθρωποι να βλέπουμε πιο καλά μακριά και όταν έχουμε κάτι δίπλα μας να μην το εκτιμούμε.
Τον Ξυλούρη τον θυμάσαι;
– Ποιος τον ξέχασε για να τον ξεχάσω κι εγώ; H μάνα του και η μάνα μου είναι πρώτες εξαδέρφες.
Από όλους τους σπουδαίους που γνώρισες, ποιος σού έκανε ξεχωριστή εντύπωση;
– Ο Μάνος, τον γνώρισα το ’89 που έκανε με τον Κλάδο τις μουσικές γιορτές στα Ανώγεια. Του άρεσε η μαντινάδα που λέει: «Δυο αγάπες εμεγάλωσα με των ματιών μου δάκρυα, εγώ περίμενα ανθούς και εσύ πετάς αγκάθια».
Άλλος μεγάλος;
– E, δεν εγνώρισα και πολλούς. Στον Γκάτσο μού είπαν ότι άρεσε αυτή που λέει: «Από τον περυσινό σεβντά εκατόρθωσα και βγήκα, μα εγώ δε ζω χωρίς σεβντά και σε καινούργιο μπήκα».
Θα μου δώσεις μια μαντινάδα – συμβουλή να πορεύομαι;
– Στο κάτω κάτω της γραφής, όλα δεν είναι πράμα, αφού ‘ναι τόσο να κοντά, το γέλιο με το κλάμα.
Τραγουδώντας τη ζωή σε… «Λιγότερο από μια στιγμή»
Οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης δεν βγάζουν λογοτεχνικά βιβλία, αλλά για τον Γυαλάφτη έκαναν μια εξαίρεση και κυκλοφόρησαν ένα βιβλίο με μαντινάδες του. Τους το σύστησε ο Μήτσος Σταυρακάκης, μαντιναδολόγος και αυτός, «αλλά διανοούμενος» (έτσι μου τον ανέφερε ο Αριστείδης). Χόρευε ο Σταυρακάκης και άκουσε μια μαντινάδα του. «Nα ‘βανα τις πλεξούδες σου μια νύχτα μαξιλάρι και ας είχε ‘ρθεί την ταχινί ο χάρος να με πάρει». Το επόμενο πρωί πήγε σπίτι του και από τις χιλιάδες μαντινάδες που βρήκε «χυμένες» σε σχολικά τετράδια, διάλεξε διακόσιες. Το ίδιο έκανε προ ημερών και ο Λουδοβίκος. Και με την έναρξη των «Υακινθείων» στις 30 του μήνα θα κυκλοφορήσει στα Ανώγεια, από τις Εκδόσεις Σείστρον, το νέο βιβλίο του Γυαλάφτη, «Λιγότερο από μια στιγμή».

Συνέντευξη στο Σταύρο Θεοδωράκη,
στην εφημερίδα ”ΤΑ ΝΕΑ”
τον Ιούλιο του 2006.








