Το πρωί της Καθαρής Δευτέρας καθαρίζονται τα πιάτα και όλα τα σκεύη καλά -καλά να φύγουν όλα τα απομεινάρια που έχουν ελεριά . Σε ορισμένα μέρη της Κρήτης όπως το Βενεράτο, το τυρί που περίσευε από την Τυρινή η νοικοκυρά το φυλούσε και το έπαιρνε μαζί της στην Ανάσταση και όταν ο παππάς έλεγε το Χριστός Ανέστη , το μοίραζε στους συγγενείς να μη βγάλουν Καλογέρους (δοθιήνες).
Το ψωμί της μέρας ζυμώνεται νηστίσιμο σαν τ΄ άζυμα της Παλαιάς Διαθήκης. Η λαγάνα.
Το πρωί της Καθαράς Δευτέρας αλείφουνε τις παλάμες με λάδι και μουζουδιά από το τσικάλι και μουζώνουνε όποιον βρουν μπροστά τους.
Σε άλλες περιοχές τα μουζωμένα χέρια τα έσφιγγαν γροθιά , δεν προδίδανε το μυστυκό μέχρι να συναντήσουν τον τυχερό που θα το ακούσει.
« Καλώς το και καλώς μου το, πως το παχύνανε τα φαητά των Αποκράδω
Εφούσκωσες μάγουλα, εκατέβασες προγουλάκια , εγυάλισε το κούτελό σου»
Να βρούμε ένα μέρος εξοχικό ν΄ ανοίξουμε τη Σαρακοστή….
Τα απομεινάρια της προηγούμενης μέρας τα θάβανε και μοιρολογούσαν:
Ο Κρέως εξεψύχησε κι ο Τύρος αποθαίνει,
Και ο καημένος ο Κουκάς , εις το τραπέζι μπαίνει.








