Η παραγγελιά
Πήρε βουλή ένας άγουρος, να κατεβεί τον άδη,
να παίξει μια του Χάροντα, τ΄ανάστρουφα να πέσει
και να του πάρει τα κλειδιά να διπλοξεκλειδώσει
του κάτω κόσμου τα κελλιά να μπει διαγουμίσει!
Μια μάνα τον αγροίκησε, παραγγελιά του κάνει:
-Αν εί΄και πας, την κόρη μου, πίσω να μου γιαγείρεις,
που μίσεψε και μού΄φηκε στη μέση τ΄αργαστήρι
και δε χτυπά το πέταλο και σώπασε η σαϊτα
και τα προυκιά πομείνανε μεσοξετελεμένα.
Θέλουν οι μπόλιες κέντισμα και κρόσσα τα μαντήλια
και τα προσώμια ξόμπλιασμα κι οι πατητές μαργέλι,
θέλει κι η περαμάτιση δυο λιγαδούρες όργο.
-Πού δα τη δω την κόρη σου και πώς θα τη γρωνίσω,
απού΄ν το μέρος σκοτεινό κι άβολος είν΄ο τόπος;
Κι απηλογάται΄- ως κατεβείς, δα στέκει πρώτη – πρώτη΄
δεν είναι οχτώ που μίσεψε, τα νηάμερα τση κάνω!
`
Γλωσσάριο
πήρε βουλή: σκέφτηκε, αποφάσισε
παίξει: χτυπήσει, πυροβολήσει ,ρίξει
τ΄ανάστρουφα: ανάστροφα, ανάποδα, ανάσκελα
γιαγείρεις: επιστρέψεις, γυρίσεις πίσω
μού΄φηκε: μου άφησε
μισοξετελεμένα: μισοτελειωμένα
προσώμια[προσώμι, το]: βάτα για να ακουμπήσει η στάμνα στον ώμο
λιγαδούρες, οι: μέτρο για νήμα υφαντικής
γρωνίσω: γνωρίσω
Γλωσσάριο-επιμέλεια: Γιώργος Καρτάκης poiein.gr








