κουκιά

<Το κουκί και η φαφούτα>


Μπαίνει η γρά στ’ αλώνι, κι ανεβαίνει στο βολόσυρο, κουκιά ‘λωνίζουν, βάνει να κουκί στο στόμα τση, πάει το μπρός, πάει το πίσω, πάει το δεξά, πάει το και ζερβά, το κουκί δε παλαίνει, κάτω δε πάει.
Θωρεί τη η νύφη τση, λέει τα΄αντρός στη:
-Βγάλε μπρέ τη μά σου από τ’ αλώνι, ε δα μας αφήσει κουκιά.!
Πάει ο γιός, λέει τσή γράς:
– Εβγα μπρέ μά, για θα σε φάει ο ήλιος.
– Ε μπρέ παιδί μου δε με πειράζει μένα ο γήλιος, μά βαλα να κουκί στο στόμα μου
κιε δυό ώρες εδά δε παλαίνει, δε πάει κάτω…
Τα΄ακούει η νύφη τση κι λέει:
-Άστηναι – άστηναι, άστη γρά να αλωνεύγει.
Κι έκατσε η γρά φαφούτα στο βολόσυρο.

 

κουκιά

Κώσταινα (Ελένη Κωνσταντίνου Αγγελάκη).

αρχείο:Χρύσανθου Αγγελάκη





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.