Ο κρητικός γάμος

Μια φορά και έναν καιρό στην Κρήτη, ο γάμος γινότανε αλλιώς.
Οταν ο νιος αισθανόταν ότι είναι έτοιμος να παντρευτεί και είχε δει την κοπελιά που του άρεσε, έστελνε προξενητή να το πει στον πατέρα της. Αν ο μπαμπάς της υποψήφιας δεχόταν, τότε συναντιόταν στο σπίτι τη νύφης και το “κουβεδιάζανε” όλοι μαζί.
Εφόσον συμφωνούσαν για όλα και την προίκα που έπαιρνε ο γαμπρός, τότε εκείνος πρόσφερνε ένα δαχτυλίδι στην κοπελιά. Η κοπελιά από μέρος της όταν έφευγε ο γαμπρός κρεμούσε στον ώμο του μία ωραία πετσέτα ως απόδειξη σαν γύριζε στο σπίτι του, ότι “έδωσε λόγο”. Μετά περίπου από ένα μήνα ο γαμπρός με την οικογένειά του πήγαινε στο σπίτι της νύφης με δώρα και κουφέτα για να γίνει ο αρραβώνας. Εκεί είχαν μαζευτεί οι συγγενείς, οι φίλοι της νύφης και γλεντούσαν για το γεγονός. Τότε αποφασιζόταν το πότε θα γίνει ο γάμος.
Ο γαμπρός ετοίμαζε το σπίτι του και η νύφη τελείωνε την προίκα της. Στο διάστημα αυτό ο γαμπρός επισκεπτόταν τη νύφη πάντα όμως με παρουσία των γονιών της για να μην μπορεί να τη φιλήσει. Την τελευταία εβδομάδα πριν το γάμο, η νύφη καλούσε τις φίλες της να θαυμάσουν την προίκα που είχε απλώσει στο σπίτι. Οι προετοιμασίες του γαμπρού επίσης ξεκινούσαν εντατικά από τη  Δευτέρα της τελευταίας εβδομάδας. Οι νοικοκυρές μαζεύονταν και ζύμωναν τα χαλάκια (μαλακά παξιμάδια) και τα ψωμιά. Στη συνέχεια έφτιαχναν τα ξεροτήγανα και βοηθούσαν στις δουλειές έτσι ώστε το Σάββατο να ήταν όλα έτοιμα.
Το Σάββατο ξεκινούσε η παρέα του γαμπρού “οι προικολόγοι”, με άλογα ή μουλάρια, για να πάρουν την προίκα της νύφης. Οταν φορτώνανε τα προικιά στα άλογα πάνω πάνω βάζανε τα πιο όμορφα στολίδια για να τα καμαρώνουν απ’ όπου περνούσαν. Φεύγοντας τραγουδούσαν

«επήραμέ τα τα προυκιά
τα χρυσοστολισμένα
απού τα ξετελεύανε
χέρια μαλαματένια…».

Φτάνοντας στο σπίτι του γαμπρού οι συγγενείς και οι φίλοι ξεφόρτωναν την προίκα και στολίζανε το σπίτι του. Οι ανύπαντρες κοπέλες στρώνουν το νυφικό κρεβάτι, αφού ρίχνουν πάνω ρύζι και χρήματα. Το στρώνουν, το ξεστρώνουν και ρίχνουν ένα αγόρι πάνω στο κρεβάτι για ν’ αποκτήσει το αντρόγυνο αγόρια.
Με κουφέτα γράφανε το αρχικό γράμμα του ονόματος του γαμπρού και της νύφης πάνω στο κρεβάτι. Στο τέλος, οι ανύπαντρες κοπελιές παίρνανε κουφέτα, τα βάζανε στο μαξιλάρι τους από κάτω για να δουν στον ύπνο τους τον άντρα που θα παντρευτούν κατά την παράδοση.
Αργότερα έφταναν οι συγγενείς με τα κανίσκια τους, ο πρωτοκούμπαρος με την παρέα του, οι χωριανοί, οι φίλοι. Τότε ξεκινούσε το γλέντι και τα αστεία, σκίζανε τα πουκάμισα του γαμπρού, του κόβανε την γραβάτα που φορούσε και διασκεδάζανε μέχρι την Κυριακή το μεσημέρι που ξεκινούσαν για να πάρουνε τη νύφη. Οι φίλοι στόλιζαν το γαμπρό και στο άλογο τού έβαζαν το μπαϊράκι (σημαία) με λουλούδια. Φεύγοντας, λέγανε το ριζίτικο: “Δώσε μου μάνα την ευχή να ξεκινήσει ο γάμος…”.
Στο σπιτικό της νύφης, επίσης, γλεντούσανε από το Σάββατο μέχρι την Κυριακή που ξεκινούσαν οι φίλες να στολίζουν τη νύφη τραγουδώντας ωραίες μαντινάδες: «Νύφη στο σπίτι που θα πας, στα ανώγεια στα κατώγια, την πεθερά σου ν’ αγαπάς και να ‘χεις λίγα λόγια», «Νύφη στο σπίτι που θα πας, στο πρώτο ζυμωτό σου, ζάχαρη να ‘ναι τ’ αλεύρι σου και μέλι το νερό σου».
Ο μάγειρας και οι βοηθοί του ετοίμαζαν το βραστό και το πιλάφι για να υποδεχτούν το γάμο. Όταν έφτανε η παρέα του γαμπρού στο σπίτι της νύφης τραγουδούσαν «Μηνάς μου κόρη και έρχομαι και τι να βάλω να ‘ρθω…». Στρώνανε το τραπέζι και τα κορίτσια συνέχιζαν να τραγουδούν μαντινάδες «Γαμπρέ τη νύφη ν’ αγαπάς να μην την εμαλώνεις στο καναπέ που κάθεται να την εκαμαρώνεις», «Η νύφη μας είναι καλή και καλαναθρεμμένη να μη μας τη μαλώνετε καινουργιοσυμπεθέροι» και άλλες πολλές.
Η στέψη του αντρόγυνου γινόταν στην αυλή του σπιτιού, ο κουμπάρος άλλαζε τα στέφανα δίνοντας τα δώρα του. Όταν τελείωνε ο γάμος τ’ αδέρφια του γαμπρού πέρνανε τη νύφη, τη βοηθούσαν να καθίσει στο άλογο που ήταν στολισμένο με πολλά λουλούδια και κρεμούσαν μια κουλούρα στολισμένη στο μπαϊράκι.
Φεύγοντας η παρέα του γαμπρού τραγουδούσε «Επήραμε την πέρδικα την πεντοπλουτισμένη κι αφήκαμε τη γειτονιά σα παραπονεμένη» και «Έχετε γεια βασιλικοί και βιόλες ανθισμένες και κοπελιές ανύπαντρες του χρόνου παντρεμένες».
Περνώντας από τις γειτονιές ράντιζαν τον γαμπρό και τη νύφη με ρύζι και λουλούδια και παιδιά μοίραζαν καλαθάκια με λουλούδια στους γαμουλιώτες. Φτάνοντας στου γαμπρού το σπίτι τραγουδούσανε «Πρόβαλε μάνα του γαμπρού και πεθερά της νύφης…».

Η πεθερά έβγαινε έξω κρατώντας ένα πιάτο με μέλι και καρύδια, κερνούσε τη νύφη και τον γαμπρό, οι οποίοι έκαναν ένα σταυρό στην πόρτα, ύστερα η νύφη πετούσε ένα ρόδι με δύναμη για να σκορπίσει όπως το ρόδι η ευτυχία και έτσι πρώτα η νύφη μετά ο γαμπρός έμπαιναν μέσα. Οι καλεσμένοι που δεν είχαν πάει στο σπίτι της νύφης, περνούσαν με τα δώρα τους και ευχόταν στο ζευγάρι να ζήσει ευτυχισμένο.
Οι τάβλες ήταν στρωμένες με τσικουδιά και καλορίζικα, ταυτόχρονα ετοιμαζόταν το βραστό με το πιλάφι. Τότε ξεκινούσαν και το τραγούδι της τάβλας “Τρώτε και πίνετε άρχοντες και εγώ θα σας διηγούμαι…”
Μετά είχαν σειρά τα κρητικά μουσικά όργανα και λέγανε «Σήμερα γάμος γίνεται σε ωραίο περιβόλι, σήμερα αποχωρίζεται η μάνα από την κόρη…».
Άρχιζε ο χορός της νύφης, πρώτα τη χόρευε ο γαμπρός, μετά ο πεθερός, η πεθερά, τ’ αδέρφια και οι στενοί συγγενείς. Στη συνέχεια γινόταν ο χορός που οι κουμπάροι χόρευαν τη νύφη. Η νύφη κρατούσε ένα ωραίο μαντίλι και ο τελευταίος που τη χόρευε της το έπαιρνε. Το γλέντι συνεχιζόταν, μετά τα μεσάνυχτα πρόσφερναν κρέας στη σούβλα. Κάπου τότε ερχόταν και οι “αντιχαριώτες”, οι γονείς της νύφης με την παρέα τους, κρατώντας τα δώρα τους (κρέας, ξεροτήγανα, χαλάκια), τους έστρωναν τραπέζι και γλεντούσαν μαζί μέχρι τα ξημερώματα όπου και έφευγαν.
Τη Δευτέρα το πρωί, στρώνανε με την προίκα της νύφης τα τραπέζια και τρώγανε οι κουμπάροι τη σούπα.
Το γλέντι συνεχιζόταν, τα αδέρφια του γαμπρού και οι γείτονες καλούσαν τους νεόνυμφους και τους κουμπάρους τους “κάνανε” τραπέζι σπίτι τους με πολύ φαγητό, κρασί και τραγούδι.
Τη Δευτέρα το απόγευμα η νύφη έπαιρνε την κουλούρα και μαζί με την παρέα της πήγαινε στη βρύση του χωριού, την σταυρώνανε, την έκοβε και την μοίραζε. Το βράδυ γινόταν το τελευταίο τραπέζι.
Φεύγοντας δίνανε στον πρωτοκούμπαρο δώρα (πετσέτες, κουλούρα, κρέας, ξεροτήγανα) στους γαμουλιώτες ο γαμπρός και η νύφη ζητούσαν τα μαντήλια τους και τα γέμιζαν με ξεροτήγανα, αλμυρά φιστίκια και ένα κουλούρι όπως συνηθιζόταν.
Καθώς φεύγανε τραγουδούσαν «Εχετε γεια βασιλικοί και βιόλες ανθισμένες και κοπελιές ελεύθερες κι εσείς οι παντρεμένες».
Και ζούσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!!

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΝΙΚΟΣ ΣΟΛΑΝΑΚΗΣ – Μαθητές Μουσικοχορευτικού Συλλόγου “ΖΑΛΟΣ”

 

.haniotika-nea.





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *