Ελένη Αλταμούρα, η ζωγράφος που ντύθηκε άντρας, «ΕΛΕΝΗ Ή Ο ΚΑΝΕΝΑΣ» της Ρέας Γαλανάκη

 

Φωτογραφία της Ελένης Αλταμούρα-Μπούκουρα

Η πρώτη γυναίκα που κατόρθωσε να μπει στο αντρικό άβατο των καλλιτεχνικών Ακαδημιών της Ιταλίας!
Στο ιστορικό νησί των Σπετσών έζησαν δυο εκπληκτικές γυναίκες. Η μία είναι η πασίγνωστη ηρωίδα, η Μπουμπουλίνα και η άλλη η ζωγράφος Ελένη Αλταμούρα, λιγότερο γνωστή βέβαια αλλά με εξίσου εντυπωσιακή πορεία ζωής.
Έζησε και μεγάλωσε κι αυτή σε μια κοινωνία συντηρητική όπου ο ρόλος της γυναίκας ήταν να ζει υποταγμένη. Το πάθος όμως της Ελένης να προχωρήσει και να καλλιεργήσει το ταλέντο της στη ζωγραφική ήταν τόσο έντονο που νίκησε όλα τα εμπόδια και έλαμψε. Έλαμψε με την αισθητική της όσο και με την καλλιέργειά της. Η Ελένη Αλταμούρα ήταν η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος μετά το ’21.

Γεννήθηκε στις Σπέτσες κατά το 1821. Το επώνυμο Αλταμούρα ανήκει στον Ιταλό σύζυγό της, ο οποίος είχε ελληνική καταγωγή. Το επώνυμο του πατέρα της ήταν Μπούκουρης. Η Ελένη ξεχώριζε από τα άλλα της αδέρφια, δυο κορίτσια κι έναν αδερφό. Είχε μια ανεξάρτητη καλλιτεχνική ψυχή και τρομερή παρατηρητικότητα. Ο Ιωάννης Μπούκουρης, ο πατέρας της, κατάλαβε ότι στις Σπέτσες δεν μπορούσε να μορφώσει τα παιδιά του. Γι΄ αυτό τα έγραψε σ’ ένα γαλλικό σχολείο στο Ναύπλιο και αργότερα μετακόμισε στην Αθήνα όπου έβαλε τις κόρες του σε κάποιο παρθεναγωγείο.

Από αυτές τις κινήσεις του πατέρα αλλά και από άλλες που θα δούμε παρακάτω καταλαβαίνουμε πόσο προοδευτικός ήταν για την εποχή του και πόσο καλλιεργημένη ψυχή είχε. Ήθελε, και επεδίωξε, να καλλιεργήσει το νου και την ψυχή των παιδιών του με όλους τους δυνατούς τρόπους. Υπόδειγμα πατέρα υπήρξε ο Ιωάννης Μπούκουρης γιατί προσπάθησε με όποιο τρόπο ήταν δυνατόν εκείνη την εποχή να διευρύνει τους πνευματικούς ορίζοντες των παιδιών του, να δυναμώσει την αντίληψή τους, να αναπτύξει την κρίση τους, να πολλαπλασιάσει τα ενδιαφέροντά τους, να ευαισθητοποιήσει την ψυχή τους.

Στο παρθεναγωγείο, όπου σπούδαζε, η Ελένη εκδήλωσε το πάθος της για τη ζωγραφική. Όταν το αντιλήφθηκε ο πατέρας της αποφάσισε να πάρει δασκάλους στο σπίτι για να τη μυήσουν στα μυστικά της ζωγραφικής τέχνης.
Ο Ιταλός ζωγράφος Τσέκολι βοήθησε πολύ τη Σπετσιώτισσα ζωγράφο να αναπτύξει το φυσικό της χάρισμα. Μια μέρα λοιπόν είπε στον πατέρα της ότι η μαθήτριά του τον έχει όχι μόνο φτάσει αλλά και ξεπεράσει!
Ο Ιωάννης Μπούκουρης ακούγοντας τα λόγια του Ιταλού ζωγράφου αποφάσισε να πάει την κόρη του στην Ιταλία για να συνεχίσει εκεί τις σπουδές της.
Βασικός εμψυχωτής λοιπόν της Ελένης υπήρξε ο πατέρας της, ο οποίος είχε καλλιτεχνική ψυχή. Λίγοι γνωρίζουν ότι αυτός έχτισε το πρώτο θέατρο στην Αθήνα, το «Θέατρο Μπούκουρα», το οποίο γκρέμισαν μετά από χρόνια κι απόμεινε στη θέση του μια πλατεία γνωστή ως «Πλατεία Θεάτρου».

Είναι πράγματι θαυμάσιο και μας εκπλήσσει το ότι ο πατέρας της Ελένης θέλησε να δώσει στην κόρη του πράγματα αδιανόητα για εκείνη την εποχή και με τη νοοτροπία που επικρατούσε σχετικά με τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Αυτός ο απλός άνθρωπος είχε καταλάβει ότι η τέχνη ανακουφίζει, λυτρώνει, διδάσκει, μορφώνει, εξευγενίζει, ωριμάζει. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί πως θα καλλιεργούσε ακόμη περισσότερο το ταλέντο της κόρης του και δε θα προσπαθούσε να το καταπνίξει!

Κι έτσι ένα πρωινό του Απρίλη του 1848, πατέρας και κόρη έπλεαν μ’ ένα μικρό ιστιοφόρο προς τις ακτές της Ιταλίας. Η Ελένη, φτάνοντας στη Ρώμη, ήταν ντυμένη με αντρικά ρούχα, είχε τα μαλλιά της κομμένα αντρικά και ύφος αγορίστικο. Τη βοηθούσε και το παρουσιαστικό της σ΄ αυτή τη μεταμφίεση μια και της Ελένης τα χαρακτηριστικά ήταν αδρά, το σώμα της αδύνατο χωρίς καμπύλες και η έντονη έκφρασή της σχεδόν αρρενωπή. Δεν ήταν όμορφη αλλά πολύ συμπαθητική.

Όλη αυτή η αλλαγή έγινε γιατί η Σπετσιώτισσα ζωγράφος και ο πατέρας της είχαν ενημερωθεί ότι στην Ιταλία οι καλλιτεχνικές Ακαδημίες δέχονταν μόνο άντρες. ( Η σπουδή του γυμνού την οποία ήθελε η Ελένη να διδαχθεί ήταν αυστηρά απαγορευμένη στις γυναίκες ). Παράτολμη η απόφαση που πήρε να ντυθεί άντρας, το πάθος της όμως για τη ζωγραφική ήταν τόσο βαθύ που αγνόησε όλους τους κινδύνους και προχώρησε.

Ο πατέρας της μένει λίγο καιρό μαζί της και στη συνέχεια επιστρέφει στην Ελλάδα. Η Ελένη αρχίζει τις σπουδές της στην καλλιτεχνική Ακαδημία της Ρώμης. Όταν στη σχολή της προκηρύσσεται διαγωνισμός ανάμεσα στα έργα που βραβεύονται είναι και το έργο του Χρυσίνη Μπούκουρη με τίτλο: «Η Απελπισία».

Τον πίνακα αυτόν η Ελένη δεν τον πούλησε αν και της πρότειναν πολύ καλή τιμή για να τον αγοράσουν. Τον έστειλε δώρο στον πατέρα της με αφιέρωση.

Η θαρραλέα ζωγράφος δε ζωγράφιζε μόνο τη φύση. Ζωγράφιζε και την ψυχή της, τα συναισθήματά της, τον πόνο, τη μοναξιά, τους φόβους της. Όσο τα χρόνια περνούν η Ελένη ακούραστη μελετά και σπουδάζει τη ζωγραφική τέχνη. Τις σπουδές της συνεχίζει στη Νάπολη, στη σχολή των Καλών Τεχνών.

Σ΄ αυτή τη σχολή διδάσκει ο καθηγητής Ξαβέριος Αλταμούρας. Ο Αλταμούρας έχει αγαπήσει πολύ το «αγόρι» που ακούει στο όνομα Χρυσίνης Μπούκουρης. Μια αγνή φιλία συνδέει τους δύο νέους.

Στης Ελένης την ψυχή όμως αυτή η φιλία μετατράπηκε σε βαθύ έρωτα. Σε μια εορταστική βραδιά ο «νεαρός σπουδαστής» από την Ελλάδα γνωρίζει μια Ελληνίδα η οποία έχει ωραία φωνή. Όλοι την παρακαλούν να απαγγείλει κάτι ελληνικό. Η Ελληνίδα αποφασίζει να απαγγείλει κάτι το οποίο τυχαίνει να «μιλήσει» στην ψυχή της Ελένης. Η ψυχή της Σπετσιώτισσας εκείνη τη στιγμή δονείται από νοσταλγία για την πατρίδα της, για τον πατέρα της, για τα παιδικά της χρόνια. Ξεχνά πώς είναι ντυμένη, ξεχνά πως τόσα χρόνια προσποιείται τον άντρα, ορμάει στο κορίτσι που μόλις πριν είχε απαγγείλει και αρχίζει να τη φιλά και να κλαίει ασταμάτητα. Όλοι αγανακτούν με τη συμπεριφορά της κι είναι έτοιμοι να της επιτεθούν. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή η Ελένη χωρίς να διστάσει ομολογεί σε όλους ότι είναι γυναίκα και ότι όλη αυτή η μεταμφίεση οφείλεται στο ότι ήθελε να σπουδάσει τη ζωγραφική τέχνη για να μπορεί με τα πινέλα της να εκφράζεται και να εκφράζει τον εσωτερικό της κόσμο.

Το ανώτερο όνειρο της ζωής της, τη μεγάλη της επιδίωξη, τον υψηλό της στόχο, εκείνη τη στιγμή τον εξομολογήθηκε σε όλους τους καλεσμένους της εορταστικής βραδιάς. Η γυναίκα αυτή ψύχραιμα, τολμηρά και θαρραλέα αντιμετώπισε το πλήθος χωρίς να φοβηθεί ή να διστάσει. Ήταν προικισμένη με πολλές αρετές η νεαρή ζωγράφος και όλοι τη θαύμασαν εκείνη τη νύχτα.

Ο Ξαβέριος Αλταμούρας ύστερα από αυτή τη συνταρακτική αποκάλυψη την ερωτεύεται κεραυνοβόλα. Τώρα πια η Ελένη του εκδηλώνει ελεύθερη τον απόλυτο έρωτά της. Παντρεύονται σε λίγους μήνες και αποκτούν τρία παιδιά: τον Ιωάννη, τη Σοφία και τον Αλέξανδρο. Την εποχή του γάμου της πηγαινοέρχεται στο σπίτι του Αλταμούρα μια ωραία Αγγλίδα με την οποία η Ελένη έχει αναπτύξει φιλικές σχέσεις και την εμπιστεύεται απόλυτα. Δυστυχώς όμως ο Αλταμούρας γοητεύεται από την Αγγλίδα σε τέτοιο βαθμό που παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει τη γυναίκα του και τα παιδιά του και να φύγει μαζί της.

Από εδώ και πέρα η ζωή της Ελένης γίνεται τραγική. Είναι μόνη σ΄ έναν ξένο τόπο με τρία παιδιά. Αποφασίζει να γυρίσει στην Ελλάδα και να μείνει μαζί με τον πατέρα της στην Αθήνα. Ύστερα από λίγο καιρό άλλο ένα χτύπημα της μοίρας έρχεται. Χάνει τον πατέρα της τον οποίο υπεραγαπούσε. Αρχίζει να παραδίδει μαθήματα ζωγραφικής για να μπορέσει να συντηρήσει την οικογένειά της.

Ο γιος της Ιωάννης έχει κληρονομήσει το ταλέντο της ζωγραφικής από τους γονείς του και στέλνεται από το βασιλιά Γεώργιο να σπουδάσει ζωγραφική στην Κοπεγχάγη. Εκεί διακρίθηκε ανάμεσα στους πρώτους Ευρωπαίους θαλασσογράφους. Επιστρέφει στην Ελλάδα και εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα μαζί με την αδερφή της μητέρας του.Δεν προλαβαίνει να χαμογελάσει η μοίρα στην οικογένεια Αλταμούρα και η κόρη της αρρωσταίνει από φυματίωση. Έτσι η Ελένη, προκειμένου η αγαπημένη της κόρη ν΄ αλλάξει αέρα, επιστρέφει στο πατρικό της σπίτι, στις Σπέτσες. Η Σοφία όμως αντί να καλυτερεύσει πεθαίνει. Είναι μόλις 18 ετών. Μετά το θάνατο της κόρης της η Ελένη μένει μόνη της στις Σπέτσες. Ο άλλος της γιος έχει εγκατασταθεί στο Παρίσι, κοντά στον πατέρα του.

Η χτυπημένη από τη μοίρα ζωγράφος, βρίσκεται σε τραγική κατάσταση. Πάνω στην απελπισία της την πιάνει παροξυσμός, ανάβει φωτιά στην αυλή του σπιτιού της και καίει τα ομορφότερα έργα της, τα σχέδιά της, τα πιστοποιητικά των σπουδών της. Όλα έγιναν στάχτη…

Όταν έχασε την αγαπημένη της κόρη ήταν πενήντα ενός χρόνων. Με τα ψυχικά αποθέματα που είχε προσπάθησε να συνεχίσει τη ζωή της στις Σπέτσες. Προσπάθησε και να ξαναζωγραφίσει σκίτσα με πέννα. Αυτό όμως που την ισοπέδωσε και την έριξε σε ωκεανό δυστυχίας ήταν ο θάνατος του γιου της, Ιωάννη, 6 χρόνια μετά το θάνατο της κόρης της. Ο ταλαντούχος θαλασσογράφος ήταν μόλις 23 ετών όταν πέθανε…

Περιφέρεται μέσα στο σπίτι σα φάντασμα, βουτηγμένη μέσα στον πόνο του χαμού. Από τότε η διανοητική της κατάσταση δεν ήταν φυσιολογική, αν και ασχολιόταν με διάφορες εργασίες, όπως η συντήρηση του πατρικού της σπιτιού και οι οικονομικές διεκπεραιώσεις διαφόρων εργασιών. Βρίσκει λίγη παρηγοριά στο Θεό και στην αθανασία της ψυχής. Πιστεύει ότι τα αγαπημένα πρόσωπα που έχασε βρίσκονται κάπου κοντά της. Ελπίζει ότι κάποτε θα τα συναντήσει. Όλα αυτά τα χρόνια της μοναξιάς και της δυστυχίας έχει κοντά της μια πιστή υπηρέτρια η οποία τη φροντίζει και της συμπαραστέκεται.

Το 1896 καταφέρνει να φτιάξει την τελευταία αυτοπροσωπογραφία της, η οποία σώζεται ως σήμερα. Βλέπουμε ότι για άλλη μια φορά βρίσκει παρηγοριά στον κόσμο της ζωγραφικής. Χάνεται μέσα στα χρώματα της δημιουργίας και για λίγο «αναπνέει». Προσπαθεί με ήσυχο τρόπο να ανακτήσει την ψυχική της γαλήνη.

Έτσι κύλησε η υπόλοιπη ζωή της ως το θάνατό της. Ανάμεσα στις αναμνήσεις και σε κάποιες μικρές στιγμές που της έδιναν λίγη ανάσα, όπως η επίσκεψη κάποιων συγγενών, η αλληλογραφία με τη μητέρα της, τον αδερφό της και τα δύο ταξίδια που έκανε στην Αθήνα.
Έτσι ήσυχα πέθανε τη νύχτα της Kυριακής 19 Mαρτίου, προς Δευτέρα 20 Mαρτίου του 1900, στο πατρικό της σπίτι παρέα με την έμπιστη υπηρέτριά της. Η ψυχή της γαλήνεψε, γέμισε χρώματα γιατί πήγε κοντά στα παιδιά της. Εκεί συνάντησε ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε χάσει.Τις ψυχές του Ιωάννη και της Σοφίας, τους καμένους της πίνακες, τις ελπίδες της, τα όνειρα που δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει. Kηδεύτηκε στο κοιμητήρι της Aγίας Άννας, στην ίδια περιοχή. Aργότερα, τα οστά της, όπως και εκείνα της Σοφίας και του Γιάννη, μεταφέρθηκαν από τους απογόνους της στο A’ Nεκροταφείο Aθηνών, σε κοινό τάφο της οικογενείας Mπούκουρη – Aλταμούρα. Το σπίτι της περιήλθε στους κληρονόμους της. Ένα σπίτι που παρέμεινε στη μνήμη των Σπετσιωτών σαν «στοιχειωμένο».

Ότι κι αν πιστεύει κανείς για την πορεία της ζωής της Αλταμούρα, που είναι μια συνταρακτική τραγωδία, δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι αντοχές της και οι δυνατότητές της στην τέχνη, άγγιξαν τα όρια του ιδανικού.

http://www.scriptamanent.gr/neoi_logotexnes/korena_eleonora/eleni_altamoura.html

ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ  

H μεταμφίεση (απόσπασμα)

Στο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη Ελένη, ή ο Κανένας (1998) κεντρική ηρωίδα είναι η Ελένη Αλταμούρα-Μπούκουρα, η πρώτη σπουδασμένη Eλληνίδα ζωγράφος, που γεννήθηκε το 1821 στις Σπέτσες και πέθανε το 1900, αφού έζησε μια ζωή εντελώς ασυνήθιστη για μια γυναίκα της εποχής της. Η Γαλανάκη συνδυάζει το ιστορικό και βιογραφικό υλικό με καθαρά μυθοπλαστικά στοιχεία, στην απόπειρά της να εκφράσει τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τα όνειρα μιας καλλιτεχνικής προσωπικότητας που αντιμετωπίζει θαρραλέα τις κοινωνικές προκαταλήψεις, αλλά νικιέται από την τραγική μοίρα της. Το απόσπασμα που ακολουθεί αναφέρεται στην εποχή της νεότητας της Ελένης, όταν μαζί με τον πατέρα της, παλιό Σπετσιώτη καπετάνιο και αργότερα θεατρώνη της Αθήνας, φτάνει στην Ιταλία και ντύνεται με αντρικά ρούχα, για να μπορέσει να γίνει δεκτή στη Σχολή των Ναζαρηνών ζωγράφων.

Έξω από τη Νάπολη κρύφτηκα σε μια συστάδα από πικροδάφνες και συκιές, που θέριευαν αντλώντας από τα χαλάσματα μιας αγροικίας. Εκεί άλλαξα. Είχα αγοράσει ένα αντρικό σκούρο κουστούμι, ακριβώς σαν εκείνα που φορούσανε οι κομψοί νέοι της πόλης. Τόνισα τη σοβαρότητα του χρώματος και των προθέσεών μου, συντάσσοντας με το σκούρο χρώμα του ένα πουκάμισο από λευκή φίνα βατίστα*. Έκανε ζέστη, μα καθώς τρέμοντας ντυνόμουν, γύρισα να κοιτάξω ποιοι βρίσκονταν μάρτυρες στη μεταμόρφωσή μου. Επισήμανα της θάλασσας το μπλάβο, το κεραμιδί και το ωχρό της πολιτείας πιο πέρα, το κοντινό μου πράσινο και το φαιό, το φωτεινό ουρανί και το φλύαρο των ασπροκίτρινων χαμομηλιών. Φιλάρεσκα έδεσα ένα μεταξωτό φουλάρι στον λαιμό μου ρόδο με ελάχιστο γαλάζιο, ανταύγεια νερών όταν πλαγιάζει ο ήλιος. Φόρεσα τις δερμάτινές μου μπότες και διόρθωσα την καμπύλη της ασημένιας μου καδένας. Στην άκρη της κρεμότανε ένα ρολόι. Το κοίταξα. Μετέωρη, εύθραυστη, σημαδεμένη μού έδειξε την ώρα. Στερέωσα ένα καθρεφτάκι στα κλαδιά, για να δω να βάλω πάνω στα κουρεμένα μου μαλλιά ένα αντρικό καπέλο. Κοίταξα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Η παρθένος ζωγράφος απουσίαζε, έχοντας φαίνεται ξεκινήσει για να επιστρέψει στην αττική Ανατολή, όπου ανήκε. Υποσχέθηκα να μην ξεχάσω τη μορφή της, ούτε καν με εκείνο το πολύ λίγο, που ξεχνάνε οι γυναίκες. Όμως τώρα να τρέξει, να πάει στον Τσέκολι* μαντάτα για τις εξελίξεις της φιλτάτης του πατρίδας. Ακόμη να του πει ότι η μαθήτριά του δε φοβόταν, κι ότι, καθώς ντυνόταν, για να μεταμορφωθεί από γυναίκα σε άντρα, άκουγε τα λόγια και τις διδαχές του ένα μελίσσι γύρω της. Κι ότι μάντευα, όπως δύναται να μαντεύει κάποιος τέτοιαν ώρα, πως εκτός από το ζήτημα της τέχνης, η υπεσχημένη γη θα άφηνε πάνω μου ανεξίτηλα τα ίχνη της ζωής. Ήδη πάσχιζα να σκεφτώ σαν άντρας. Ήδη είχα μιλήσει με το εγώ.

Στον κήπο του πανδοχείου είχαμε τελειώσει το μεσημεριανό μας γεύμα και περιμέναμε καφέ. Παράδεισος μας εφαινόταν η ανακωχή του κήπου. Μακάρι να αργούσε ο σερβιτόρος, μολονότι μας είχε διαβεβαιώσει για το αντίθετο, αφού τέτοιες μέρες δεν έβγαινε στις εξοχές ο κόσμος και δεν είχε άλλους πελάτες. Είχα αρχίσει το τραγούδι μου, όταν τον είδα από μακριά να επιστρέφει. Έκανα ότι δεν τον πρόσεξα, γιατί, κρατώντας πάντοτε τον δίσκο, στηρίχτηκε στο κάσωμα της πόρτας για να με ακούσει: «Σαν τη σπίθα κρυμμένη στη στάχτη, εκρυβόταν για μας λευτεριά. Ήλθε η μέρα, πετιέται, ανάφτει εξανοίχτη σε κάθε μεριά». Σταμάτησα να τραγουδώ. Τον παρατηρούσα που κοντοστεκόταν. Έπειτα, σαν να ξύπνησε, πλησίασε με τους καφέδες, υποκλίθηκε και ρώτησε με σεβασμό αν ο νεαρός κύριος ήταν τενόρος. Δίστασε μια στιγμή προτού ρωτήσει κάτι ακόμη, αν το τραγούδι της άγνωστής του γλώσσας μιλούσε για τα γνωστά σε όλους πάθη του έρωτα, διότι έτσι του είχε φανεί. Του εξήγησα με προσήνεια* για την Ιόνιο καταγωγή του άσματος, ενώ σκεφτόμουν τι το γνωστό και τι το άγνωστο βρισκότανε μπροστά σ’ αυτό τον άνθρωπο. Θέλοντας να τον ευχαριστήσω, αφού ήταν ο πρώτος που με χειροκρότησε στον δύσκολο μου ρόλο, του τραγούδησα μιαν ιταλική πατριωτική άρια. Την άκουσε σχεδόν δακρυσμένος, αφού αυτά τα τραγούδια είχαν πρόσφατα απαγορευτεί*. Το γνωρίζαμε κι οι δυο.

O καπετάν Γιάννης με εγκατέστησε στη Ρώμη και βιάστηκε να επιστρέψει στις επιχειρήσεις του Αθηναίου θεατρώνη Ιωάννη Μπούκουρη, που δεν του επέτρεπαν πια το αργόσχολο βλέμμα των θαλασσινών πάνω στα πράγματα του κόσμου. Αυτό δεν του άρεσε, αλλά δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά. Η αναγκαστική πεζοπορία εξαιτίας της επανάστασης, ώσπου να βρούμε κάποιαν άμαξα για το υπόλοιπο ταξίδι, μας είχε αφάνταστα καθυστερήσει. Έφυγε όμως ήσυχος, αφού είχα πάντοτε μαζί μου τις συστατικές επιστολές, που τις είχα δείξει και στη Νάπολη, σε μερικούς ζωγράφους. Από τη μεριά μου προετοιμαζόμουν να παρουσιαστώ στις εξετάσεις των περίφημων Ναζαρηνών ζωγράφων. Αν περνούσα, θα σπούδαζα ζωγραφική στο μοναστήρι έξω από τη Ρώμη όπου ζούσαν, για ένα δυο χρόνια, όσο να υποστηρίξω με χαρτιά την κεκτημένη γνώση. Λιγότερο από ένα υπερπόντιο ταξίδι, υπολόγιζε ο πατέρας μου, και να γυρίσω έπειτα πίσω, αφού όποιος βγαίνει σε μακρύ ταξίδι πρέπει να έχει στο μυαλό του την εστία που τον περιμένει. Σ’ ένα μονάχα επέμενε, να μη λησμονήσω ότι είμαι Ελληνίδα. Αυτό τα λέει όλα, ισχυρίστηκε λίγο πριν φύγει.

Δεν το λησμόνησα, αφού αυτό σήμαινε για μένα περισσότερα από το όλα του πατέρα μου. Μόνη μου τόλμησα να σκεφτώ και να εξηγήσω με τον δικό μου τρόπο την παραγγελία του. Τόλμησα ακόμη, ζητώντας κάπου να στηρίξω τα επιχειρήματά μου, να υποθέσω ότι κάτι το αντίστοιχο θα είχε κάνει πολεμώντας κι η Μεγάλη μας Κυρά*. Διότι, ενώ είχα χρόνια να τη δω, ήρθε και με επισκέφθηκε μιαν από τις πρώτες ρωμαϊκές μου νύχτες, αν δεν σφάλλω τότε ακριβώς που αναχώρησε ο κύρης μου. Όρθια στην πλώρη, εφορμώντας με τον στόλο της στο απόρθητο Ανάπλι, έδειχνε στους κανονιέρηδες με το δεξί της υψωμένο χέρι πού ακριβώς να βαρέσουν. Δεν εφορούσε όμως τα ρούχα της περίφημης ζωγραφιάς της, αλλά τα ρούχα των ψιθύρων και των αποσιωπήσεων. Καταπώς άφηναν οι γυναίκες στα κατώφλια να εννοηθεί, όταν παιδί αποσπέριζα* ακούγοντάς τες, αλλά τώρα μονάχα καταλάβαινα τη σημασία των λόγων, με γυναικεία ενδύματα δεν μπαίνει άνθρωπος στην πράξη του πολέμου. Oύτε τα όπλα του χειρίζεται σωστά ούτε και σκέφτεται σωστά. Και το χειρότερο, με τα παράταιρα γυναικεία ρούχα έδινε στόχο στον εχθρό σέρνοντας γρουσουζιά στους δικούς του. Άρα, συμπέραιναν δίχως βέβαια να την έχουν δει σε ώρα μάχης, η Λασκαρίνα ανέβαινε στα πλοία και κατέβαινε με τις φούστες της και με τις χρυσές μαντίλες, ενόσω όμως έκανε κουμάντο, δεν μπορεί παρά να βρισκότανε μέσα σε αντρίκεια φορεσιά, πότε του πρώτου της, πότε του δεύτερού της άντρα, σκοτωμένων και των δυο τους.

Την ονειρεύτηκα να οδηγεί τους κανονιέρηδες ντυμένη στα ματωμένα ρούχα ενός αδικοθάνατου κι αγαπημένου άντρα. Πρόσεξα, ωστόσο, και το ανήσυχο πέταγμα ενός γλάρου γύρω της. Τον οιωνό του σύντομου δικού της τέλους κατά τον τρόπο των ζωγράφων, που συχνά στερέωναν μέσα στο ζωντανό παρόν του πίνακά τους έναν αδιόρατο υπαινιγμό της μοίρας του εικονιζόμενου προσώπου, εάν την ήξεραν ή την εμάντευαν. Η Κυρά τράβηξε μια στιγμή το βλέμμα της απο τον στόχο, γύρισε και μου είπε να συνεχίσω να ντύνομαι σαν άντρας, γιατί έτσι θα μάθω τα διπλάσια κι από τους άντρες κι από τις γυναίκες. Να αποδεχτώ τη φιλοδοξία και το ήθος που εγείρει μέσα μου ο έρωτας της τέχνης, ομόλογος προς τον δικό της έρωτα της λευτεριάς. Στην επικράτειά τους, χαμογέλασε, τίποτε δεν μοιράζεται στα δυο μοιραία και ξεκάθαρα, όπως γινόταν μέχρι τότε. Αυτή είναι η πιο λεπτή ανατροπή, η πιο μεγάλη πρόκληση που κομίζουν ξαναφτιάχνοντας τον κόσμο. Πλην όμως, έπρεπε να το σκεφτώ καλά πριν ξεκινήσω τούτο το δεινό ταξίδι, αφού η έκτοτε ζωή μου θα διαβεί χωρίς επιστροφή, χωρίς μετάνοια, χωρίς έλεος. Είναι και τούτο ένας τρόπος για να είσαι Ελληνίδα, είπε. Και ξαναγυρνώντας στη φρόνηση και τη σιωπή της ζωγραφιάς της, ξαναγυρνώντας στο επείγον του πολέμου, έπλευσε τόσο βιαστικά προς το Ανάπλι, ώστε δεν πρόλαβα να καταλάβω αν είπε την τελευταία της πρόταση σοβαρά ή με ειρωνεία.

Το πρωί συλλογίστηκα ότι ποτέ της, τα χρόνια που τη συναντούσα στα παραμύθια, στα όνειρα και κατά την εγρήγορση, ποτέ της δεν μου είχε απευθύνει λέξη. Ανησύχησα με τούτο το ενύπνιο*, αν ήταν ένα προφητικό σημάδι για τη μοίρα μου, εφόσον σύντομα επρόκειτο να δώσω εξετάσεις στη Σχολή των Ναζαρηνών ζωγράφων. Κι εκεί έπρεπε οπωσδήποτε να παρουσιαστώ σαν άντρας. Στο μοναστήρι τους δεν έκαναν δεκτές για τη ζωγραφική γυναίκες, όμως αυτό το είχα αποκρύψει από τον πατέρα μου, ενισχύοντας την απόφασή του να γυρίσει στην Αθήνα το ταχύτερο.

Κι εγώ, αποφασίζοντας εκείνο το πρωί σε μιαν ξένη πολιτεία να δώσω ως άντρας εξετάσεις, ενδεχομένως να ζήσω έτσι λίγα χρόνια, γέννησα τον εαυτό μου ως Κανένα. Δεν είχε σημασία με ποιο όνομα θα υπέγραφα τις εξετάσεις, τις σπουδές και τα έργα μου, μιας και το Χρυσίνη, ακόμη και το Μπούκουρα ή Μπούκουρη, μεταφρασμένα ιταλικά δε διαχώριζαν το φύλο. Θα ζούσα εφεξής ως ένας Κανένας. Άλλωστε, εάν επέμενα να αναζητώ στηρίγματα στη μεταβατική μου ώρα, στον ίδιο κύκλο είχαν συνταιριάξει κάποτε τα ονόματα Ελένη και Κανένας.

Ρ. Γαλανάκη, Ελένη, ή ο Κανένας, Άγρα

εικόνα


*φίνα βατίστα: ύφασμα εξαιρετικής ποιότητας *Ραφαέλο Τσέκολι: Ιταλός ζωγράφος, αρχαιολόγος και γιατρός που βρήκε άσυλο στην Ελλάδα, διωγμένος από το Βασίλειο των δύο Σικελιών· ήταν ο πρώτος δάσκαλος ζωγραφικής της Ελένης *προσήνεια: καταδεκτικότητα *είχαν πρόσφατα απαγορευτεί: στη Νάπολη είχε ξεσπάσει πατριωτική επανάσταση εναντίον του Βασιλιά των δύο Σικελιών *Μεγάλη Κυρά: η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα (1771-1825) [πηγή: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού] *αποσπέριζα: περνούσα τα βράδια, ξενυχτούσα *ενύπνιο: όνειρο





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.