Το Νομπέλ Λογοτεχνίας για το 2016 απονεμήθηκε από τη Σουηδική Ακαδημία στον Μπομπ Ντίλαν.
Η Ακαδημία ανέφερε πως ο μουσικός και συγγραφέας έχει «δημιουργήσει νέες μορφές ποιητικής έκφρασης μέσα στη σπουδαία αμερικανική μουσική παράδοση».
Ο Ντίλαν είναι ο πρώτος μουσικός που κερδίζει ο βραβείο Νομπέλ στην κατηγορία της Λογοτεχνίας.

Ο ανταγωνισμός για το φετινό βραβείο ήταν μεγάλος, καθώς πολλά μεγάλα ονόματα ήταν ανάμεσα στα «φαβορί» για το πολυπόθητο βραβείο. Η αγωνία φέτος παρατάθηκε σε σχέση με άλλες χρονιές, καθώς η ανακοίνωση του βραβείου καθυστέρησε μία εβδομάδα.

Παραδοσιακά, το Νομπέλ Λογοτεχνίας ανακοινώνεται την ίδια εβδομάδα με τα Νομπέλ των θετικών επιστημών, φέτος όμως το βραβείο προγραμματίστηκε μία εβδομάδα αργότερα, κάτι που σύμφωνα με τους αναλυτές υποδείκνυε διαφωνία μεταξύ των κριτών για την επιλογή του νικητή.
Το χρονικό έως τη στιγμή της απονομής
Για το 2016, τα «φαβορί» παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό ίδια με το 2015.
Ο αγαπημένος της Ευρώπης, Ιάπωνας συγγραφέας Χαρούκι Μουρακάμι, γνωστός για τα σουρεαλιστικά έργα του, βρισκόταν στην κορυφή των στοιχημάτων. Το όνομα του Μουρακάμι ακούγεται συχνά παραμονές του βραβείου, ενώ η δημοτικότητα του συγγραφέα αυξάνει χρόνο με το χρόνο. Όμως οι ειδικοί επέμεναν ότι παρότι εμφανίζεται πρώτος στα στοιχήματα, ο Μουρακάμι δεν θα λάβει, ακόμα, την πολυπόθητη διάκριση.
Άλλοι φιναλίστ θεωρούνταν ο Σύρος ποιητής ‘Αδωνι, ο Κενυάτης μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας Ngugi Wa Thiong’o, ο Νορβηγός μυθιστοριογράφος Jon Fosse, ο Νοτιοκορεάτης ποιητής Ko Un και φυσικά το διαχρονικό «φαβορί» Φίλιπ Ροθ. Κριτικοί λογοτεχνίας βέβαια σχολιάζουν πως ο Ροθ δεν είχε πιθανότητες, καθώς εδώ και κάποια χρόνια έχει δηλώσει πως θα σταματήσει εντελώς τη συγγραφή.
Για πρώτη φορά εμφανίστηκε στις λίστες το όνομα της Ιταλίδας Έλενα Φεράντε. Μάλιστα η Φεράντε «ανέβηκε» στα στοιχήματα μετά από δημοσίευμα αμερικανικού περιοδικού που αποκάλυψε την ταυτότητά της, η οποία παρέμενε επί χρόνια άγνωστη, καθώς η δημοφιλής συγγραφέας χρησιμοποιούσε ψευδώνυμο.
Δικαιώθηκαν όσοι πίστευαν ότι φέτος είχε έρθει η ώρα το Νομπέλ να ταξιδέψει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, δεδομένου ότι έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από την απονομή του βραβείου σε αμερικάνο συγγραφέα. Τα υπόλοιπα ονόματα των ΗΠΑ που ακούγονταν ήταν οι συγγραφείς Μέριλιν Ρόμπινσον, Ντον Ντελλίλο και Τόμας Πύντσον, η διηγηματογράφος Λύντια Ντέιβις και ο ποιητής Τζον ‘Ασμπερι.
Φυσικά μόνο υποθέσεις μπορεί να κάνει κανείς για τους «φιναλίστ», αφού η λίστα των φιναλίστ είναι μυστική, και δημοσιοποιείται 50 χρόνια μετά την τελετή απονομής. Ακόμα και τα ακριβή κριτήρια επιλογής παραμένουν επτασφράγιστο μυστικό.
Πόσες φορές πρέπει κανείς να ρίξει τη ματιά ψηλά
λίγο ουρανό για να μπορέσει ν’ αντικρίσει;
Και να ’χει πόσα πρέπει αυτιά για να γροικήσει
του ανθρώπου το λυγμό;
Ε, και σαν πόσους θάνατους πρέπει να μάθει για να νοιώσει
πως σαν πολλοί ’ναι οι άνθρωποι που έχουνε χαθεί;
Η απάντηση, φίλε, πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.
(Μετάφραση: Τούλα Τόλια)
Σαν πόσες να ’ναι οι δημοσιές που πρέπει να διαβεί κανείς
για να τον πούνε άντρα;
Και πόσες να ’ν’ οι θάλασσες που τ’ άσπρο περιστέρι θα περάσει
στην αμμουδιά πριν ξαποστάσει;
Σαν πόσες να ’ναι οι φορές που θα βροντήσει το κανόνι
πριν να το διώξουν απ’ τη γη για πάντα;
Η απάντηση, φίλε, πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.
Πόσα τα χρόνια που μπορεί ν’ αντέξει ένα βουνό
ως να το φάει η αρμύρα και να λιώσει;
Και κάποιοι άνθρωποι, πόσο να ζήσουν βολετό
ώσπου της λευτεριάς μέρα να ξημερώσει;
Πόσο καιρό μπορεί κανείς να κάνει πως κοιτάει αλλού
να κάνει πως δεν βλέπει πάρα πέρα;
Η απάντηση φίλε πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.
Πόσες φορές πρέπει κανείς να ρίξει τη ματιά ψηλά
λίγο ουρανό για να μπορέσει ν’ αντικρίσει;
Και να ’χει πόσα πρέπει αυτιά για να γροικήσει
του ανθρώπου το λυγμό;
Ε, και σαν πόσους θάνατους πρέπει να μάθει για να νοιώσει
πως σαν πολλοί ’ναι οι άνθρωποι που έχουνε χαθεί;
Η απάντηση, φίλε, πλανιέται στον άνεμο,
η απάντηση πλανιέται στον αέρα.
Μετάφραση: Τούλα Τόλια
Ο Χόλλις Μπράουν, το ξέραν όλοι
σε μια παράγκα ζούσε έξω απ’ την πόλη·
ναι, ο Χόλλις Μπράουν, καθώς το ξέραν όλοι
σε μια παράγκα ζούσε έξω απ’ την πόλη,
με τη γυναίκα και τα πέντε τους παιδιά
κι όλο η παράγκα να σωριάζεται
στα κεφάλια τους ξανά.
Γύρευες λίγα χρήματα, γύρευες δουλειά
κι ένα κακοτράχαλο βάδισες μίλι·
γύρευες χρήματα, έψαχνες για δουλειά
κι ένα κακοτράχαλο βάδισες μίλι·
και τα παιδιά σου είν’ τόσο πεινασμένα,
που δεν ξέρουν τι θα πει χαμόγελο στα χείλη,
όχι, δεν ξέρουν τι θα πει χαμόγελο στα χείλη.
Τα μάτια του μωρού σου λάμπουν σαν τρελά
σε τραβάνε απ’ τα μανίκια σου ξανά·
ναι, τα μάτια του μωρού σου λάμπουνε τρελά,
σε τραβάνε απ’ τα μανίκια σου ξανά,
περπατάς ασήκωτα, βαριά
κι αναρωτιέσαι με κάθε ανάσα σου βαθιά,
γιατί να συμβαίνουν όλ’ αυτά.
Το αλεύρι σου το φάγαν τα ποντίκια
κι ένας κακός ξέκανε τη φοράδα σου·
αχ, ναι, το αλεύρι σου το φάγαν τα ποντίκια
κι ένας κακός ξέκανε τη φοράδα σου.
Νογάει άραγε κανείς;
Νοιάζεται άραγε κανείς;
Κάνεις στον Θεό μια προσευχή
ω, στείλε σε παρακαλώ ένα φίλο·
κάνεις στον Θεό μια προσευχή,
Θε’ μου στείλε μου ένα φίλο,
μα πως φίλος δε θα ’ρθεί,
σου λέει η τσέπη σου η αδειανή.
Τα μωρά σου κλαιν πιο δυνατά,
σου τρελαίνουν τα μυαλά·
τα μωρά σου τώρα κλαιν πιο γοερά
σου τρελαίνουν τα μυαλά·
και της γυναίκας σου οι κραυγές
πέφτουν σαν άγριες μαχαιριές,
ναι, και της γυναίκας σου οι κραυγές
άγριες είναι μαχαιριές.
Το χορτάρι σου μαυρίζει
γιατί είν’ άδειο το πηγάδι·
το χορτάρι σου μαυρίζει
γιατί στέρεψε η πηγή·
το τελευταίο σου δολάριο εδώ και μέρες
το δίνεις και παίρνεις εφτά σφαίρες.
Μακριά στην ερημιά
ένα κογιότ να αλυχτά·
πέρα μακριά στην ερημιά
ένα κογιότ να αλυχτά·
τρέμεις και ιδρώνεις
στην καραμπίνα σου που ’ν’ στον τοίχο
το βλέμμα σου στυλώνεις,
ναι, στην καραμπίνα που ’ν’ στον τοίχο
το βλέμμα σου στυλώνεις.
Το μυαλό σου αιμορραγεί
το πόδι σου δεν σε βαστεί·
ω, το μυαλό σου αιμορραγεί
και το πόδι άλλο δεν βαστεί·
τώρα το βλέμμα το καρφώνεις
στην καραμπίνα που το χέρι σου κρατεί
ναι, τώρα το βλέμμα σου καρφώνεις
στην καραμπίνα που το χέρι σου κρατεί.
Εφτά φυσάνε άνεμοι
γύρω απ’ τη θύρα της παράγκας·
ναι, εφτά φυσάν αγέρηδες
γύρω απ’ τη θύρα της παράγκας
και πυροβολισμοί εφτά βροντάνε,
σαν το βρυχηθμό του ωκεανού·
ναι, και πυροβολισμοί εφτά βροντάνε,
σαν το βρυχηθμό του ωκεανού.
Εφτά άνθρωποι πέσαν νεκροί
σε μια φάρμα στην Ντακότα·
ναι, εφτά άνθρωποι πέσαν νεκροί
σε μια φάρμα στην Ντακότα·
και την ίδια τη στιγμή,
σε μια γη αλαργινή,
εφτά άλλοι είχαν μόλις γεννηθεί·
ναι, και την ίδια τη στιγμή,
εφτά άλλοι είχαν μόλις γεννηθεί.
Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης








