Υπόθεση «Λυμπέρη» – Η τελευταία εκτέλεση στην Ελλάδα στα «Δύο Αοράκια».

Ξημερώματα Παρασκευής 25 Αυγούστου 1972. Μια ακόμα ζεστή, καλοκαιρινή μέρα αρχίζει. Ωστόσο, τον 27χρονο ηλεκτρολόγο Βασίλη Λυμπέρη αυτό ελάχιστα τον ενδιαφέρει. Στις 5.49’, ακριβώς, ακούει για τελευταία φορά ένανζωντανό ήχο: είναι η ομοβροντία πυρός από δώδεκα στρατιωτικά τουφέκια, που εκπυρσοκροτούν ταυτόχρονα. Την ίδια στιγμή, έξι σφαίρες κτυπούν το σώμα του και τον ρίχνουν νεκρό.

Αν δεν του είχαν δέσει τα μάτια με ένα λευκό μαντήλι θα μπορούσε, πριν πεθάνει, να δει την έκφραση στα πρόσωπα των δώδεκα στρατιωτών του εκτελεστικού αποσπάσματος, που στέκονταν απέναντί του,σημαδεύοντάς τον με τα όπλα τους. Είναι η ώρα που στον ουρανόχαράζονται οι πρώτες λάμψεις του ήλιου…

liberis004

Ο Β. Λυμπέρης

Περίπου μιάμιση ώρα νωρίτερα, ο Β. Λυμπέρης κοιμόταν ακόμα στο κελί του στις δικαστικές φυλακές Αλικαρνασσού Κρήτης, όπου εκρατείτο μετά την καταδίκη του σε θάνατο, το Μάιο του ίδιου έτους, για τη δολοφονία (με εμπρησμό) της γυναίκας, της πεθεράς και των δύο ανήλικων παιδιών
του τον προηγούμενο Ιανουάριο. Θα πρέπει να είχε διαισθανθεί ότι η κρίσιμη ώρα πλησίαζε, γιατί το προηγούμενο βράδυ είχε ζητήσει από έναν δεσμοφύλακα μολύβι και χαρτί για να γράψει ένα σύντομο γράμμα αποχαιρετισμού προς τη μητέρα του (διατηρείται η σύνταξη και η ορθογραφία του πρωτοτύπου):

«Αγαπημένη μου μητέρα,

σε πίκρανα και σε γέμισα πόνο και θλίψη, καθώς και τον πατέρα, τα αδέλφια μου, τον Γιάννη, τη
Σοφία, το Φλωράκι και τη νονά. Μητέρα, θα πρέπει να ξέρεις πως βρισκόμαστε στην κοιλιά της Κλαυθμώνος. Κλαυθμυρισμός είναι η πρώτη φωνή την οποία εκβάλλει ο άνθρωπος, όταν αφήνει τα μητρικά σπλάχνα και ως ύπαρξις ιδιαιτέρα καταλαμβάνει θέσιν εις τον κόσμον αυτόν.

Η πείρα της καθημερινής ζωής και η ιστορία της ανθρωπότητος τι άλλο μαρτυρούν παρά το ότι ο
πόνος και η θλίψις είναι ο αχώριστος σύντροφος του ανθρώπου επί της γης. Κουράγιο μητέρα και στήριξε την ελπίδα σου στον παρήγορον Ιησούν Χριστόν, όπως την στηρίζω και εγώ. Προσευχήσου
όπως προσεύχομαι και εγώ και θυμήσου ότι η Παναγία διήλθε την ψυχικήν ρομφαία, όταν αντίκρισε
εις τον Σταυρόν νεκρόν τον Μονογενή Υιόν της. Ευχαριστώ και αναγνωρίζω τον αγώνα που δώσατε όλοι για την δικαίωσίν μου. Μην τρομάζετε με τα λόγια των κριτών μου, γιατί και αυτοί θα κριθούν. Υπεράνω όλων βρίσκεται ο Θεός και Θεού θέλοντος τελείται κάθε απόφαση. Ευχαριστώ και τον
υπέροχο κύριο Θεοδώρου (σ.σ.: τον συνήγορό του) που έδωσε πραγματική μάχη για μένα και τον θεωρώ νικητή και όχι ηττημένο.

Και μην ξεχνάς μητέρα, ότι ο Θεός επιτρέπει τον πόνο και την θλίψιν, χαρίζει όμως και υπόσχεται την ελπίδα και υπομονή. Υπομονή, λοιπόν, μητέρα και θα δοξάσουμε όλοι τον Θεό μια μέρα.

Βασίλειος Λυμπέρης»

Ήταν οι τελευταίες του γραμμές. Άφησε το γράμμα στο κρεβάτι του και παρακάλεσε να έλθει ο ιερέας της ενορίας Κων. Ασπετάκης για να τον κοινωνήσει. Μπροστά του, ο Β. Λυμπέρης δάκρυσε και παρακάλεσε «να τον συγχωρέσουν ο Θεός και οι άνθρωποι». Ωστόσο, δεν φανταζόταν πόσο είχε «κοντύνει» ο χρόνος γι αυτόν, καθώς τις προηγούμενες ημέρες είχε δώσει χρήματα σε συγγενείς του προκειμένου να του αγοράσουν ορισμένα ατομικά είδη που θα τα χρειαζόταν την επομένη μέρα.

Στις 4.20΄ μπήκε στο κελί του μελλοθάνατου ο αρχιφύλακας Γιάννης Καβαλιεράκης και τον οδήγησε
στο γραφείο του διευθυντή των φυλακών. Εκεί βρίσκονταν ακόμα, ο αντιεισαγγελέας Πρωτοδικών Ηρακλείου Α. Νικολόπουλος, ο γραμματέας της Εισαγγελίας, ο Διοικητής Χωροφυλακής, ο νεαρός ιερέας Μανώλης Ανδριανάκης και άλλοι υπηρεσιακοί παράγοντες. Με κάθε τυπικότητα, ο αντιεισαγγελέας του ανακοίνωσε την απόφαση της εκτέλεσης. Διάβασε ακόμα την απόφαση του δικαστηρίου και την ποινή που του είχε επιβληθεί και στη συνέχεια του γνωστοποίησε την ώρα εκτέλεσης της ποινής. Σύμφωνα με τον Μ. Ανδριανάκη, με το άκουσμα της είδησης αυτής «ο Λυμπέρης κατέρρευσε. Σωριάστηκε σε μία καρέκλα. Είχε παραλύσει. Ήταν τόσο αδύναμος που δεν μπορούσε να ανάψει το τσιγάρο που κρατούσε στο χέρι του και το άφησε πάνω στο γραφείο».
Αλλά και όσοι ήταν συγκεντρωμένοι γύρω του, το ίδιο αμήχανοι και συγκλονισμένοι μπροστά στο επερχόμενο τέλος, ανέσυραν κάποια λόγια συμπαράστασης και συμπάθειας.

Ο Β. Λυμπέρης παρέμεινε στο γραφείο του διευθυντή για λίγη ώρα. Στις 5.15΄ η πόρτα του γραφείου άνοιξε, ο μελλοθάνατος με αργά βήματα διέσχισε το διάδρομο συνοδευόμενος από δύο χωροφύλακες και επιβιβάστηκε στο όχημα, που θα τον μετέφερε στον τόπο της εκτέλεσης, το πεδίο βολής της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (Σ.Ε.Α.Π.) στην περιοχή «Δύο Αοράκια». Φορούσε μαύρο παντελόνι και λευκό πουκάμισο. Όπως αναφέρουν αυτόπτες μάρτυρες ήταν αδύνατος και αξύριστος, αλλά σχετικά ψύχραιμος.

Η διαταγή για την εκτέλεση είχε φθάσει στη Σ.Ε.Α.Π. 48 ώρες νωρίτερα. Όπως θυμάται ο Μ. Ανδριανάκης (υπηρετούσε, τότε, τη θητεία του στη μονάδα αυτή) «δύο ημέρες πριν από την εκτέλεση
με κάλεσε ο διοικητής μου στη Σ.Ε.Α.Π., για να μου ανακοινώσει ότι έπρεπε να παραστώ στην εκτέλεση του Λυμπέρη, τον οποίο είχα γνωρίσει στις φυλακές και τον είχα εξομολογήσει. Τον ρώτησα αν μπορούσα να το αποφύγω και μου απάντησε: ‘Όχι, είναι διαταγή’. (…) Την παραμονή κάλεσε όλους τους στρατιώτες του Λόχου Διοικήσεως, από τον οποίο θα έπαιρνε τους εθελοντές για τη στελέχωση του εκτελεστικού αποσπάσματος. Άρχισε να τους μιλά για τα εγκλήματα του Λυμπέρη. Να περιγράφει, καρέ-καρέ, πως έβαλε τη φωτιά και πως έκαψε τους τέσσερις ανθρώπους. ‘Σ΄ αυτόν τον εγκληματία αξίζει παραδειγματική τιμωρία’ τους έλεγε. Τριάντα στρατιώτες προθυμοποιήθηκαν να πάρουν μέρος στην εκτέλεση. Από αυτούς επελέγησαν δώδεκα».

Σύμφωνα με το νόμο 3861/1929 «περί εκτελέσεως της θανατικής ποινής» την εκτέλεση πραγματοποιούσε στρατιωτικό απόσπασμα αποτελούμενο από 12 άνδρες και έναν αξιωματικό (σφαίρες μόνο στα έξι τυφέκια), ενώ με μεταγενέστερες εγκυκλίους και σύμφωνα με τον σωφρονιστικό και στρατιωτικό κώδικα οριζόταν ως ώρα της εκτέλεσης η στιγμή που χαράζει, ώστε ο μελλοθάνατος να αντικρίσει για τελευταία φορά τον ήλιο. Μια πρόβλεψη φιλευσπλαχνίας στην αγριότητα του τελετουργικού …

Την πομπή των τριών αυτοκινήτων της χωροφυλακής, που μετέφερε τον Β. Λυμπέρη και τους παράγοντες της εκτέλεσης από τις φυλακές στα «Δύο Αοράκια», ακολουθούσε ένα ταξί, στο οποίο βρίσκονταν ο δικαστικός συντάκτης της ημερήσιας αθηναϊκής εφημερίδας «Τα Σημερινά» Νίκος Γερακάρης και ο φωτορεπόρτερ της ίδιας εφημερίδας Βασίλης Καραμανώλης (αποκλειστικός φωτογράφος της εφημερίδας «Καθημερινή», με εξαίρεση την περίοδο της δικτατορίας).

«Προσπαθούσα από πολύ καιρό να μάθω πότε θα γινόταν η εκτέλεση Λυμπέρη, γιατί ήθελα να κάνω μία δημοσιογραφική επιτυχία» θα πει αργότερα ο Ν. Γερακάρης και ο Β. Καραμανώληςθα συμπληρώσει: «Το πρωί της Πέμπτης, 24ης Αυγούστου του 1972, ήρθε στο γραφείο μου ο (…) Νίκος Γερακάρης, και μου ζήτησε να τον ακολουθήσω σε μία δημοσιογραφική αποστολή για μία ή δύο ημέρες. Τον ρώτησα ‘ποιο ήταν το θέμα’ και μου απάντησε χαμογελώντας: ‘Είναι δικό μας, αποκλειστικό. Θα πάμε στην Κρήτη (…). Θα εκτελέσουνε τον Βασίλη Λυμπέρη’ (…)».

Ο Ν. Γερακάρης σημειώνει πως «στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου που μείναμε στην Κρήτη, είπαμε να μας ξυπνήσουν στις 3 τα ξημερώματα. Με ένα ταξί, που μας περίμενε, πήγαμε στις φυλακές Αλικαρνασσού και περιμέναμε την έξοδο του αγήματος με τον θανατοποινίτη. (…) Στις 3.30, εντελώς νύχτα ακόμα, άναψαν τα ξαφνικά πολλά φώτα στις φυλακές (…). Ακολουθήσαμε το άγημα και φτάσαμε στο σημείο της εκτέλεσης (…)». Εκεί περίμενε το στρατιωτικό απόσπασμα. Ακόμα, παρόντες -από κάποια απόσταση, αφού άνδρες της χωροφυλακής δεν επέτρεπαν σε κανένα να πλησιάσει- ήταν η μητέρα του Β. Λυμπέρη, Σοφία και ο αδελφός του, Δημήτρης, ενώ στην Κρήτη είχε φθάσει και ο πατέρας του, ο οποίος όμως δεν παραβρέθηκε στη διαδικασία. Λίγο πριν ξημερώσει, στο άγριο τοπίο του πεδίου βολής, οι καρδιές είχαν παγώσει κι έτσι ο επικεφαλής αξιωματικός έλεγε ανέκδοτα στους στρατιώτες για να τους κρατήσει ψύχραιμους.

Ο Ν. Γερακάρης προχώρησε προς το σημείο που ήταν συγκεντρωμένοι οι υπόλοιποι, ενώ ο Β. Καραμανώλης δεν μπορούσε να πλησιάσει, επειδή απαγορευόταν η δημοσιότητα των εκτελέσεων. «Τις φωτογραφικές μηχανές τις είχα μέσα σε μια βαλιτσούλα ταξιδιού, για να μην αποκαλυφθώ» θυμάται ο ίδιος. «Αντιμετωπίζαμε όμως και ένα μεγάλο πρόβλημα για τις τεχνικές δυνατότητες της εποχής. Ήταν μεγάλη η απόσταση από το σημείο που θα έπρεπε να σταθώ για να τραβήξω τις φωτογραφίες. Παράλληλα, θα ήμουν ακάλυπτος και θα μπορούσαν οι χωροφύλακες να με εντοπίσουν εύκολα (…)». Λίγο αργότερα, έφθασε στην περιοχή ένας δημοσιογράφος της τοπικής εφημερίδας «Πατρίδα» ο οποίος άφησε το αυτοκίνητό του στο σημείο που βρισκόταν ο φωτορεπόρτερ και προχώρησε προς τους χωροφύλακες. «Μου αφήνει το αυτοκίνητό του» συμπληρώνει ο Β. Καραμανώλης «και εγώ στήνω τις μηχανές μου και προσπαθώ να εστιάσω από μεγάλη απόσταση και χωρίς τους φακούς που έχουμε σήμερα».

Μόλις ο Β. Λυμπέρης έφθασε στον τόπο της εκτέλεσης, τον πλησίασε ο ιερέας και ύστερα ο Γιατρός για να τον εξετάσει (σ.σ.: το πλέον παράδοξο ήταν πως ο κανονισμός προέβλεπε ότι ο μελλοθάνατος θα έπρεπε να είναι υγιής κατά τη στιγμή της εκτέλεσής του, αλλιώς η διαδικασία αναβαλλόταν!). Τελευταίος πήγε κοντά του ο αντιεισαγγελέας.

«Θέλεις να πεις κάτι; Έχεις καμιά τελευταία επιθυμία;» τον ρώτησε. «Όχι, τίποτα» απάντησε ο Β. Λυμπέρης. Δεν ήθελε ούτε να καπνίσει… Απέμεναν μόνο λίγα λεπτά για να ξημερώσει. «Τα λεπτά αυτά μας φάνηκαν αιώνες»σημειώνει με συγκίνηση ο Ν. Γερακάρης. Ο Β. Λυμπέρης ζήτησε να του δέσουν τα μάτια. Ο επικεφαλής υπολοχαγός του αποσπάσματος ήρθε κοντά του και του πέρασε ένα λευκό μαντήλι. Μετά, δύο χωροφύλακες τον οδήγησαν, με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη του, σε έναν μικρό λόφο στην άκρη του πεδίου βολής. Στεκόταν απέναντι σε δεκάδες μάτια που τον κοιτούσαν και τους δώδεκα παραταγμένους άντρες του εκτελεστικού αποσπάσματος.

Ο αξιωματικός κατευθύνθηκε στο απόσπασμα και φώναξε: «Οπλίσατε – Επί σκοπόν». Ο Μ. Ανδριανάκης θυμάται: «Όταν άρχισαν τα παραγγέλματα, κάποιοι κρύφτηκαν πίσω από το στρατιωτικό όχημα για να μην βλέπουν. Τα όπλα, τύπου Μ-1, ‘χόρευαν’ στα χέρια των αντρών του εκτελεστικού αποσπάσματος. Εγώ έψελνα την προσευχή και τα μάτια μου ήταν στραμμένα σ΄ αυτόν τον άνθρωπο. Δεν αντέδρασε, δεν πανικοβλήθηκε, δεν φώναξε. Παραδόθηκε στη μοίρα του».

Το παράγγελμα «πυρ!» έσβησε μέσα σε μία ομοβροντία πυροβολισμών. «Οι σφαίρες γάζωσαν το σώμα του, που έπεσε στο έδαφος σφαδάζοντας. Πως είναι ένα κοτόπουλο που του κόβεις το λαιμό και χτυπιέται κάτω, έτσι ήταν το σώμα του Λυμπέρη» λέει ο Μ. Ανδριανάκης. Τον αχό των πυροβολισμών διέτρησε η σπαρακτική φωνή της μητέρας του Β. Λυμπέρη: «Βασίλη μου!». Για λίγα δευτερόλεπτα, μερικές ματιές στάθηκαν πάνω της.

lineris003

liberis002

Τα δύο στιγμιότυπα δεν χωρίζουν παρά ελάχιστα λεπτά. Επάνω, ο Β. Λυμπέρης στέκεται

απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα. Κάτω, ο γιατρός εξετάζει το πτώμα του, μετά

την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Είναι η τελευταία εκτέλεση θανατοποινίτη στην Ελλάδα

(οι φωτογραφίες είναι του φωτορεπόρτερ Β. Καραμανώλη, όπως δημοσιεύτηκαν

στην εφημερίδα «Τα Σημερινά» στις 26 Αυγούστου 1972)

Μόλις κατακάθισε το σύννεφο της σκόνης που σήκωσαν οι σφαίρες, ήταν η σειρά του επικεφαλής υπολοχαγού να εκτελέσει τη χαριστική βολή. Όμως η ταραχή του ήταν έκδηλη και διέταξε έναν επιλοχία να τον αντικαταστήσει. Αλλά και ο επιλοχίας ήταν ταραγμένος. Άφησε το περίστροφο που κρατούσε και πήρε ένα αυτόματο όπλο. Πλησίασε το πεσμένο σώμα του Β. Λυμπέρη, έστρεψε το βλέμμα του αλλού και πυροβόλησε. Λόγω του εκνευρισμού του, από το όπλο έφυγαν τρεις σφαίρες, παραμορφώνοντας το κρανίο του νεκρού. «Ο επιλοχίας αυτός, για πολλούς μήνες μετά, κυκλοφορούσε στο στρατόπεδο σαν αδέσποτο σκυλί και μονολογούσε ότι οι δικές του σφαίρες σκότωσαν τον Λυμπέρη. Του λέγαμε ότι, δέχθηκε έξι σφαίρες στην καρδιά. Εκείνος όμως είχε πάθει κάτι σαν ψύχωση. Ο διοικητής της Σ.Ε.Α.Π. τον απάλλαξε για έξι μήνες από τα καθήκοντά του» σημειώνει ο Μ. Ανδριανάκης.

Μόλις ο παριστάμενος γιατρός βεβαίωσε το θάνατο, το πτώμα παραλήφθηκε από μία νεκροφόρα και μεταφέρθηκε στο νεκροταφείο της Νέας Αλικαρνασσού. Εκεί βρισκόταν ήδη η μητέρα του, η οποία είχε καλύψει το πρόσωπό της με μαύρο μαντήλι και ο αδελφός του με τη γυναίκα του. Θρηνούσαν, αλλά διατηρούσαν ακέραια την αξιοπρέπειά τους. Μόνον όταν έφθασε το φέρετρο, η Σοφία Λυμπέρη ξέσπασε: «Βασίλη μου, που είσαι; Τι σου κάνανε;». Παρόντες ήταν ακόμα, εκτός των άλλων και οι δύο δημοσιογράφοι. Τη νεκρώσιμη ακολουθία έψαλαν από κοινού οι δύο ιερείς Μ. Ανδριανάκης και Κ. Ασπετάκης. Το πτώμα του Β. Λυμπέρη τάφηκε στο νεκροταφείο της Ν. Αλικαρνασσού, σε έναν τάφο που είχε ανοιχτεί τα χαράματα, λίγη ώρα πριν από την εκτέλεση. Αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν πως ακόμα και οι νεκροθάφτες είχαν επηρεαστεί από το ζοφερό κλίμα των στιγμών. Αργότερα, τα οστά του τοποθετήθηκαν στο οστεοφυλάκιο του νεκροταφείου, σε ένα κιβώτιο με τη φωτογραφία του.

Σημειώνεται πως τη μέρα της εκτέλεσης, σύμφωνα με τον Δημοσθένη Δώδο «όλοι οι κρατούμενοι δεν προσήλθαν στο συσσίτιο, τα μεγάφωνα της φυλακής δεν έπαιζαν μουσική και κατά τον προαυλισμό κανείς δεν έπαιξε ποδόσφαιρο. (…) Και η κοινωνία της φυλακής έχει τους δικούς της κανόνες».

Την επομένη, στην πρώτη και την τρίτη σελίδα της εφημερίδας «Τα Σημερινά» δημοσιεύτηκε εκτενές ρεπορτάζ του Ν. Γερακάρη από την εκτέλεση, συνοδευόμενο από τις φωτογραφίες του Β. Καραμανώλη. Αποτελούσε ασφαλώς μία μεγάλη δημοσιογραφική επιτυχία (καθώς η υπόθεση είχε συνταράξει την κοινή γνώμη), η οποία έκανε το γύρο όλης της χώρας, αλλά για τους δύο δημοσιογράφους ήταν περισσότερο μια καθοριστική για τη συνείδησή τους εμπειρία, που μένει αλησμόνητη έως σήμερα.

clip_image001

Την ίδια μέρα, επρόκειτο να εκτελεστεί στην Κέρκυρα και ο συνεργός του Β. Λυμπέρη, Παύλος Αγγελόπουλος, ο οποίος επίσης είχε καταδικασθεί από το Κακουργιοδικείο Αθηνών με την ποινή «τετράκις εις θάνατον». Όμως η εκτέλεση της θανατικής ποινής ανεστάλη επ΄ αόριστον, λόγω του νεαρού της ηλικίας του: ο Π. Αγγελόπουλος ήταν τότε μόλις 18 ετών. Μετά από τρία χρόνια, η ποινή του μετατράπηκε -σύμφωνα με το νόμο- σε ισόβια κάθειρξη.

Είναι συγκλονιστικό, πάντως, ότι ο Β. Λυμπέρης είχε ζητήσει να του επιβληθεί η θανατική ποινή για την πράξη του, απολογούμενος στον ανακριτή, λίγες μόλις μέρες μετά τη σύλληψή του. «Ο κάθε άνθρωπος δημιουργεί κάτι στη ζωή του. Αυτό που δημιούργησα εγώ δεν υπάρχει πλέον. Γιατί να ζω;» είχε πει χαρακτηριστικά. Έτσι, στις 25 Αυγούστου 1972 στάθηκε απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα. Χωρίς να το γνωρίζει, εκείνο το πρωί περνούσε, κατά κάποιο τρόπο, στην ιστορία… Ήταν ο τελευταίος θανατοποινίτης, που εκτελέστηκε στην Ελλάδα.

Φωτιά στο σπίτι!Η πορεία του Βασίλη Λυμπέρη προς το εκτελεστικό απόσπασμα είχε αρχίσει 7,5 μήνες νωρίτερα. Ήταν 5.10΄ το πρωί της 5ης Ιανουαρίου 1972, όταν ο 30χρονος Αντώνης Στρογγυλούδης, περνώντας έξω από τη μονοκατοικία στο τέρμα της οδού 28ης Οκτωβρίου στα Βριλήσσια Αττικής (Μεταμόρφωση Χαλανδρίου), αντιλήφθηκε καπνούς να βγαίνουν από το εσωτερικό και τη στέγη της. Ήταν το σπίτι που διέμενε η 25χρονη νύφη του (αδελφή της γυναίκας του) Βασιλική Λυμπέρη και η μητέρα της Αντιγόνη Μάρκου, 48 ετών. Μαζί με έναν ξάδελφό του και έναν ακόμα γείτονα πλησίασαν το καμένο σπίτι. Έσπρωξαν ελαφρά την καμένη πόρτα και αντίκρισαν ένα φρικτό θέαμα.

Πίσω από αυτήν βρίσκονταν τα απανθρακωμένα σώματα των δύο παιδιών της Β. Λυμπέρη, της 3χρονης Παναγιώτας και του ενός έτους Γιωργάκη, της Α. Μάρκου και της Β. Λυμπέρη. Κάνοντας έναν γρήγορο έλεγχο, διαπίστωσαν πως η Βασιλική ανέπνεε ακόμα, αλλά η κατάστασή της ήταν ιδιαιτέρως κρίσιμη. Το σώμα της ήταν παντού καμένο και μόνο στην περιοχή του στομαχιού διακρινόταν το δέρμα. Με γρήγορες κινήσεις τη μετέφεραν στο αυτοκίνητο του Αντ. Στρογγυλούδη και με αυτό στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο. Η πρώτη εντύπωση που σχηματίσθηκε ήταν πως το σπίτι είχε πιάσει φωτιά και τα τέσσερα θύματα είχαν εγκλωβιστεί στις φλόγες.

clip_image001-0

clip_image002-0

Τα πτώματα της Αντιγόνης Μάρκου(επάνω) και μικρού Γιώργου (κάτω)

Η Βασιλική πάλεψε για τη ζωή της περίπου 20 ώρες. Τα μεσάνυχτα της 5ης Ιανουαρίου εξέπνευσε. Όμως, στις 10 το πρωί, είχε προλάβει να αποκαλύψει την αλήθεια σε μία θεία της, την καλόγρια Φιλοθέη (Αθηνά Μάρκου), η οποία βρισκόταν δίπλα της από τις πρώτες ώρες που είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο. «Κοιμόμουνα και άκουσα θόρυβο» είπε στη συγγενή της η Βασιλική, που παρά την κατάστασή της διατηρούσε ακόμα τη διαύγειά της.

«Σηκώθηκα από το κρεβάτι μου και είδα τον άνδρα μου να σκορπά με ένα δοχείο βενζίνη (…). Μόλις με είδε, μου φώναξε πως θα πληρώσω για όλα. Του φώναξα πως είναι κακούργος και έβαλα τις φωνές, αλλά κανείς δεν με άκουγε. Με άρπαξε και με πέταξε στις φλόγες και με κρατούσε να καώ ζωντανή. Έκλεισε και την πόρτα για να μην γλιτώσουμε». Η Αθ. Μάρκου ενημέρωσε αμέσως τον γιατρό Νικ. Σγούρδα, ο οποίος με τη σειρά του ειδοποίησε τους αστυνομικούς. Στους τελευταίους, η Βασιλική επανέλαβε όσα είχε πει στη θεία της. Η πληροφορία μεταδόθηκε αμέσως στους αξιωματικούς, που ήταν υπεύθυνοι για τις έρευνες και βρίσκονταν ήδη στην περιοχή του συμβάντος.

Η Βασιλική Λυμπέρη

Η Βασιλική Λυμπέρη

 Νωρίτερα το πρωί, ο Β. Λυμπέρης είχε πάει στο εργοστάσιο συσσωρευτών του συζύγου της αδελφής του, στην περιοχή της Ακαδημίας Πλάτωνος, όπου εργαζόταν. Εκεί, ο πατέρας του Γιώργος τον πληροφόρησε για τα γεγονότα και εκείνος συντετριμμένος ξεκίνησε για τα Βριλήσσια μαζί με τον αδελφό του και τον σύζυγο της αδελφής του. Είχε ελαφρά εγκαύματα στο πρόσωπο και στο αριστερό πόδι, γεγονός που δικαιολόγησε με την ανάφλεξη καμινέτου το προηγούμενο βράδυ, όταν είχε επιχειρήσει να ψήσει έναν καφέ. Από καιρό ήταν σε διάσταση με τη γυναίκα του και διέμενε σε μία πανσιόν στην οδό Σωνιέρου 15, στο κέντρο της Αθήνας.

Μόλις ο Β. Λυμπέρης έφθασε στο σπίτι της οδού 28ης Οκτωβρίου, κάποιος από το συγκεντρωμένο πλήθος τον αναγνώρισε, φωνάζοντας προς τους αστυνομικούς: «Αυτός είναι ο πατέρας των παιδιών»! Η ατμόσφαιρα μονομιάς μεταβλήθηκε. Αστραπιαία, ο κόσμος που ήταν συγκεντρωμένος, κινήθηκε απειλητικά εναντίον του για να τον λυντσάρει. Ο Β. Λυμπέρης κοιτούσε σα χαμένος. Αμέσως παραδέχτηκε την ενοχή του.

«Εγώ το έκανα» είπε στους αστυνομικούς «αλλά δεν ήθελα να κάνω κακό στα παιδιά μου. Αιτία ήταν η πεθερά μου». Ο αδελφός του Δημήτρης αδυνατούσε να το πιστέψει. Δύο αστυνομικοί τον έβαλαν βιαστικά στο αυτοκίνητο του διορισμένου από τη δικτατορία κοινοτάρχη Βριλησσίων (που βρισκόταν και αυτός στο σημείο) και τον φυγάδευσαν.

clip_image004

clip_image005

Ο Β. Λυμπέρης φτάνει στο χώρο της αναπαράστασης του εγκλήματος (φωτό επάνω).
Την ίδια στιγμή, συγγενείς των θυμάτων απειλούν να τον λυντσάρουν (φωτό κάτω)

Ο Β. Λυμπέρης μεταφέρθηκε αμέσως στο Τμήμα Χαλανδρίου, όπου αβίαστα ομολόγησε το έγκλημα και έκανε την πλήρη περιγραφή του, κατονομάζοντας παράλληλα και τους συνεργούς του: επρόκειτο για τον 17χρονο εργατοτεχνίτη Παύλο Αγγελόπουλο, τον 24χρονο εργάτη, ξάδελφο του προηγούμενου, Θόδωρο Καπρέτσο και τον 20χρονο Θανάση Σταμάτη. Όλοι ήταν συγκάτοικοι στην πανσιόν της οδού Σωνιέρου.

Τραγική λεπτομέρεια: ο Θ. Καπρέτσος είχε φτάσει στην Αθήνα πριν από λίγες μέρες, προκειμένου να συμπαρασταθεί στον παράλυτο αδελφό του, ο οποίος νοσηλευόταν στο Κέντρο Αποκατάστασης Τραυματιών, στο Ψυχικό.Αμέσως, οι αστυνομικοί συνέλαβαν και τους τρεις, οι οποίοι ως το μεσημέρι της 6ης Ιανουαρίου επέμεναν πως δεν είχαν σχέση με την υπόθεση. Αλλά, μετά τις αναλυτικές πληροφορίες που είχε δώσει ο Β. Λυμπέρης, αναγκάστηκαν να παραδεχθούν την αλήθεια και να ομολογήσουν τη συμμετοχή τους στην τετραπλή δολοφονία. Από τις διαδοχικές (συχνά αλληλοσυγκρουόμενες) καταθέσεις τους, οι αστυνομικοί κατέληξαν, τελικά, στο «σενάριο» του εγκλήματος:

Ο Β. Λυμπέρης γνωρίστηκε με τον Π. Αγγελόπουλο και τον Θ. Καπρέτσο, τις ημέρες των Χριστουγέννων του 1971, παίζοντας μαζί τους χαρτιά στην πανσιόν της οδού Σωνιέρου. Από καιρό, στο μυαλό του γυρόφερνε την ιδέα να βγάλει από τη μέση την πεθερά του Αντ. Μάρκου, την οποία θεωρούσε ως βασική υπαίτια για τον κλονισμό της σχέσης του με τη Βασιλική. Εκμυστηρεύτηκε τη σκέψη του στον Π. Αγγελόπουλο και ζήτησε να τον βοηθήσει με την υπόσχεση να του δωρίσει ένα αυτοκίνητο.

Για να τον πείσει του έδειχνε σχεδιαγράμματα του σπιτιού και του επεσήμανε το γεγονός πως το σημείο στο οποίο αυτό βρισκόταν ήταν ερημικό, επομένως η δουλειά θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Ο Π. Αγγελόπουλος αν και αρχικώς στάθηκε επιφυλακτικός απέναντι στην πρόταση αυτή, αργότερα προσχώρησε στα σχέδια του Β. Λυμπέρη, ενημερώνοντας μάλιστα σχετικώς και τον Θ. Καπρέτσο. Επιπλέον, μερικές μέρες πριν από την 4η Ιανουαρίου, πήγε μαζί με το Β. Λυμπέρη στο σπίτι των Βριλησσίων, αλλά δεν υλοποίησαν το σχέδιο διότι, σύμφωνα με το Β. Λυμπέρη, «δεν έφτανε η βενζίνη» που είχαν μαζί τους.

 clip_image006

Οι φωτογραφίες των (από αριστερά) Π. Αγγελόπουλου, Θ. Καπρέτσου
και Θ. Σταμάτη, όπως δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες της εποχής

Το βράδυ της Δευτέρας 4 Ιανουαρίου, ο Β. Λυμπέρης συνάντησε τον Π. Αγγελόπουλο και τον Θ. Καπρέτσο σε μία ταβέρνα και τους ξαναμίλησε για το σχέδιό του. Ήθελε να τρομοκρατήσει την Αντ. Μάρκου, ώστε να πάψει να δημιουργεί εμπόδια στην σχέση του με τη σύζυγο και τα παιδιά του. Ο Β. Λυμπέρης επανέλαβε τις υποσχέσεις του για το αυτοκίνητο και χρήματα που θα τους έδινε αν τον βοηθούσαν. Και οι τρεις, ήπιαν πολύ εκείνο το βράδυ. Ο Π. Αγγελόπουλος θα πει αργότερα σε μία συνέντευξη πως «αν δεν υπήρχε το ποτό, δεν θα γινότανε αυτή η καταστροφή». Αποφασίσθηκε να δράσουν το ίδιο βράδυ. Αλλά ο Π. Αγγελόπουλος είχε έναν δισταγμό. Θυμάται ο ίδιος: «Πριν πάμε στο σπίτι, του λέω (σ.σ.: του Β. Λυμπέρη):

Και αν είναι μέσα η γυναίκα σου και τα παιδιά σου;’ Και με πήρε και με πήγε σε ένα περίπτερο και σήκωσε το τηλέφωνο η πεθερά του. Της λέει: ‘Θέλω να έρθω να δω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου’. Και του απαντάει: ‘Δεν είναι εδώ. Λείπουνε στο Πέραμα. Θα έρθουν μετά από πέντε μέρες. Και εγώ θα φύγω’». Αργότερα, έγινε γνωστό ότι ο Β. Λυμπέρης είχε τηλεφωνήσει ξανά στην πεθερά του την προηγούμενη ημέρα και εκείνη του είχε απαντήσει με τον ίδιο τρόπο.Με το αυτοκίνητο του Β. Λυμπέρη, ξεκίνησαν και οι τρεις για την περιοχή των Βριλησσίων.

Από το δρόμο, ο Θ. Καπρέτσος αγόρασε δύο κουτιά σπίρτα. Στο πορτ-παγκάζ του αυτοκινήτου υπήρχαν δύο ζευγάρια χοντρά γάντια και τρία μπιτόνια με βενζίνη, που ο Β. Λυμπέρης είχε προμηθευτεί νωρίτερα.Λίγη ώρα μετά τα μεσάνυχτα, έφθασαν κοντά στο σπίτι.

«Αθόρυβα σταμάτησε το μικρό αυτοκίνητο στο χέρσο χωράφι, λίγες εκατοντάδες μέτρα μακρυά από το στόχο» θα γράψει η εφημερίδα «Απογευματινή» στις 7 Ιανουαρίου 1972.

«(…) Γύρω επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι. Και μόλις που διέκρινες τα μικρά, φτωχικά σπιτάκια ριζωμένα στην πλαγιά. Οι πόρτες του αυτοκινήτου άνοιξαν και πετάχτηκαν από μέσα 3 πρόσωπα. Έβγαλαν έξω τρία μπιτόνια με βενζίνη και την άδειασαν σε ισάριθμους πλαστικούς κουβάδες: πράσινο, κόκκινο και λευκό. Οι κινήσεις ήταν πάντα αθόρυβες, προσεκτικές. Μέχρι την στιγμή που πλησίασαν στο στόχο, οι δύο από αυτούς άρπαξαν τα 3 δοχεία με τη βενζίνη και προχώρησαν προς το σπίτι. Ο ένας ψηλός και σωματώδης, ο άλλος κοντός και λεπτός. Πίσω τους άφησαν τον τρίτο της παρέας που περίμενε στο ΙΧ για να προσέχει, ίσως, τη γύρω περιοχή (…)».

Ένας από τους κουβάδες, που χρησιμοποίησαν οι δράστες

Ένας από τους κουβάδες, που χρησιμοποίησαν οι δράστες

Ο «ψηλός και σωματώδης» ήταν ο Β. Λυμπέρης, ο άλλος ο Π. Αγγελόπουλος. Στο αυτοκίνητο έμενε ο Θ. Καπρέτσος. Με αργά, αθόρυβα πατήματα προχώρησαν προς την είσοδο του σπιτιού. «Ξέραμε ότι ήταν ένας άνθρωπος μέσα» θα πει αργότερα ο Π. Αγγελόπουλος «αλλά πιστεύαμε ότι δεν θα πάθει τίποτα. Το μυαλό όλων μας δεν λειτουργούσε. Είχε σταματήσει. Δεν μπορούσαμε να σκεφτούμε. Επηρεασμένοι από το αλκοόλ δεν μπορούσαμε να σκεφτούμε τι θα συμβεί». Πριν μπουν στο σπίτι, φόρεσαν τα γάντια για να μην αφήσουν ίχνη.

Ο Β. Λυμπέρης άνοιξε την πόρτα με τα δικά του κλειδιά και αφουγκράστηκε. Μετά και οι δύο προχώρησαν στο εσωτερικό του σπιτιού κρατώντας από έναν κουβά στο χέρι. Τον τρίτο τον είχαν αφήσει έξω από την είσοδο.Με την υπόδειξη του Β. Λυμπέρη, ο Π. Αγγελόπουλος κινήθηκε προς τα δεξιά όπου βρισκόταν το δωμάτιο της Αντ. Μάρκου. Στο δωμάτιο της, μέσα στην κούνια του, κοιμόταν το μικρό αγόρι του ζεύγους. Άδειασε τον κουβά με τη βενζίνη κάτω από το κρεβάτι της Αντ. Μάρκου. Δύο σπίρτα έσπασαν στα χέρια του, το τρίτο άναψε. Η φωτιά ξέσπασε ακαριαία και συνοδεύτηκε από έναν έντονο κρότο. Ήταν η στιγμή που ο Β. Λυμπέρης έμπαινε στο άλλο δωμάτιο, όπου κοιμόταν η Βασιλική με την κόρη τους. Η δυνατή λάμψη και ο ήχος της έκρηξης από την ανάφλεξη της βενζίνης στο διπλανό δωμάτιο, ξύπνησε την Βασιλική και την μικρή Παναγιώτα. Από το κρεβάτι της ακόμα, πρόλαβε να δει τον Β. Λυμπέρη να σκορπίζει τη βενζίνη στο πάτωμα και να ανάβει ένα σπίρτο.

Η Παναγιώτα άρχισε να κλαίει. Η Βασιλική χίμηξε πάνω του ουρλιάζοντας. Ο Β. Λυμπέρης τα ‘χασε. Δεν φανταζόταν πως ήταν και τα παιδιά του μέσα στο σπίτι. Άκουσε γύρω του τον ήχο τζαμιών που έσπαγαν από τη θερμοκρασία και τις φωνές τρόμου της Αντ. Μάρκου και του γιου του. Είδε τα τρομαγμένα μάτια της κόρης του και τη Βασιλική να του επιτίθεται. Την έσπρωξε με δύναμη στο κρεβάτι. Είχε φτάσει στα όριά του και εκείνη τη στιγμή τα δρασκέλιζε!Άναψε ένα σπίρτο και το πέταξε στο υγρό, από τη βενζίνη, πάτωμα. Η Βασιλική και η κόρη του έκαναν μια απέλπιδα προσπάθεια να γλιτώσουν.

Ο Β. Λυμπέρης δεν έλεγχε πια τις αντιδράσεις του και με μια καρέκλα έσπρωξε τα σώματά τους στις φλόγες. Στην προσπάθειά του αυτή, οι φλόγες τον έκαψαν ελαφρά στη μύτη, το μάγουλο, το λαιμό και καψάλισαν μερικές τρίχες από τα μαλλιά του. Η Βασιλική προσπάθησε να πλησιάσει τη τηλεφωνική συσκευή για να ζητήσει βοήθεια, αλλά ο Β. Λυμπέρης την έριξε ξανά μέσα στις φλόγες και με το πόδι του την πάτησε στο στήθος, ώστε αυτή να μην μπορεί να κινηθεί.

Δεν είχαν περάσει παρά ελάχιστα λεπτά, από τη στιγμή που οι δύο άνδρες είχαν εισέλθει στο σπίτι, όταν ο Π. Αγγελόπουλος αντιλήφθηκε μόλις τότε πως στο σπίτι βρίσκονταν και τα παιδιά. «Τι κάνεις; Είναι και τα παιδιά σου εδώ!» φώναξε προς τον Β. Λυμπέρη. Αλλά αυτός, πια, δεν άκουγε. Με την καρέκλα και το σώμα του απωθούσε τη σύζυγο και την κόρη του μέσα στο φλεγόμενο υπνοδωμάτιο.

Ο Π. Αγγελόπουλος βρέθηκε σε απόγνωση. Οι φλόγες που έγλυφαν τους τοίχους, η μυρωδιά της καμένης σάρκας, ο σπαραγμός στις κραυγές των θυμάτων, άπλωναν παντού ένα ζοφερό, εφιαλτικό σκηνικό. Άρπαξε τον τρίτο κουβά και τον έριξε προς τον Β. Λυμπέρη, αλλά αυτός τραβήχτηκε γρήγορα και γλίτωσε, με ελαφρά εγκαύματα στην αριστερή κνήμη. «Δεν ήθελε ο Λυμπέρης να σταματήσουμε με τίποτα. Προσπάθησα να τον σταματήσω αλλά απέτυχα. Με έναν τρόπο που εκείνη τη στιγμή δεν ξέρω αν ήταν σωστός ή λάθος» εξομολογήθηκε αργότερα ο Π. Αγγελόπουλος.

Αμέσως μετά, ο Β. Λυμπέρης έτρεξε προς την έξοδο του σπιτιού, ακολουθούμενος από τον συνεργό του. Κάποιες πληροφορίες ανέφεραν πως βγαίνοντας από το σπίτι, κλείδωσε την εξωτερική πόρτα για να εγκλωβίσει στο εσωτερικό τα θύματα. Την ώρα που οι τρεις άνδρες απομακρύνονταν με το αυτοκίνητο, το σπίτι είχε τυλιχθεί στις φλόγες. Μέσα, τρεις άνθρωποι άφηναν την τελευταία τους πνοή, ενώ η Βασιλική ανέπνεε ακόμα, αλλά με βαριά εγκαύματα σε ολόκληρο το σώμα της …

 

Έφθασαν στην πανσιόν της οδού Σωνιέρου, γύρω στις δύο τα ξημερώματα. Αμέσως, ανέβηκαν στο δωμάτιο του Θ. Σταμάτη. Εκεί του αφηγήθηκαν όσα είχαν συμβεί λίγη ώρα νωρίτερα και του ζήτησαν να τους βοηθήσει. Ο Β. Λυμπέρης του έδωσε τα καμένα ρούχα του και του είπε να τα πετάξει στα σκουπίδια. Μετά, όλοι συμφώνησαν να προβάλλουν ως άλλοθι πως την ώρα των φόνων έπαιζαν χαρτιά στο δωμάτιο του Β. Λυμπέρη, ενώ για τα εγκαύματά του επινοήθηκε η δικαιολογία με το καμινέτο. Μετά, ο Β. Λυμπέρης πήγε στο δωμάτιό του. Ξυρίστηκε, έβαλε λίγη βαζελίνη στα καμένα σημεία του προσώπου του και κοιμήθηκε.

Στις 7.30 το πρωί πήγε στο εργοστάσιο μπαταριών του γαμπρού του, όπου εργαζόταν

Αρχή και τέλος στο νοσοκομείο …

Ο Βασίλης Λυμπέρης και η Βασιλική Μάρκου είχαν γνωριστεί το Πάσχα του 1967, όταν ο πατέρας του πρώτου, Γιώργος, είχε υποστεί έμφραγμα και είχε εισαχθεί στο Λαϊκό Νοσοκομείο. Στον ίδιο θάλαμο νοσηλευόταν και ο πατέρας της Βασιλικής.

Η αρχική γνωριμία εξελίχθηκε σε ερωτική σχέση η οποία τον Δεκέμβριο του ίδιου κατέληξε σε γάμο. Ο Γιώργος Λυμπέρης δεν αντιμετώπισε θετικά αυτόν το γάμο, αλλά αναγκάσθηκε να υποκύψει στην επιθυμία του γιου του όταν έμαθε πως η Βασιλική ήταν ήδη έγκυος. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν, εγκαταστάθηκαν στο σπίτι της οδού 28ης Οκτωβρίου στα Βριλήσσια, μαζί με τους γονείς της Βασιλικής. «Ο βίος μας στην αρχή ήταν ομαλός, τον δεύτερο προς τον τρίτο μήνα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Ο Βασίλης έγινε οξύθυμος, ώσπου τον τρίτο μήνα μου είπε πως τον έδιωξαν από τη δουλειά του και ότι δεν του έδωσαν αποζημίωση. (…) Όλο αυτό το διάστημα, είμαστε με τους γονείς μου που μας βοηθούσαν οικονομικά» έγραψε αργότερα η Βασιλική σε ένα τετράδιο που παρέδωσε στον δικηγόρο της Χρ. Καραχάλιο.

Η σύγκρουση δεν άργησε να έρθει. Ο Β. Λυμπέρης θα πει στην απολογία του ενώπιον του Κακουργιοδικείου Αθηνών: «Από την πρώτη στιγμή που παντρευτήκαμε με τη Βασιλική, η πεθερά μου έπαιρνε σε όλα τα θέματα το μέρος της κόρης της. Αντίθετα, ο πεθερός μου ήταν αμερόληπτος άνθρωπος και συχνά έλεγε στην πεθερά μου να μην ανακατεύεται. (…) Παντρεύτηκα πριν γνωρίσω καλά τη γυναίκα μου και μετά το γάμο μου διεπίστωσα ότι δεν τα κατάφερνε στο νοικοκυριό. Γι αυτό, δεν έφταιγε τόσο η γυναίκα μου, όσο η πεθερά μου που δεν της το είχε μάθει. Δεν είχαμε ακόμα παιδιά και είπα στη γυναίκα μου να χωρίσουμε τότε που ήταν πιο εύκολο, επειδή δεν ταιριάζαμε στον χαρακτήρα. Έφυγα και κατέβηκα στους γονείς μου που με συμβούλεψαν να γυρίσω στη γυναίκα μου. Κατάλαβα το λάθος μου και επέστρεψα (…)».

Μετά την επιστροφή του Β. Λυμπέρη στο σπίτι των Βριλησσίων, η κατάσταση εξομαλύνθηκε κάπως, ως τη στιγμή που ένα απρόοπτο γεγονός ανέτρεψε την εύθραυστη ισορροπία: η Βασιλική απέβαλε. Η αντίδραση του Β. Λυμπέρη απέναντι στο γεγονός αυτό ήταν ακαριαία. «Όταν έκανα αποβολή, αυτός αντί να κάθεται μαζί μου, έφευγε από το σπίτι και πήγαινε στο σινεμά ή βόλτες» θα περιγράψει αργότερα η Βασιλική.

Λίγο καιρό αργότερα, ο πατέρας της Βασιλικής πέθανε. «Μετά το θάνατο του πεθερού μου» θα υποστηρίξει στην απολογία του ο Β. Λυμπέρης «διηύθυνε το σπίτι η πεθερά μου και όχι η γυναίκα μου. Αυτή την κατάσταση δεν μπορούσα να τη δεχθώ και έτσι αποφάσισα να φύγουμε με τη γυναίκα μου από το σπίτι στα Βριλήσσια». Έτσι, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε σε ένα διαμέρισμα επί της οδού Μιχ. Βόδα.

Η Βασιλική έμεινε ξανά έγκυος. Στα τέλη του 1968, ο Β. Λυμπέρης, με χρήματα που εξασφάλισε από την πώληση ενός οικοπέδου, ιδιοκτησίας της Βασιλικής, άνοιξε ένα εργαστήριο μπαταριών στην οδό Ακομινάτου, στο κέντρο της Αθήνας. «Και πριν και μετά το γάμο, με πίεζε να πουλήσω κάτι οικόπεδα που μου είχε δώσει προίκα ο πατέρας μου, προκειμένου να ανοίξει εργαστήριο μπαταριών» ανέφερε στο ημερολόγιό της η Βασιλική. «Μάλιστα, όταν ήμουνα έγκυος, μου είπε ενώπιον των συγγενών μου ότι αν δεν πωλούσα θα με χώριζε κι ας ήμουν 9 μηνών και ότι δεν είχε λεφτά να με ξεγεννήσει και να τα πλήρωνε η μάνα μου».

Στο διάστημα αυτό, οι δουλειές του Β. Λυμπέρη δεν πήγαιναν καλά. Τα προβλήματα στις σχέσεις του ζευγαριού άρχισαν και πάλι να πυκνώνουν. Ο Β. Λυμπέρης έλειπε όλο και περισσότερο από το σπίτι. Κάποιες πληροφορίες ανέφεραν πως συνήθιζε να παίζει σε χαρτοπαικτικές λέσχες. Κάποιες φορές δεν επέστρεφε στο σπίτι του και κοιμόταν στο μαγαζί. Ταυτόχρονα, πίεζε τη Βασιλική να πουλήσει και τα άλλα περιουσιακά της στοιχεία για να βοηθηθούν οικονομικά.

Η Βασιλική Λυμπέρη με την κόρη της Παναγιώτα

Η Βασιλική Λυμπέρη με την κόρη της Παναγιώτα

Ένα, περίπου, χρόνο μετά, ο Β. Λυμπέρης αναγκάστηκε να κλείσει το μικρό εργοστάσιο μπαταριών, έχοντας ήδη σημαντικές οικονομικές απώλειες. Μαζί με τη Βασιλική και την μικρή κόρη τους επέστρέψαν στο σπίτι των Βριλησσίων, όπου έμενε μόνη, πλέον, η μητέρα της Βασιλικής, Αντιγόνη Μάρκου. Ο Β. Λυμπέρης άρχισε να εργάζεται σε διάφορες δουλειές, αλλά η οικονομική τους κατάσταση παρέμενε δυσχερής και πολλές φορές αναγκάζονταν να δανείζονται για να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές ανάγκες.

Η Βασιλική ήθελε να εργασθεί ώστε να συμβάλει στα οικογενειακά έξοδα ενώ, εν τω μεταξύ, περίμενε το δεύτερο παιδί της. Ο Β. Λυμπέρης αρνιόταν κάθε τέτοια σκέψη. Οι συγκρούσεις του με τη Βασιλική αλλά κυρίως με την Αντ. Μάρκου γίνονταν ολοένα και πιο πυκνές. Κάθε τόσο ζητούσε να πουλήσουν ένα ακόμα οικόπεδο. Συγγενείς των δύο γυναικών θα καταθέσουν αργότερα πως ο Β. Λυμπέρης έφτανε στο σημείο να τις απειλεί για να επιτύχει τον σκοπό του. Τελικώς, το οικόπεδο πουλήθηκε και με ένα μέρος από το ποσό ο Β. Λυμπέρης αγόρασε καινούργιο αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο με το οποίο πήγε το βράδυ της 4ης προς 5η Ιανουαρίου του 1972, στο σπίτι των Βριλησσίων…

Στις 5 Ιανουαρίου του 1971, λίγο πριν από το δεύτερο τοκετό της, η Βασιλική παρέδωσε στον δικηγόρο της μία ιδιόγραφη διαθήκη. «Μεταξύ άλλων» είπε αργότερα ο ίδιος «έγραφε ότι αποκλήρωνε από την περιουσία της τον σύζυγό της, λόγω της απαράδεκτης συμπεριφορά του και πως την άφηνε στα παιδιά της. Ίσως φοβόταν μήπως πάθει κάτι κακό στη γέννα, επειδή το πρώτο της παιδί το είχε κάνει με καισαρική».

Μετά τη γέννηση και του δεύτερου παιδιού, η ρήξη στις σχέσεις του ζευγαριού έγινε οριστική. Ο Β. Λυμπέρης θα πει στην απολογία του: «Οι σχέσεις μου με την πεθερά μου χειροτέρευαν και δεν μπορούσα να δω τα παιδιά μου. (…) Αιτία ήταν κάποια λεφτά που μου είχε δώσει και δεν τα είχα επιστρέψει. Έτσι, αναγκάστηκα να ξαναφύγω από τα Βριλήσσια. Αυτή τη φορά, η γυναίκα μου δεν με ακολούθησε. Η μάνα της και οι συγγενείς της την απειλούσαν πως αν με ακολουθούσε θα την αποκλήρωναν.

Έτσι, όταν μου πρότεινε να χωρίσουμε δέχτηκα με τον όρο ότι το διαζύγιο θα έβγαινε για ασυμφωνία χαρακτήρων και θα έπαιρνα το αγοράκι μας, όταν μεγάλωνε. Μετά τα παιδιά μου δεν τα έβλεπα πια. Στο σπίτι δεν με άφηναν να μπω. Ήδη είχα αρχίσει να πληρώνω 2.000 δρχ. το μήνα για διατροφή. Τότε, η γυναίκα μου, επηρεασμένη από τη μητέρα της, θέλησε να βγάλει το διαζύγιο εις βάρος μου, ότι δήθεν είμαι βάναυσος και τέτοια (σ.σ.: η αίτηση διαζυγίου επρόκειτο να συζητηθεί στις 18 Ιανουαρίου 1972)».

Όταν ο Β. Λυμπέρης έφυγε από το σπίτι των Βριλησσίων, κοιμόταν αρχικώς στο πατάρι του μαγαζιού όπου εργαζόταν και αργότερα νοίκιασε ένα δωμάτιο στην πανσιόν της οδού Σωνιέρου. Την ίδια περίοδο, η Βασιλική έπιασε δουλειά ως εργάτρια στο εργοστάσιο ηλεκτρικών συσκευών «ΕΣΚΙΜΟ».

Την εποχή εκείνη, ο Β. Λυμπέρης γνώρισε τη 18χρονη Μαρία Γκίκα. Η ίδια θα δηλώσει αργότερα στους δημοσιογράφους: «Τέσσερις μήνες με γυρόφερνε ο Λυμπέρης. Με πρωτοείδε ένα πρωί στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς που είναι το εργοστάσιο μπαταριών που εργαζόταν.

Ένοιωσε κάτι κεραυνοβόλο –όπως μου είπε αργότερα- και από εκείνη τη στιγμή δεν με άφησε από τα μάτια του ούτε λεπτό. Παρακολουθούσε τις κινήσεις μου, με περίμενε ώρες ολόκληρες έξω από το σπίτι και με φλερτάριζε επίμονα. Στο τέλος δεν άντεξα και δέχτηκα κάποιο απόγευμα να τον δω. Τον ρώτησα τι θέλει από μένα και εκείνος μου απάντησε ότι με αγαπάει. Μου φέρθηκε ευγενικά και συνεσταλμένα και πίστεψα τα λόγια του.

Ήταν ευγενικός και μου ζήτησε να παντρευτούμε, μου έλεγε ότι θα με κάνει ευτυχισμένη και θα μου εξασφάλιζε μία άνετη ζωή. Μετά την πρώτη συνάντηση, πέρασαν αρκετές ημέρες μέχρι να τον ξαναδώ. Βγήκαμε, ύστερα μερικές φορές και πήγαμε βόλτα με το αυτοκίνητο. Ποτέ δεν μου μίλησε για τη ζωή του και ποτέ δεν μου έδειξε ότι, τον απασχολεί κάτι πολύ σοβαρό. Πίστεψα ότι, ήθελε πράγματι να με παντρευτεί και άρχισα να του έχω εμπιστοσύνη. Οι συναντήσεις μας ήταν λιγοστές γιατί δεν μπορούσα να λείψω από το σπίτι επειδή ο πατέρας μου ήταν αυστηρός και εγώ έβγαινα για πρώτη φορά με αγόρι.

Αυτό, τον στεναχωρούσε και τότε του είπα να πιάσει τον πατέρα μου και να με ζητήσει και αφού πάρει τη συγκατάθεσή του θα μπορούσε να έρχεται να με βλέπει στο σπίτι. Λίγες μέρες μετά, έμαθα ότι είναι παντρεμένος και έχει δύο ανήλικα παιδιά. Του ζήτησα να μου πει γιατί τόσο καιρό με κορόιδευε και μου απάντησε πως με τη γυναίκα του είχε φιλικές σχέσεις και πως σε λίγο καιρό θα έπαιρνε διαζύγιο. Έφυγα αηδιασμένη και από τότε δεν θέλησα να τον ξαναδώ. Κάποια μέρα ήρθε στο σπίτι να με ζητήσει από τον πατέρα μου και αυτός τον έδιωξε λέγοντάς του πως δεν μπορεί να το κάνει αυτό αφού είναι παντρεμένος. Τρεις μήνες αργότερα (…) διάβασα για το περιστατικό (…)».

Ο Βασίλης Λυμπέρης με τον γιο του Γιώργο

Ο Βασίλης Λυμπέρης με τον γιο του Γιώργο

Τη σχέση του άντρα της με τη Μ. Γκίκα, η Βασιλική την έμαθε από ένα τυχαίο περιστατικό. Λίγο καιρό, μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού της πήγε να βρει τον Β. Λυμπέρη στο μαγαζί του, με πρόθεση να συμφιλιωθούν και αυτός να επιστρέψει στο σπίτι. Η ίδια θα σημειώσει μετά στο ημερολόγιό της πως «την ώρα που ήμουνα εκεί, κτύπησε το τηλέφωνο και άκουσα το Βασίλη να αποκαλεί το συνομιλητή του με το όνομα Μαρία.

Κατάλαβα ότι κάποια γυναίκα υπήρχε στη ζωή του. Του είπα ότι το διαζύγιο δεν επρόκειτο να του το δώσω. Έτσι, την άλλη μέρα, ήρθε και με βρήκε και, κλαίγοντας, μου είπε ότι, πράγματι συνδεόταν με τη Μαρία, ότι την αγαπούσε πολύ και ήθελε να την παντρευτεί. Μετά από λίγες ημέρες, όμως, ήρθε πάλι και μου ζήτησε να τον συγχωρέσω. Μου είπε επίσης ότι στο εξής θα ήταν καλός (…)».

Τους τελευταίους μήνες του 1971, στη ζωή του Β. Λυμπέρη επικρατούσε τρικυμία. Η αδιέξοδη σχέση του με τη Μ. Γκίκα και η κρίση στις σχέσεις του με τη Βασιλική και τα παιδιά του «ροκάνιζαν» όλα τα αποθέματα της ψυχικής του αντοχής. Πάλευε με τους δαίμονές του, προσπαθώντας να ξεδιαλύνει τις αιτίες των όσων τού συνέβαιναν. Στο μυαλό του σωρεύονταν το μίσος και η επιθυμία εκδίκησης, που κυρίως στρέφονταν στο πρόσωπο της Αντ. Μάρκου. Ο ίδιος ήταν αποκαλυπτικός, κατά την απολογία του ενώπιον του Κακουργιοδικείου Αθηνών:

«Στο μυαλό μου άρχισαν να περνούν διάφορες σκέψεις για το τι έπρεπε να κάνω για να ξανακερδίσω τη γυναίκα και τα παιδιά μου. (…) Ήθελα να αποφύγω την κακή σκέψη, αλλά ο σατανάς με εκμεταλλεύθηκε. Στο μυαλό μου στριφογύριζε η ιδέα της φωτιάς. Δεν ήθελα, όμως, να πάω φυλακή. Ήθελα να κάψω μόνο το σπίτι, χωρίς να με δει η πεθερά μου. Πίστευα ότι τότε η γυναίκα μου και τα παιδιά μου δεν θα είχαν που να μείνουν και θα ξαναγύριζαν κοντά μου. (…) Έφθασα σε αυτό το σημείο γιατί ήθελα να κερδίσω τα παιδιά μου. (…)

Ήθελα να το αποφύγω, αν μπορούσα, αλλά η ιδέα αυτή δεν ξεκολλούσε από το μυαλό μου. (…) Στην αρχή σκεφτόμουν να το κάνω μόνος μου. Δεν είχα θάρρος, όμως. Ποτέ ως τότε δεν είχα παρανομήσει. Σεβόμουν τους νόμους της κοινωνίας. Έτσι, έκανα την πρόταση στον Αγγελόπουλο και τον Καπρέτσο (…)».Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1971, ο Β. Λυμπέρης αγόρασε μερικά δώρα και πήγε στα Βριλήσσια για να επισκεφθεί τη γυναίκα και τα παιδιά του. Όμως δεν του επέτρεψαν να μπει στο σπίτι και έτσι πήρε τα παιδιά, για λίγη ώρα, μέσα στο αυτοκίνητο. Ορισμένοι μάρτυρες ανέφεραν πως η ενέργεια αυτή του Β. Λυμπέρη ήταν ιδιοτελής, καθώς έτσι πίστευε πως θα μπορούσε να αμβλύνει τις αντιρρήσεις της Βασιλικής και να την πείσει να πουλήσει ένα ακόμα περιουσιακό της στοιχείο.

Τις πρώτες ημέρες του 1972, η ιδέα της φωτιάς πυράκτωνε, πλέον, το μυαλό του Β. Λυμπέρη. Και το βράδυ της 4ης προς 5η Ιανουαρίου, είχε εισέλθει πια σε μια αμετάκλητη διαδρομή. Αργότερα, ο ίδιος θα πει ότι, εκείνο το βράδυ η ιδέα της φωτιάς τον είχε κυριεύσει πλήρως. Προσπάθησε να τη διώξει και για το λόγο αυτό πήγε στον κινηματογράφο και είδε την ελληνική ταινία «Η κόρη του ήλιου» (σκην.: Ντ. Δημόπουλος).Τη στιγμή που το αναμμένο σπίρτο έπεφτε πάνω στη χυμένη βενζίνη, έκλεινε οριστικά ένας κύκλος.

Σχεδόν ένα 24ωρο αργότερα, η Βασιλική άφηνε την τελευταία της πνοή στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Ήταν ένα δωμάτιο όμοιο με αυτό στο οποίο είχε γνωρίσει τον Β. Λυμπέρη, πέντε χρόνια νωρίτερα…

Η δίκηΗ δίκη για την υπόθεση, πραγματοποιήθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών (Κακουργιοδικείο) στις 5, 6 και 7 Μαΐου 1972. Οι Β. Λυμπέρης και ο Π. Αγγελόπουλος κατηγορούνταν για τέσσερις δολοφονίες εκ προθέσεως ιδιαζόντως ειδεχθείς και διακεκριμένη φθορά δια πυρός, ο Θ. Καπρέτσος για απλή συνέργια και στις δύο πράξεις των δύο προηγουμένων, ενώ ο Θ. Σταμάτης για υπόθαλψη εγκληματία. Οι αίθουσα του δικαστηρίου είχε κατακλυσθεί από κόσμο, που ζητούσε την παραδειγματική τιμωρία, τόσο του Β. Λυμπέρη, όσο και των άλλων τριών κατηγορουμένων.

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, η έδρα προσπάθησε να διερευνήσει τα βαθύτερα αίτια της πράξης του Β. Λυμπέρη και των άλλων τριών. Οι μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν πως «η διάσταση του Βασίλη με τη Βασιλική, άρχισε μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού τους» (κατάθεση Ευαγ. Στρογγυλούδη, αδελφής της Βασιλικής), ότι «ο Λυμπέρης δεν αγαπούσε τη Βασιλική, την παντρεύτηκε για την περιουσία της, πωλούσε τα κτήματά της και τα χρήματα που έπαιρνε τα σπαταλούσε εδώ και εκεί, άσκοπα. Η Βασιλική έκανε πολλές φορές παράπονα ότι δεν περνάει καλά μαζί του και πως έκανε άσχημα που δεν μας άκουσε και τον παντρεύτηκε» (κατάθεση Αντ. Στρογγυλούδη, συζύγου της προηγουμένης) και πως «η οικογένεια Μάρκου (σ.σ.:η οικογένεια των θυμάτων) επρόκειτο περί αρίστης οικογενείας και όταν μπήκε ο Λυμπέρης στην οικογένεια, άρχισε η κατάρρευση» (κατάθεση Χρ. Καραχάλιου, δικηγόρου της Βασιλικής).

Από την πλευρά τους, οι μάρτυρες υπεράσπισης χαρακτήρισαν τον Β. Λυμπέρη ως έναν καλό πατέρα, ο οποίος «αγαπούσε πολύ τα παιδιά του και δεν μιλούσε άσχημα για τη γυναίκα του, αλλά μόνο με την πεθερά του δεν τα πήγαινε καλά» (κατάθεση Ι. Κελαϊδή, συναδέλφου του Β. Λυμπέρη), ότι «ήταν φοβιτσιάρης» (κατάθεση του ίδιου μάρτυρα), πως «συναντούσε τη γυναίκα του κρυφά από την πεθερά του, στο Πεδίο του Άρεως, για να μπορεί να βλέπει τα παιδιά του» (κατάθεση Δ. Λυμπέρη, αδελφού του κατηγορουμένου) και τέλος πως «αγαπούσε τα παιδιά του» και «έδινε 500 δρχ. το μήνα για τη διατροφή τους» (κατάθεση Δ. Κουβαρά).

Ο ίδιος ο Β. Λυμπέρης, στην απολογία του επέμεινε πως δεν κατάλαβε ότι, εκείνο το βράδυ, τα παιδιά του βρίσκονταν στο σπίτι των Βριλησσίων, πως είναι μετανοιωμένος για ό,τι έγινε και ότι δεν είναι κακούργος. Οι άλλοι τρεις κατηγορούμενοι προσπάθησαν να μεταφέρουν το βάρος των ευθυνών στον Β. Λυμπέρη, ώστε να ελαφρύνουν τη δική τους θέση.

Στην αγόρευσή του, ο εισαγγελέας είπε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «(…) Ο εγκληματικός χαρακτήρας του Λυμπέρη που προϋπήρχε, τελειοποιήθηκε με την εγκατάστασή του στην πανσιόν της οδού Σωνιέρου και με τον έρωτά του προς τη Μαρία Γκίκα. Δύο, συνεπώς, είναι τα ελατήρια του Λυμπέρη: να κληρονομήσει τη σύζυγό του και να παντρευτεί τη Μαρία. (…) Το έγκλημα διαπράχθηκε εν γνώσει του Λυμπέρη ότι, όλοι βρισκόντουσαν μέσα στο σπίτι. Φρονώ ότι, η προμελέτη του εγκλήματος προέκυψε κατά τρόπο σαφή εκ της ακροαματικής διαδικασίας. (…) Για πρώτη φορά στα εγκληματικά χρονικά της χώρας μας, εμφανίζεται έγκλημα τέτοιων διαστάσεων. Και δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί απεχθές (…)».

Το πρωί της 7ης Μαΐου, μετά από διάσκεψη 45 λεπτών, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του, με την οποία έκρινε τους κατηγορουμένους ενόχους και επέβαλε:
-στο Β. Λυμπέρη, την ποινή «τετράκις εις θάνατον», για τη δολοφονία της γυναίκας, της πεθεράς και των δύο παιδιών του και ποινή φυλάκισης 5 ετών για φθορά ξένης περιουσίας,
-στον Π. Αγγελόπουλο τις ίδιες ακριβώς ποινές,
-στον Θ. Καπρέτσο, την ποινή της «τετράκις ισοβίας καθείρξεως» για τους φόνους και ποινή φυλάκισης 5 ετών για τον εμπρησμό, και
-στον Θ. Σταμάτη, ποινή φυλάκισης 3 ετών για απόκρυψη της εγκληματικής δράσης των άλλων τριών.

Μετά την καταδίκη του, ο Β. Λυμπέρης μεταφέρθηκε στις φυλακές της Αίγινας, όπου όπως θυμάται ο τότε πολιτικός κρατούμενος Τάκης Μπενάς «κρατούνταν στα πειθαρχία (…) όχι γιατί ήταν απομονωμένος σαν θανατοποινίτης, αλλά διότι οι ποινικοί κρατούμενοι δεν τον δέχτηκαν στις ακτίνες τους, απειλώντας μάλιστα να τον σκοτώσουν. Έτσι, ο Λυμπέρης δεν είχε καμιά επικοινωνία για όσο διάστημα έμεινε στην Αίγινα». Λίγο καιρό αργότερα, μετήχθη στις φυλακές Αλικαρνασσού και αμέσως τέθηκε σε απομόνωση. Για να καπνίσει έπρεπε να του δώσει φωτιά ο φύλακας, που βρισκόταν έξω από το κελί του, ενώ μπορούσε να βγαίνει στο προαύλιο μόνο μισή ώρα το πρωί και μισή ώρα το μεσημέρι, όταν οι άλλοι κρατούμενοι είχαν επιστρέψει στα κελιά τους. Μάλιστα, όσοι πολιτικοί κρατούμενοι βρίσκονταν εκείνη την εποχή στις φυλακές Αλικαρνασσού δέχτηκαν να περιορίσουν το χρόνο του προαυλισμού τους, ώστε ο Β. Λυμπέρης να μπορεί να προαυλίζεται λίγο περισσότερο, στο δικό τους, στενό διάδρομο.

Από την πλευρά του, ο Π. Αγγελόπουλος έζησε τρία χρόνια ως μελλοθάνατος στις φυλακές της Κέρκυρας, μέχρι τη στιγμή που η ποινή του μετατράπηκε αυτοδικαίως σε ισόβια κάθειρξη. Ήταν ο άνθρωπος στον οποίο σταμάτησε, ουσιαστικώς, η εφαρμογή της θανατικής ποινής στην Ελλάδα! Κατά μία έννοια, από την εκτέλεση τον διέσωσαν οι συγκρατούμενοί του, ανάμεσά τους και αρκετοί πολιτικοί κρατούμενοι, που βρίσκονταν εκείνη την εποχή στη ίδιες φυλακές. «Όταν έφθασα στην Κέρκυρα» θα πει αργότερα ο ίδιος «κάποιοι άνθρωποι άρχισαν να ενδιαφέρονται. Ήταν οι πολιτικοί κρατούμενοι. Όταν με είδαν, δεν πίστευαν στα μάτια τους. Δίχως γένια, πως είναι δυνατόν να δικαστεί με τέτοια ποινή (…)». Όμως, «με τέτοια ποινή, δεν είσαι ποτέ σίγουρος. (…) Μου είπανε ότι, επειδή είμαι ανήλικος, θα αφήσουνε να ενηλικιωθώ και μετά θα με εκτελέσουν. Με αποτέλεσμα αυτό να τραβήξει τρία χρόνια (…). Και τρία χρόνια ζούσα με αυτή την αγωνία. (…) Είχα αρρωστήσει. Γιατί άλλο είναι να πεθαίνεις μία στιγμή και άλλο να κρέμεται ο θάνατος πάνω από το κεφάλι σου. Γιατί κάθε μέρα που ξημερώνει λες θα δω τον ήλιο σήμερα; Παθαίνεις μεγάλες ζημιές. Τα νεύρα σου … Έπινα 20 καφέδες την ημέρα, πέντε πακέτα τσιγάρα και κοιμόμουνα δύο ώρες το 24ωρο, επί τρία χρόνια. (…) Στην Κέρκυρα είμαστε τρεις με την ποινή του θανάτου και συνήθως κάναμε παρέα, πίναμε καφέ. (…) Όταν βλέπαμε τον ήλιο να δύει, σκεφτόμασταν αν θα τον δούμε το πρωί. Εγώ (…) περίμενα ότι, κάποια στιγμή, θα με πάρουν να με εκτελέσουν (…). Μόλις έβλεπα τον ήλιο, ανασταινόμουν: ‘Θα ζήσω και σήμερα τον ήλιο’ (…)».

Ο Θ. Καπρέτσος και ο Θ. Σταμάτης αποφυλακίσθηκαν μερικά χρόνια αργότερα, ενώ στον Π. Αγγελόπουλο απονεμήθηκε χάρις στα μέσα της δεκαετίας του 1990.

«Οι σατανάδες της νύχτας»

Η υπόθεση «Λυμπέρη» μεταφέρθηκε και στην κινηματογραφική οθόνη από τον σκηνοθέτη Μάριο Ρετσίλα και τον παραγωγό Τζέημς Πάρις, σε σενάριο του Βασίλη Μανουσάκη. Ο τίτλος της (ασπρόμαυρης, διάρκειας 89’) ταινίας ήταν «Οι σατανάδες της νύχτας» και προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες τον Σεπτέμβριο του 1972.

«Στις αρχές Ιανουαρίου, διαβάσαμε την είδηση στις εφημερίδες, που αφιέρωναν πολλές σελίδες στο γεγονός» θυμάται ο Μ. Ρετσίλας «και ο παραγωγός μου Τζ. Πάρις μου πρότεινε να την κάνουμε ταινία. Συμφώνησα, αλλά του είπα πως δεν μπορούμε να την πούμε ‘υπόθεση Λυμπέρη’, ούτε βεβαίως να έχουμε απόφαση, αφού δεν είχε γίνει η δίκη. Έτσι, με βάση τα εκτενή δημοσιεύματα των εφημερίδων, ο Β. Μανουσάκης, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες έγραψε το σενάριο το οποίο τελείωνε στην αγόρευση του εισαγγελέα στο δικαστήριο, χωρίς να έχουμε απόφαση».

Αυτό που απασχόλησε έντονα τον Μ. Ρετσίλα ήταν η επιλογή των ηθοποιών που θα ενσάρκωναν τους κεντρικούς ρόλους. «Ήθελα νέους ηθοποιούς, που να μην έχουν ‘τυποποιηθεί’ στα μάτια των θεατών» λέει ο ίδιος «αλλά, παράλληλα, να έχουν φυσιογνωμική ομοιότητα με τους πραγματικούς χαρακτήρες. Για το ρόλο του Λυμπέρη, είχα αρχικώς επιλέξει τον Νίκο Δημητράτο (σ.σ.: σημαντικό τραγουδιστή και ηθοποιό, που πρωταγωνίστησε μεταξύ άλλων και στην ταινία του Κ. Φέρρη «Ρεμπέτικο», 1983), λόγω της εκπληκτικής του ομοιότητας με τον Λυμπέρη, αλλά είχε ανειλημμένες υποχρεώσεις και δεν μπορούσε να συμμετάσχει. Έτσι, για το ρόλο αυτό επέλεξα τον Γιάννη Κατράνη». Τους άλλους κεντρικούς ρόλους ερμήνευσαν οι ηθοποιοί Έλ. Τσαλδάρη (στο ρόλο της Βασιλικής), A. Μιχόπουλος (Π. Αγγελόπουλος) και Μ. Γιαννόπουλος (Θ. Καπρέτσος).

Λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, η αδελφή του Λυμπέρη, μαζί με τον δικηγόρο της, έχοντας πληροφορηθεί από ορισμένα δημοσιεύματα στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο τις προθέσεις του Τζ. Πάρις επισκέφθηκαν τον παραγωγό και, σύμφωνα με το Μ. Ρετσίλα ο οποίος δεν παρίστατο στη συνάντηση «ζήτησαν να έρθουν σε κάποιο συμβιβασμό μαζί του, ώστε να μην προχωρήσουν σε δικαστικά μέτρα. Τελικώς, οι δύο πλευρές δεν μπόρεσαν να τα ‘βρουν’».

Η προβολή της ταινίας στις αίθουσες προγραμματίσθηκε για την τελευταία εβδομάδα του Απριλίου 1972, λίγο πριν την ολοκλήρωση της κινηματογραφικής περιόδου. Αρκετές ημέρες νωρίτερα, ο παραγωγός της ταινίας είχε αρχίσει τη προδιαφήμιση της ταινίας, με δημοσιεύσεις στις εφημερίδες και τοποθέτηση μεγάλων ταμπλό έξω από τις κινηματογραφικές αίθουσες, με τα οποία αναγγέλλονταν η προβολή της ταινίας. Ο Μ. Ρετσίλας αναφέρει ότι «το ενδιαφέρον και η αναμονή του κοινού για την ταινία υπήρξε μεγάλη και προοιώνιζε, κατά κάποιο τρόπο, την εμπορική της επιτυχία». Ωστόσο «τρεις μέρες πριν από την προβολή, η οικογένεια Λυμπέρη έκανε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ώστε να μην προβληθεί η ταινία. Έτσι, την επόμενη ημέρα πραγματοποιήθηκε ειδική προβολή, παρουσία του εισαγγελέα, για να διαπιστωθεί εάν η ταινία αναφέρεται στην υπόθεση ‘Λυμπέρη’. Βεβαίως, εμείς λέγαμε ότι δεν πρόκειται για τη συγκεκριμένη υπόθεση (σ.σ.: ο πρωταγωνιστής στην ταινία είχε το όνομα Ζήσης). Μάλιστα, κάποια στιγμή, πριν αρχίσει η προβολή, ο εισαγγελέας που καθόταν δίπλα μου με ρώτησε αν πρόκειται για την ίδια ιστορία. Του απάντησα πως δούλευα το θέμα για έξι μήνες και είναι συμπτωματικό το γεγονός πως μοιάζουν κάποια γεγονότα».

Η διαφημιστική καταχώρηση της ταινίας στις εφημερίδες της εποχής

Η διαφημιστική καταχώρηση της ταινίας στις εφημερίδες της εποχής

Ο εισαγγελέας απαγόρευσε την προβολή της ταινίας, ώστε να μην επηρεαστούν οι δικαστές και οι ένορκοι στην έκδοση της απόφασής τους, καθώς εκκρεμούσε η εκδίκαση της υπόθεσης. Μετά τη δίκη, επιτράπηκε η προβολή της, αλλά όπως τονίζει ο Μ. Ρετσίλας «η λογοκρισία ‘έκοψε’ κάποια πλάνα από την σκηνή της φωτιάς, τα οποία θεωρήθηκαν πολύ άγρια». Στην αρχική κόπια, προστέθηκε μόνο η τελική σκηνή της εκτέλεσης του Β. Λυμπέρη, η οποία γυρίστηκε ξεχωριστά.

Τον Σεπτέμβριο, η ταινία προβλήθηκε στις μισές κινηματογραφικές αίθουσες απ’ όσες είχε εξασφαλίσει αρχικώς τον Απρίλιο, με αποτέλεσμα, όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης της «να μην έχει την εμπορική επιτυχία που περιμέναμε. Ίσως να έπαιξε ρόλο και το γεγονός πως είχε περάσει ο χρόνος και το ενδιαφέρον του κόσμου για την υπόθεση είχε περιοριστεί». Οι «Σατανάδες της νύχτας» τελικώς έκοψαν περίπου 60.000 εισιτήρια, κατά την α΄ προβολή της ταινίας, στην ευρύτερη περιοχή Αθήνας – Πειραιά – προαστίων. Ακόμα, η ταινία υποβλήθηκε για να συμμετάσχει στο 13ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, αλλά η επιτροπή δεν την προέκρινε, μαζί με άλλες, στο διαγωνιστικό τμήμα του. Ήταν η χρονιά, που στο προσκήνιο εμφανιζόταν «συντεταγμένα» η νέα γενιά Ελλήνων κινηματογραφιστών (η οποία συνέδεσε το όνομά της με τον περίφημο Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο), αφού στο Φεστιβάλ εκείνης της χρονιάς συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, και ταινίες του Θ. Αγγελόπουλου («Μέρες του ‘36»), του Π. Βούλγαρη («Το προξενιό της Άννας»), του Π. Τάσιου («Ναι μεν, αλλά») κ.α. Για την ιστορία αναφέρεται ότι το βραβείο καλύτερης ταινίας κέρδισε η ταινία του Π. Βούλγαρη.

του Γιάννη Ράγκου

ΠΗΓΕΣ

Εφημερίδες-Περιοδικά
-εφημερίδα «ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ»
-εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ»
-εφημερίδα «ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ»
-εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ»
-«Ιστορικό Λεύκωμα» (1972) εφημερίδας «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»

Βιβλία
-Δημήτρη Κολιοδήμου: «Λεξικό ελληνικών ταινιών – από το 1914 μέχρι το 2000» (εκδόσεις Γένους, 2001)
-Στάθη Βαλούκου: «Φιλμογραφία ελληνικού κινηματογράφου» (εκδόσεις Αιγόκερως, 1998)

Διάφορα
-Πρακτικά Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργιοδικείου) Αθηνών – Δίκη Β. Λυμπέρη, Π. Αγγελόπουλου, Θ. Καπρέτσου, Θ. Σταμάτη (5-7 Μαΐου 1972)
-Συνέντευξη Π. Αγγελόπουλου στο δημοσιογράφο Β. Καβαθά – περιοδικό «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» (22 Απριλίου 1992)
-Συνέντευξη Π. Αγγελόπουλου στον τηλεοπτικό σταθμό «SKY T.V.» (31 Ιανουαρίου 1994)
-Συνέντευξη Ν. Γερακάρη – περιοδικό «Αφιέρωμα» εφημερίδας «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» (15 Μαΐου 1999)
-Συνεντεύξεις του Μ. Ανδριανάκη και του Β. Καραμανώλη στο δημοσιογράφο Αργ. Ντινόπουλο – περιοδικό «AFTER CRIME» (τεύχος 2 – Μάρτιος 2000)
-Μαρτυρίες Δ. Δώδου και Τ. Μπενά – στήλη επιστολών του περιοδικού «Ιστορικά» εφημερίδας «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» (τεύχος 253, 16 Σεπτεμβρίου 2004)
-Συνέντευξη Ν. Γερακάρη στον γράφοντα (Ιανουάριος 1994)
-Συνέντευξη Μ. Ρετσίλα στον γράφοντα (26 Νοεμβρίου 2001)
-Συνέντευξη Μ. Ανδριανάκη στον γράφοντα (3 Δεκεμβρίου 2001)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Εκτελέσεις θανατοποινιτών στην Ελλάδα την περίοδο 1960-1972

1960
Για ανθρωποκτονία οι: Σπ. Κ. Καρέλης, Παν. Ε. Μπάκας, Γ. Σ. Λέφας, Σταυρούλα Ν. Γκουβούση, Δ. Ν. Γκουβούσης, Χαρ. Π. Κουοτένης, Ι. Δ. Γιαννάκος και Παν. Λ. Κυριακάκης για ληστεία μετά φόνου.

1961
Για ανθρωποκτονία οι: Σπ. Κ. Χόντζας, Δ. Γ. Κίκας, Στ. Α. Νταρτάνης και Απ. Κ. Φρατζής.

1962
Για ανθρωποκτονία οι: Β. Ι. Χατζηαργυρίου, Αθανασία Ι. Αγγελινού, Ευστ. Ε. Ζουρνατζής, Αλεξάνδρα Αντ. Μέρδη και για ληστεία μετά φόνου οι: Σωτ. Β. Κατόπης και Λ. Ε. Καλογιάννης.

1963
Για ανθρωποκτονία ο Γ. Ε. Χόρδης.

1965
Για ανθρωποκτονία οι: Π. Ζ. Τζήμας, Αικατερίνη Γ. Δημητρέα, Β. Π. Ζαχαρίας, Ν. Μ. Θεολογίτης, Απ. Ε. Κυπαρισσόπουλος, Αλκ. Ε. Κουνολάκης και Λ. Μ. Μπατσάκης για ληστεία μετά φόνου.

1968
Για ανθρωποκτονία οι: Ι. Σ. Μπότσικας, Χαρ. Ν. Βίρλιος, Γ. Δ. Βαγγελής, Αθ. Κ. Φούκης, Ι. Δ. Χαχούλης, για δύο ανθρωποκτονίες ο Δ. Ε. Γιακουμάκης, για ανθρωποκτονίες ο Π. Ν. Σπυριδάκης και ο Αρ. Χ. Παγκρατίδης για ληστεία μετά φόνου.

1969
Για ληστείες μετά φόνου οι αλλοδαποί: Χανς Γουλ. Μπασενάουερ και Χέρμαν Φιλ. Ντουφτ.

1972
Για ανθρωποκτονία και απόπειρα βιασμού ο Γ. Χ. Κασόλας και για τέσσερις ανθρωποκτονίες ο Β. Γ. Λυμπέρης.

Τα αμέσως επόμενα χρόνια καταδικάστηκαν σε θάνατο, αλλά δεν εκτελέστηκαν οι:

1974
Την 1η Ιανουαρίου καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Αθήνας ο Ηλ. Σούλης. Είχε σκοτώσει τον σύζυγο της γυναίκας με την οποία διατηρούσε σχέσεις. Στις 2 Μαρτίου καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Αθήνας σε θάνατο ο Ν. Κοεμτζής για τρεις ανθρωποκτονίες σε νυχτερινό κέντρο.

1975
Την 1η Μαρτίου καταδικάστηκε σε θάνατο από το Κακουργιοδικείο Κορίνθου ο Φ. Χρονόπουλος για ανθρωποκτονία. Πέθανε στις φυλακές στις 11 Ιανουαρίου 1981. Τον Αύγουστο καταδικάστηκαν σε θάνατο από το Ειδικό Πενταμελές Εφετείο Αθήνας οι απριλιανοί αρχιπραξικοπηματίες Γ. Παπαδόπουλος, Ν. Μακαρέζος και Στ. Παττακός. Στις 21 Σεπτεμβρίου καταδικάστηκε σε θάνατο από το Κακουργιοδικείο Ναυπλίου ο Ι. Δικαιάκος για ανθρωποκτονία. Στις 8 Νοεμβρίου 1975 καταδικάστηκαν σε θάνατο από το Ειδικό Πενταμελές Εφετείο Πάτρας για ληστείες οι Β. Σαραντόπουλος και Θ. Χρηστέας.

1976
Στις 30 Ιουνίου καταδικάστηκε σε θάνατο από το Κακουργιοδικείο Αθήνας για ανθρωποκτονία ο Χρ. Μακρυδάκης. Στις 5 Ιουνίου καταδικάστηκε σε θάνατο για ανθρωποκτονία από το Κακουργιοδικείο Πάτρας ο Σπ. Κατσαβρίας. Από το ίδιο δικαστήριο είχε καταδικαστεί στις 24 Ιανουαρίου για ανθρωποκτονία ο Γ. Τζούδας.

1977
Στις 12 Μαρτίου καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Ηρακλείου Κρήτης ο Ν. Παλιουδάκης για ανθρωποκτονία.

Πηγή: http://www.h69.first.gr/kee-first/attachments/file/1818.doc





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.