Κρητικό, παραδοσιακό τραγούδι της τάβλας, με πολύ παλιό περιεχόμενο. Ανήκει στην κατηγορία των Παραλογών, καθώς πρόκειται για την υπόθεση μιας ανεπιθύμητης γέννας, που συνήθως προκύπτει από παράνομο έρωτα.
Η κοπέλα αφού γεννάει το γιο της προτίθεται να τον πνίξει, όταν μια πέρδικα τη σταματά και λαμβάνοντας ανθρώπινες ιδιότητες (ανθρώπινη φωνή) της θυμίζει, ότι η ίδια έχει πολλά παιδιά αλλά δε σκέφτηκε ποτέ να σκοτώσει κάποιο. Έτσι, ο φόνος αποτρέπεται.
Το τραγούδι αυτό αποδεικνύει με μοναδικό τρόπο την αρμονία με την οποία μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος με την άλογη φύση, (έμψυχα και άψυχα).
Έχει πολλά να διδαχτεί από τα ζώα ο άνθρωπος και πρώτα-πρώτα το πρωταρχικό, αναντικατάστατο και πανάρχαιο μητρικό φίλτρο και την συνακόλουθη αγάπη της μάνας για το παιδί της.
Σε στιχουργικές και μουσικές παραλλαγές συναντάται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπως στην περιοχή της Κόνιτσας Ιωαννίνων, στη Γορτυνία Αρκαδίας, στην Χίο, τη Λέσβο και αλλού.
Διασκευή του τραγουδιού έχουμε ακούσει και από το Γιάννη Χαρούλη, σε μια εξαίρετη εκτέλεση.
Τραγούδι: Εύα Γρηγοράκη
Δίσκος: “Αγρίμι και κοράσο” – Παπα-Στεφανής ο Νίκας
Το «Αγρίμι και Κοράσο» είναι η πρώτη ολοκληρωμένη μουσική δουλειά στην ιστορία της κρητικής δισκογραφίας με πρώτο όργανο το σφυροχάμπιολο.
Το σφυροχάμπιολο είναι η τοπική, Κρητική εκδοχή της φλογέρας που απαντάται στη στεριά. Μαζί με το χαμπιόλι/θαμπιόλι (μικρή φλογέρα) και την ασκομαντούρα (τοπική εκδοχή της τσαμπούνας-γκάιντας) αποτελούν τα πιο αρχέγονα μουσικά όργανα της Κρητικής μουσικής παράδοσης. Άλλα όργανα εκτός των γνωστών λύρας και λαούτου είναι το νταούλι, το βιολί, ο ταμπουράς κ.α.
Οι στίχοι:
Κοράσο δώδεκα χρονώ και χωστοβαρεμένο*
αμοναχό ντου εθέριζε, δεμάθια εκουβαλιούσε.
Έρχετ’ η μέρα του παιδιού, που `θελε να το κάμει,
δραπάνι βάνει αντίς σκαμνί, δεμάτι αντίς για κλίνη.
Κι απήτις και το γέννησε κι εβωλοκόπησέ* ντο
εις την ποδιά τζη το βαλε να πα το καταλύσει*.
Στη στράτα τζη συναπαντά πέρδικα πλουμισμένη:
«Πού πας, μικρή, πού πας, φτωχή, πού πας, δυστυχισμένη;
Εγώ `χω δώδεκα παιδιά και λέω να `χα κι άλλα
κι εσύ `χεις ένα μοναχό και πα να το σκοτώσεις;»
Παίρνει τη ντο παράπονο, στο σπίτι τζη γιαέρνει
και πιάνει και βαφτίζει το και βγάνει το Λευτέρη
κι ετάιζέ ντο ζάχαρη, κουλούρια με το μέλι.
«Φάε και πιε, πουλάκι μου, να γοργομεγαλώσεις,
κι ανέ γενείς και κυνηγός και βγαίνεις στο κυνήγι
ούλα ντά έχνη σκότωνε, κατάλυε ό,τι βρίχνεις,
την πέρδικα τη μπλουμιστή μη ντήνε καταλύσεις,
μα κείνηνά `ναι η μάνα σου κι εγώ `μαι η μητρυγιά σου».
*χωστός = κρυφός, λαθραίος και βαρεμένος = έγκυος, άρα
χωστοβαρεμένο = έγκυος λάθρα, κρυφά
*βωλοκοπώ = σπάω τους σβώλους του χώματος (καθαρίζω από τα χώματα)
*καταλύω (αρχαία ελλ.) = καταστρέφω, σκοτώνω






