Tι σημαίνουν πραγματικά οι λέξεις καζάνι και ρακή;

Τα τούρκικα σήριαλ που κατακλύζουν τα κανάλια μας τα τελευταία χρόνια ίσως βρούμε τρόπο να τα αντικαταστήσουμε με κάτι καλύτερο, όπως δείχνουν οι φετινές εξαιρετικές επιλογές της κρατικής τηλεόρασης.

Με τις τούρκικες λέξεις όμως που μπήκαν κάποτε ως μουσαφίρισσες στα ελληνικά μάλλον δεν μπορεί (και ίσως δε χρειάζεται) να συμβεί το ίδιο, ιδίως για εκείνες που στρογυλλοκάθησαν στη γλώσσα μας. Δείτε τι γίνεται, για παράδειγμα, με τις λέξεις καζάνι και ρακή, που έχουν την τιμητική τους τώρα το φθινόπωρο.

H τουρκική λέξη  kazan ‘χύτρα’ προσαρμόστηκε στα ελληνικά ως καζάνι, που σημαίνει γενικά ‘λέβητας’. Ειδικότερα σημαίνει ‘άμβυκας για την απόσταξη’ και έπειτα, κατ’ επέκταση ‘η όλη εγκατάσταση για την απόσταξη’ ακόμη και ‘το (συνήθως πρόχειρο) κτίσμα που τη στεγάζει’.
Από το καζάνι (της ρακής) προέκυψαν οι παρακάτω λέξεις (ίσως να υπάρχουν κι άλλες):
κατωκάζανο και πανωκάζανο : τα δύο μέρη του λέβητα.
καζανιάζω : βάζω τα στέμφυλα στο καζάνι για την απόσταξη.
ξεκαζανιάζω & ξεκαζανεύ(γ)ω : αδειάζω το καζάνι από τα αποσταγμένα στέμφυλα.
ξεκαζάνιασμα, το & ξεκαζάνεμα : το άδειασμα του καζανιού από τα στέμφυλα
καζανιά, η : η ποσότητα που χωράει ένα καζάνι.
καζανάρης, ο : εκείνος που φροντίζει τη λειτουργία του καζανιού για την παραγωγή ρακής.
καζαναργιό, το : ο τόπος όπου καζανεύουν.
καζανεύ(γ)ω & καζαναρεύγω & καζανοβγάνω : κάνω απόσταξη ρακής από στέμφυλα με το παραδοσιακό σύστημα του καζανιού.
καζανέματα, τα & καζανόκαιρος, ο : η εποχή που γίνεται η απόσταξη της ρακής (μέσα Οκτωβρίου – τέλη Νοεμβρίου).
καζανοπαραστιά, η : μεγάλη παραστιά για το καζάνεμα.
καζανόξυλα, τα : ξύλα (χοντρά) για το καζάνι της ρακής.
καζαν(α)τζής, ο : ο κατασκευαστής καζανιών.
καζανιάτικο, το & καζανιάτικα, τα : ποσότητα ρακής που κρατά ως αμοιβή ο κάτοχος του καζανιού από τη ρακή που έβγαλε κάποιος τρίτος στο καζάνι αυτό.

Το ρακοκάζανο (& ρακιδοκάζανο) είναι η γλωσσική γέφυρα προς τη ρακή , η οποία προέρχεται από το τουρκ. rakı.

Κατά το ετυμολογικό λεξικό του Nişanyan (http://www.nisanyansozluk.com) η τουρκ. λέξη rakı προέρχεται από το αραβ. ‛araḳī (από το ‛araḳ που σημαίνει ‘ιδρώτας’ αλλά και ‘ποτό  φτιαγμένο με απόσταξη’) κι αυτό με τη σειρά του από το ‛ariḳa, που σημαίνει μόνο ‘ιδρώτας’. Όσοι έχουν δει τη ρακή να τρέχει από το λουλά σταγόνα-σταγόνα θα θεωρήσουν εύλογη την ετυμολογία. Και ασφαλώς δεν θα έχουν αμφιβολία ότι η σκούφια της δικής μας ρακής κρατά από την Ανατολή.

Από τη λ. ρακή προέκυψαν πολλές λέξεις, όπως οι παρακάτω:
ρακηδειό, το : ο λέβητας για την απόσταξη ρακήςή το μέρος στο οποίο υπάρχει εγκατάσταση τέτοιου λέβητα.
ρακάδικο, το : μαγαζί όπου προσφέρεται μόνο ρακή στους πελάτες
ρακάς,  ο : αυτός που αγαπά τη ρακή.
ρακιντζής, ο : παραγωγός ή πωλητής ρακής (αυτό ίσως κατευθείαν από το τουρκ. rakıcı)
ρακόπουλο, το : ένα ποτήρι ρακή.
ρακοπίθαρο, το : το πιθάρι που μεταχειρίζονται για την απόσταξη της ρακής (είναι γεμάτο κρύο νερό για να ψύχονται οι ατμοί της ρακής μέσα στο λουλά, ο οποίος διαπερνά το πιθάρι
ρακόκουπα, η [rakókupa] & ρακιδόκουπα, η [rat∫iδókupa] (Τσιρ.) : ποτηράκι της ρακής.
ρακόμελο, το : ποτό φτιαγμένο με ρακή και μέλι.
ρακοβγάνω : βγάζω ρακή από τα στέμφυλα με τη μέθοδο της απόσταξης
ρακομέρα, η : βροχερή μέρα που ο καιρός δεν επιτρέπει αγροτική εργασία (οπότε έχουν την τιμητική τους … οι ρακές)
ρακοφονιάς, ο : μέγας ρακοπότης.

Και τα διάφορα είδη ρακής:
α) Ως προς τη φάση της διαδικασίας της απόστασης:
πρωτόρακη, η & πρωτόρακι, το: η ρακή που βγαίνει πρώτη κατά την απόσταξη.
στερόρακη, η & υστερόρακη & απόρακη & αποράκι, το  : η ρακή που βγαίνει στο τέλος της απόσταξης.
β) Ως προς την πρώτη ύλη της απόσταξης:
στραφυλόρακη, η  : από στράφυλα (στέμφυλα).
μουρνόρακη, η.) : από μούρ(ν)α.
κουμαρόρακη, η από κούμαρα.
συκόρακη, η: από σύκα.
βατσινόρακη, η: από βατόμουρα.
μελόρακη, η: «απόσταγμα από το υγρό που μένει μετά το πλύσιμο των σκευών που εχρησιμοποιήθηκαν κατά τον τρυγητό των μελισσών.»
[χωρίς ετυμολ. / προφανώς < μέλι + ρακή (Συντ.)]

δραμόρακη λέμε την πολύ δυνατή ρακή, αυτή που κάνει «ρυακοφάωμα στο λαιμό». (Όποιος έχει πιεί ρακή όπως βγαίνει ζεστή από το καζάνι καταλαβαίνει … χωρίς λεξικό το νόημα αυτής της έκφρασης.}

Σημ.: Με βάση στοιχεία από εργασία του Βασίλη Ορφανού για τα Τουρκικά δάνεια στο κρητικό γλωσσικό ιδίωμα. (Πρόκειται για συναγωγή από δέκα λεξικογραφικά έργα για το κρητικό ιδίωμα, των: Ιδομ. Παπαγρηγοράκη, Γ. Παγκάλου, Μαν. Πιτυκάκη, Ι. Κονδυλάκη, Αντ. Ξανθινάκη, Μ. Ιδομενέως, Ν. Γαρεφαλάκη, Γ. Αποστολάκη, Αντ. Τσιριγωτάκη και Αλ. Δαριβιανάκη.)

Γωγώ Σωτηρίου πηγή





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *