Ο Βασιλιάς των Ελλήνων Αλέξανδρος Α‘τραυματίζεται από δάγκωμα μαϊμούς, προσπαθώντας να υπερασπιστεί το αγαπημένο του σκυλάκι από την επίθεση δύο μαϊμούδων στους Βασιλικούς Κήπους του Τατοΐου. Οι γιατροί του ανακοινώνουν ότι το τραύμα του δεν εμπνέει καμία ανησυχία, αλλά λίγες μέρες αργότερα θα πάθει σηψαιμία και θα πεθάνει στις 12 Οκτωβρίου1920, σε ηλικία 27 ετών.
Ο Αλέξανδρος Α’, ήταν Βασιλιάς της Ελλάδας (΄30 Μαίου 1917 -12 Οκτωβρίου 1920). Δευτερότοκος γιος του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’ και της βασίλισσας Σοφίας, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 1893.
Αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων με μέτρια βαθμολογία. Σε ηλικία 19 ετών πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους ως διαγγελέας του πατέρα του, που ήταν αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού.
Μετά τον εθνικό διχασμό και την εμμονή του Κωνσταντίνου στην ουδετερότητα της Ελλάδας κατά τον Α΄Παγκόσμιο πόλεμο, οι συμμαχικές δυνάμεις με τελεσίγραφο, που παρέδωσε ο αρμοστής τους στον Πειραιά, Σαρλ Ζονάρ, απαίτησαν την απομάκρυνση από το θρόνο τόσο του ιδίου, όσο και του διαδόχου Γεωργίου.
Έτσι στις 30 Μαίου του 1917 ο Αλέξανδρος αναγορεύθηκε βασιλιάς, σε ηλικία 24 ετών. Στο μικρό χρονικό διάστημα της βασιλείας του προσπάθησε όσο ήταν δυνατόν να μην εμπλακεί στα πολιτικά πράγματα. Η ηπιότητα και η διαλλακτικότητα του χαρακτήρα του συνέβαλαν με την πάροδο του χρόνου στη συμφιλίωςή του με τον Βενιζέλο, παρά το συναισθηματικό βάρος από την εκδίωξη του πατέρα του. Ήταν αρκετά δημοφιλής στις τάξεις του στρατεύματος, εξαιτίας και της Μικρασιατικής εκστρατείας, που ξεκίνησε την περίοδο της βασιλείας του.
Στην «Πόλη του Φωτός» συναντήθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και διευθέτησαν το πρόβλημα νομιμότητας του γάμου του. Ο Αλέξανδρος επέστρεψε στην Ελλάδα, αλλά λίγο πριν από το δημοψήφισμα για την επάνοδο του πατέρα του Κωνσταντίνο στο θρόνο, πέθανε από στρεπτόκοκκο στις 12 Οκτωβρίου 1920, μετά από δήγμα πιθήκου στα βασιλικά ανάκτορα του Τατοΐου.






