Δεκαοχτώ χρονώ τανε κι εβγήκε στο ποδάρι Κι εσκότωσέ τον τον αγά κι ήτονε παλληκάρι….

Ο Μιχαήλ Κόρακας , γεννήθηκε στην Πόμπια Ηρακλείου το  1797 και πέθανε υποφέροντας από καρδιακά προβλήματα στην Πόμπια, στις 7 Σεπτεμβρίου του 1882, ) ως Μιχάλης Καρούζος. Σε ηλικία 18 ετών σκότωσε τον Αγά Αλήκο. Η επωνυμία “Κόρακας” του αποδόθηκε ως ένδειξη της επιθετικότητας που έδειχνε ο πατέρας του και αργότερα ο ίδιος εναντία στους  Οθωμανόύς κατακτητές. Αγωνίστηκε στην Κρητική Επανάσταση του 1821.

Το 1827 με πειρατικό πλοίο και ορμητήριο την Κάρπαθο, πολέμησε τον αιγυπτιακό και οθωμανικό στόλο. Το 1828, συνέχισε τον αγώνα στην Πελοπόνησσο και τιμήθηκε με το βαθμό του λοχαγού και το χάλκινο σταυρό του Φοίνικα.

 Επέστρεψε με τιμές στην Κρήτη το 1834 και πήρε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1841, στην Κρητική Επανάσταση του 1858 και στην Κρητική Επανάσταση του 1866, πολεμώντας ενάντια σε πολυάριθμες οθωμανικές δυνάμεις. Κήρυξε την επανάσταση του 1878 και κατόπιν τιμήθηκε από το Βασιλιά Γεώργιο στην Αθήνα και τον πατριάρχη Αλεξάνδρειας.

 

Michail_Korakas_1868_022

Το τραγούδι του καπετάν Μιχάλη Κόρακα    

Τρεις άντρες είχε η Μεσαρά καλούς πολεμιστάδες
Οι δυο καλοί ποθάνανε, τον άλλο φάγαν’ οι μπάλες.
Το Μαστραχά σκοτώσανε, ποθαίνει κι ο Ρωμάνος
Κι επόμεινε ο Κόρακας, παλεύγει ντον ο χάρος.

,
Δεκαοχτώ χρονώ τανε κι εβγήκε στο ποδάρι
Κι εσκότωσέ τον τον αγά κι ήτονε παλληκάρι.
Αγάς φορεί στην κεφαλή σαρίκι με τη φούντα
Κι ο Κόρακας τον σκότωσε με ξύλινη χουρχούδα.

,
Κι απίτις τον εσκότωσε κι ήβαλε τ’ άρματά του
Και τα `βαλε στη μέση ντου , να `ξερες τη χαρά ντου.
Κι απίτις τονε σκότωσε, πήρε( την πάνω ρίζα
Και βρήκε τσοι Ρωμάνηδες που `τανε στα Βορίζα.

,
Ύστερα βαρκαρίστηκε και πήγε στην Αθήνα
Και χίλια γρόσια σύνταξη ήπαιρνε κάθε μήνα.
Και στην Αθήνα επήγαινε κι ήκαμε τρία έτη
Και θέλησε να κατεβεί, στην Κρήτη για να έρθει.

,
Στο Κάστρο εκατέβηκε, βγαίνει στο Μεϊντάνι
Κι οι χριστιανοί του λέγανε»Καλώς τον το Μιχάλη».
Και βγαίνει απόξω στα χωριά και χαιρετά τσοι φίλους
Κι οι Τούρκοι, ως το μάθανε, τρέμανε σαν τσοι σκύλους.

,
Γυρεύγει όλα τα χωριά εις την απάνω ρίζα
Και στο Βροντήσι `ηφτασε, δεν πάει στα Βορίζα.
Το μεσημέρι εκάθονταν σ’ ένα χαράκι απάνω,
Του φάνηκε πως είδ’ εκειά τον καπετάν Ρωμάνο.
Κι απίτις εκατέβηκε ποκάτω απ’ το χαράκι
Του φάνηκε πως είδ’ εκειά τον καπετάν Αδαμάκη.

,
Και καερέτι ήκανε εκείνηνα την ώρα,
Να πάει στ’ Αγιοφάραγγο, στην παλαιά ντου χώρα.
Στην Πόμπια εκατέβηκε, στο σπίτι του και πάει
Και εκειδά εξεψύχησε τ’ όμορφο παλληκάρι.

kapetan-korakas





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.