Αναπνέω τον Θεό, σαν τον αέρα το βουνήσιο, και όλο µου το σώµα φεγγοβολά από την παρουσία του.

Σίφνος, Παναγιά του Βουνού, 13-7-1915

 

Αγαπητέ µου κ. Ζερβέ

Ζω επιτέλους τη ζωή µου.
Ένα κελί κάτασπρο, ένα λαγήνι νερό, λίγο γάλα και αυγά κ’ ένα παραθυράκι απ’ όπου βλέπω τη θάλασσα και τις ελιές στο πλάι του βουνού.

Κ’ έπειτα, απόξω, µια µεγάλη αυλή πλακοστρωµένη και στην άκρα, το λευκό µνήµα της “Μοναχής Θεοφίλης”, που απάνω του τώρα ακουμπώ και Σας γράφω.

Είµαι αληθινά βαθύτατα ευτυχής.
Μου φαίνεται πως τίποτα δεν µπορώ πια να επιθυµήσω.
Η ψυχή µου λευτερώθηκε κι άρχισα να γράφω και βρίσκοµαι διαρκώς κάτω από τα φτερά όχι της Νίκης, µα του Λυτρωµού.

Πόσο µάταια περιέπλεξαν οι άνθρωποι τη ζωή τους µε πλήθος ανόητες ανάγκες!
Απεδώ ο παραλογισµός της κοινωνικής ζωής µου κάνει κατάπληξη. Προς τι όλα αυτά;

Η ζωή είναι υψηλότερη και απλούστερη.
Τήνε νοιώθω εδώ, στην αυλή, το βράδυ σα βασιλέψει ο ήλιος και υψωθεί το φεγγάρι και φυσήξει το βραδινό αεράκι.
Ή τη νύχτα, σαν ξυπνώ και για να πιστέψω σ’ ευτυχία µου, ανοίγω το κελί και βλέπω τον κάτασπρο τρούλο της εκκλησίας και ακούω το µακρινό γαύγισµα του σκύλου στο φεγγάρι.

Αναπνέω τον Θεό, σαν τον αέρα το βουνήσιο, και όλο µου το σώµα φεγγοβολά από την παρουσία του.
“Φυγή µόνου προς µόνο”, τα τελευταία αυτά λόγια του Πλωτίνου, πώς θάθελα να γίνουν η αρχή µιας νέας, ανώτερης ζωής!

Πάντα δικός Σας

Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.