«Οι Ελληνες συνολικά είμαστε ένας πολύ φιλόξενος λαός, και αυτό είναι κάτι που πρέπει να το τονίζουμε διαρκώς. Γιατί αν τονίζουμε περισσότερο τις περιπτώσεις των επιθετικών και αφιλόξενων Ελλήνων, τότε αναδεικνύουμε περισσότερο τις φασιστικές συμπεριφορές» λέει στο «Βήμα» ο Νάνος Βαλαωρίτης.
Εζησε αυτό που ίσως θα έπρεπε να θεωρείται η πραγματικά «μεγάλη ζωή». Στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στις ΗΠΑ, όπου συνδέθηκε με ανθρώπους όπως ο Μπρετόν, ο Τ.Σ. Ελιοτ, ο Ντίλαν Τόμας, ο Γκίνσμπεργκ και ο Μπάροουζ. Στην Αθήνα, ο Σεφέρης, ο Ελύτης και ο Εμπειρίκος ήταν μερικοί από αυτούς με τους οποίους πορεύτηκε.
Για πολλά χρόνια δίδασκε στο Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο και ήταν εκεί όταν η αστυνομία κυνηγούσε φοιτητές που διαμαρτύρονταν για τον πόλεμο στο Βιετνάμ.
Τα βραβεία που έχει πάρει δεν έχει νόημα να τα αναφέρουμε.
Σε σχέση με το Προσφυγικό, οι Ελληνες από τη μία θέλουμε Νομπέλ Ειρήνης, από την άλλη δεν θέλουμε τα μιαρά hotspots στην περιοχή μας…
«Οι Ελληνες συνολικά είμαστε ένας πολύ φιλόξενος λαός, και αυτό είναι κάτι που πρέπει να το τονίζουμε διαρκώς. Γιατί αν τονίζουμε περισσότερο τις περιπτώσεις των επιθετικών και αφιλόξενων Ελλήνων τότε αναδεικνύουμε περισσότερο τις φασιστικές συμπεριφορές».
Υπάρχει κάτι που θα παρακαλούσατε μέσα από την ψυχή σας τα νέα παιδιά να κάνουν;
«Ενα πράγμα. Παρακαλώ με όλη μου την καρδιά τα νέα παιδιά να διαβάζουν βιβλία».
Χωρίς «γιατί»…
«Χωρίς. Τα παρακαλώ μέσα από την ψυχή μου να διαβάζουν, και κάποια στιγμή σίγουρα θα καταλάβουν το «γιατί»».
Επίσης σήμερα, παρότι όλοι ξέρουν ανά πάσα στιγμή πού βρίσκεται κάποιος, η επαφή είναι σχεδόν επιστημονική φαντασία.
«Αλλοτε τα εμπόδια δημιουργούσαν τον πόθο για επικοινωνία».
Αυτό δεν είναι παλιομοδίτικο;
«Τώρα όμως είναι σαν να έχουμε επιλέξει να είμαστε τρεις αιώνες στο μέλλον, όταν οι άνθρωποι θα επικοινωνούν με τη σκέψη».
Τότε οι άνθρωποι θα γράφουν ποίηση;
«Δεν θα χρειάζεται πια. Μπορεί να την εκτελούν με διαφορετικό τρόπο. Εχω γράψει και ένα ειρωνικό κείμενο για αυτό το θέμα».
Θα είναι κανονική ποίηση εκείνη τότε;
«Ναι, αλλά θα είναι άλλου τύπου. Θα είναι σαν να σε κατοικεί κάποιος ή να κατοικείς εσύ σε έναν άλλον. Θα γίνεται άμεση επικοινωνία, θα γίνεται ταύτιση, και μέσα από αυτή την ταύτιση θα δημιουργείται η ποιητικότητα».
Μια κοινωνία που δεν θα έχει πραγματική μορφή ποίησης θα είναι ανάπηρη;
«Θα είναι. Με poetry by proxy, ποίηση μέσω ενδιάμεσου».
Εχετε συναντήσει και τον Εζρα Πάουντ.
«Τον είχα συναντήσει τυχαία εδώ στο Σύνταγμα, καλοκαίρι του 1965 ή 1966. Ημουν καθισμένος με μια φίλη μου και ξαφνικά τον βλέπω να περνάει με τη γυναίκα του. Εγώ είχα αλληλογραφία μαζί του γιατί μου ζητούσε τις ελληνικές μεταφράσεις των βιβλίων του. Τους σταματάμε, η φίλη μου αρχίζει και μιλάει με τη γυναίκα του, και εγώ πάω να τον πλησιάσω και τον βλέπω και τρέμει. Δεν έχω δει ποτέ άνθρωπο να τρέμει σύσσωμος. Επαθα σοκ. Δεν του είπα ποιος είμαι. Μου έκοψε την κουβέντα. Ενας άνθρωπος με τέτοιον φόβο, τι να πάω να του πω; Μετά έμαθα ότι πήγε στον Σεφέρη. Εκεί πάλι δεν άνοιξε το στόμα του, αλλά όταν έγινε λόγος για έναν σκύλο που είχε ο Σεφέρης ο Πάουντ είπε ότι είναι άλλη ράτσα από αυτήν που έλεγαν. Τίποτε άλλο».
Ο Ελληνας βγάζει ένα συνήθως αυθαίρετο συμπέρασμα που τον βολεύει και ας πηγαίνει κόντρα στα γεγονότα, και πορεύεται με αυτό. Πώς ακριβώς μπορεί τώρα κάποιος να βγει από έναν τέτοιο φαύλο κύκλο; Υπνοβάτες είμαστε οι περισσότεροι, αν το σκεφτούμε καλά.
«Ο περισσότερος κόσμος μοιάζει να συμμορφώνεται με τις χειρότερες περιστάσεις. Μοιάζει. Ας πούμε περιμένουν στην ουρά στα ATM και μοιάζουν σαν πρόβατα. Στην πραγματικότητα μπορεί να είναι λύκοι, δεν ξέρεις ποτέ».
Πώς σας φαίνεται η τωρινή κυβέρνηση;
«Είναι δύσκολο να πει κανείς αν είναι ανίκανοι ή αν έχουν προθέσεις να δημιουργήσουν μια δικτατορία όπως στη Λατινική Αμερική. Μια άσχημη δικτατορία η οποία θα είναι βασισμένη στην ανάγκη των πιο αδυνάτων ανθρώπων. Αυτό δεν μου αρέσει καθόλου. Και βέβαια η άλλη όψη δεν είναι και πολύ καλύτερη. Είναι ίσως λίγο λιγότερο έντονη Δεξιά, αυτό που λέμε Κεντροδεξιά, που όμως έχει και πολλούς φασίστες μέσα. Υπάρχει το στοιχείο του παραλόγου έντονο αυτή την εποχή. Θριαμβεύει το παράλογο, το αντιφατικό. Δεν ξέρεις τι πρεσβεύει ο άλλος. Από τη μία στιγμή στην άλλη θα σου πει τα αντίθετα. Αυτό είναι τρελό, δεν το έχω συναντήσει ποτέ».
Εχετε διάθεση να διαβάζετε;
«Βέβαια διαβάζω. Δεν με κουράζει το διάβασμα. Αλλα με κουράζουν».
Δηλαδή;
«Η καθημερινή ζωή. Τι θα φας, τι δεν θα φας. Είναι πολύ κουραστικό».
Ολόκληρη η συνέντευξη ΕΔΩ







