Τα τραγούδια τση στράτας

Τα τραγούδια τση στράτας, λιγώτερα από τση τάβλας, τραγουδιούνται, όπως δείχνει και τ’ όνομά τους, στο δρόμο, «εν πορεία». Δημιουργήθηκαν τότε που δεν υπήρχαν τ’ αυτοκίνητα που σήμερα συντόμεψαν τις αποστάσεις, τότε που οι στρατοκόποι πήγαιναν πεζοί ή καβαλλάρηδες κι’ είχαν ανάγκη από συντροφιά. Τραγουδούσαν «για να μην αποφανή η στράτα». Τα τραγούδια τση στράτας τραγουδιούνται ώς το τέλος.

Τέτοια τραγούδια είναι «Αλέξαντρος ο Βασιληάς», «Η Αρφανούλα νύφη» (πλήρες εν «Κρητ. Αστήρ» 1-2, σελ. 277), «Ο Προσφύρης», «η γυναίκα του Πρωτομάστορα», «ο καταχανάς η το καλό πουλί» κλπ.
Την ανάγκη να περπατούμε συντροφιασμένοι τη νοιώσαμε κι’ εμείς στη Γερμανική Κατοχή, τότε που δεν είχαμε αυτοκίνητα και κατεβαίναμε με τα πόδια στην Αθήνα. Όταν κατάλαβε ο Γερμανός διοικητής την ανακούφιση που μας χάριζε η συντροφικη πορεία (πριν ακόμη βγουν οι ομάδες αντιστάσεως) διάταξε να μην πηγαίνουν μαζί πάρα πάνω από δυο Έλληνες…

χορευτες 002 - Αντίγραφο

Ειδική κατηγορία τραγουδιών τση στράτας είναι τα τραγούδια του γάμου, που στα Ρεθεμνιώτικα λέγονται «τση συνεπαρσάς» (τα τραγουδούν όταν μεταφέρουν την προύκα, όταν στολίζουν τον παστό [σ.σ.: το νυφικό δωμάτιο], όταν συνοδεύουν τη νύφη στο σπίτι του γαμπρού κλπ.), καθώς και το τραγούδι τση κουλούρας. «Τση κουλούρας» λέγεται το ειδικό τραγούδι που τραγουδιέται όταν οδηγούν τη νύφη και το γαμπρό στην εκκλησία. Επειδή πρέπει να ξεκινήση η συνοδεία αρχίζοντας από δεξιά, αναγκάζονται να κάμουν ανεκουλουρίδα, ένα μεγάλο κύκλο έως να φθάσουν στην εκκλησία.

Ο Προσφύρης

Μιάν καλογρηά κοιλιοπονά χρόνο και πέντε μήνες
Να κάμ’ υγιό τον Πρόσφυρο, τον άντρα του πολέμου.
Την πρώτη ζώστη το σπαθί, την άλλη το κοντάρι,
Την άλλη των εζήτηξε να βρή ψωμί να φάη,
Την άλλην εκαυκήστηκε πως άντρα δε φοβάται,                                     5
Μηδέ το Γιάννη τον ντελή μηδέ το Νικηφόρο
Μηδέ τον πρώτον Πρόσφυρο, πούτρεμ’η γής κι’ο κόσμος.
Κι’ο βασιλιάς ως τ’άκουσε πολύ του κακοφάνη,
Βάνει τ’ασκέρι πήγαινε, πάει τη στράτα στράτα.
Ο πρώτος που τ’απάντηξε ήτονε ο Προσφύρης,                                   10
-Έ μωρέ σύ ψηλοβοσκέ, δείξέ μας τον Προσφύρη.
-Στυλώσετέ μου τσ’ αίγες μου και εγώ σας τόνε δείχνω.-
Στυλόνουνέν του τσ’αίγες του και στυλωμό δεν έχουν,
Παίζει κ’εκείνος μια σφυριά κ’ευτύς τσή πρεμαζόνει.
-Εγώμαι κι’ο ψηλοβοσκός, εγώμαι κι’ ο Προσφύρης,                         15
Εγώμ’απού καυκήστηκα πως άντρα δε φοβούμαι,
Μηδέ το Γιάννη τον ντελή μηδέ τον Νικηφόρο
Μηδέ τον πρώτον Πρόσφυρο, πούτρεμ’η γής κι’ο κόσμος.
Πιάνουν μπισταγκωνίζουν τον ‘ς τη μέση τόνε βάνουν,
΄Ράφτουνε τ’αμματάκιαν του με τριώ λογιώ μετάξι,                            20
Χέρια και πόδια δένουνε μ’οχτώ λογι’αλυσίδες.
«Σ΄ούλον τον κόσμ’αμέτε με κ’ύστερα ‘ς τσ’αδερφής μου,
Εις τσ’αδερφής μου τσή Καλής εκεί μ’υστεραμέτε».
Κ’εκείνοι ‘ς το πεισματικό εκεί τον πρωτοπήγαν.
«Δε σου’πα γώ, ‘δερφάκι μου, να μην  πολυπαινάσαι,                       25
Γιατ’είνιε κι’άλλοι άρχοντες και κι’άλλα παλληκάρια;
Κόρδισε τ’αμματάκια σου να σπάσης το μετάξι,
Χέρια και πόδια κόρδισε να σπάσης τσ’αλυσίδες,
Να πιάσης το σπαθάκι σου, τ’αγιοκωσταντινάτο,
Να ιδούν οι Φράγκοι, τα σκυλιά, πώς είν’τα παλληκάρια».               30
Εκόρδισε τ’αμμάθιαν του κ’έσπασε το μετάξι,
Χέρια και πόδια κόρδισε κ’έσπασε τσ’αλυσίδες.
‘Σ το έμπα χίλιους έκοψε ‘ς το έβγα δυό χιλιάδες,
Κι’ ώστε να στριφογυριστή δεν ηύρηκε να κόψη,
Κι’η γι αδερφήν του η Καλή έκανε το σεϊρι.

 

Αλέξαντρος ο βασιλιάς

Αλέξαντρος ο βασιλιάς απού την Αλεξάντρα
Ηθέλησε κ’εζήτηξε μικρή βασιλιοπούλα,
Μα δεν του την εδώκανε, μοναχορρηγοπούλα.
Πιάνει στερνιάζει το νερό κι’αποστειρόνου η βρύσες
Κ’εθέταν κι’αποθένανε αθρώπ’ απού τη δίψα.                          5
-Άφης μ’αφέντη βασιλιά ‘ς τ’ Αλέξαντρου να πάω.
-Άν πάης, θυγατέρα μου, κ’έρθης με την τιμή σου
Τούτ’η κορώνα που φορώ νάνε για μιάς δική σου.-
Παίρνει τη στράτα το στρατί, το φόρος φόρος πάει,
Βρίστει τσή πόρταις ανοιχταίς Ελένη, μέσα μπαίνει.             10
-Κωλώς την την Ελένη μου, καλώς την την κερά μου,
Σόντας ήρθε και μ’ηύρηκε μέσα ‘ς την αγκαλιά μου.
-«Στρώσετε βάγιαις,  στρώσετε για δυό κορμάκια στρώμα
Κι’ας ξεστερνιάση το νερό να πιούν τα διψασμένα».-
-«Περικαλώ σε βασιλιά, χρόνους πολλούς να ζήσης,            15
Απόψε το κορμάκι μου να μην το τυραννήσεις».-
Μα κείν’η σκύλα, η γι άνομη εβάστα το ξυράφι
Κ’ έκοψε το κεφάλιν του ωρίς να τον ταράζη.
‘Σ τη στράτα τσ’ απαντήχνουνε δυ’ομορφοκαβαλάροι,
Ο γείς τσή δούδει μάλαμμα κι’άλλος μαργαριτάρι.             20
Κ’οι γι αδερφοίν τση ‘ς τ’ όβγορο, εις τ’ώρηο παραθύρι,
«Μωρή σκύλα, μωρή Οβρηά, μωρή μαγαρισμένη,
Και τίνος είν’η κεφαλή απού’σαι σύ ζωσμένη;»
Κι’ουλημερνής τη δέρνανε με ξύλα και με πέτραις,
Αργά ‘ς τον ψυχομαχημό είπε με μαύρα δάκρυα,                 25
«Πάρε σφάκα τα κάλλη μου, πέρδικα τα πλουμιά μου
Κ’εσύ το ξενικόσταρο πάρε τα τα μαλλιά μου.
Γιατί δεν είνε θηλυκό να’χη τα βάσανά μου,
Τα νυχτοπαραδέρματα και τα σκοντάμματά μου».

Της Ευαγγελίας Κ. Φραγκάκι, ΦΩΤΟ ΑΝΥΦΑΝΤΑΚΗΣ

με πληροφορίες από sadentrepese.blogspot.comrizitiko.gr





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.