Η ανέγερση του Ναού της Αγίας Αικατερίνης στη Σητεία. Ιστορική αναδρομή

Είναι βέβαιο ότι κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι δύο λατινικοί ναοί της πόλης ευρίσκοντο σε ερειπιώδη κατάσταση και καμία θρησκευτική ιερουργία δεν ελάμβανε χώρα. Μετά την επιλογή των ερειπίων της παλαιάς Σητείας ως νέας πρωτεύουσας της Επαρχίας από τον Αβνή Πασά, όπως προαναφέραμε, το 1870, η αναγκαιότητα της ίδρυσης ναού των ορθοδόξων εθεωρείτο δεδομένη, παράλληλα με την ίδρυση Τζαμιού για το μουσουλμανικό πληθυσμό.

Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα οι μεγάλες επαναστάσεις της Κρήτης είχαν επιτύχει την κατάκτηση ορισμένων θρησκευτικών ελευθεριών οι οποίες κατοχυρώθηκαν και διευρύνθηκαν με το Χάττι Χουμαγιούν (1856), τον Οργανικό Νόμο (1868) και τη Σύμβαση της Χαλέπας (1878).

Άποψη της Σητείας το 1910

Άποψη της Σητείας το 1910

Ένας από τούς βασικούς νόμους που καταργήθηκε ήταν αυτός που απαγόρευε την ίδρυση νέων χριστιανικών ναών (Σεριάτ). Δεν υπάρχει αμφιβολία,ότι για τις πρώτες θρησκευτικές ανάγκες των χριστιανών της νέας πρωτεύουσας, χρησιμοποιήθηκε ο ερειπωμένος ναός της Santa Caterina ο οποίος ασφαλώς υπέστη κάποιες εργασίες επισκευών. Προφανώς, ο ναός του Αγίου Μάρκου θα ευρίσκετο σε κατάσταση πλήρους κατάρρευσης και άλλωστε θα ήταν αμφίβολο αν οι χριστιανοί ήθελαν να χρησιμοποιήσουν ως ορθόδοξο ναό μία εκκλησία που είχε συνδεθεί με την επίσημη εξουσία και θρησκεία  των Ενετών.

Επίσης, αναμφίβολο είναι ότι η μνήμη του ονόματός του ναού της Αγίας Αικατερίνης δεν είχε λησμονηθεί σε όλο το διάστημα της τουρκικής κατοχής και οι Ελληνες κάτοικοι της νέας πόλης διατήρησαν το όνομα της Αγίας. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι και ο ναός της Santa Maria, μετά από κάποια ανακαίνιση, χρησιμοποιήθηκε από τους ορθοδόξους, τιμώμενος στο όνομα της Αναλήψεως του Σωτήρος. Από την εξέταση των παλαιών εικόνων του ναού της Αγίας Αικατερίνης προέκυψε το στοιχείο της ύπαρξης και λειτουργίας κατά την περίοδο της δημιουργίας της νέας πόλεως Σητείας του ναού του Αγίου Ιωάννη στην περιοχή «Λιοπίτη», αφού εικόνα η οποία μεταφέρθηκε στο ναό από την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη φέρει την χρονολογία 1874, και για την οποία θα γίνει λόγος στην παρουσίαση των εικόνων του ναού της Αγίας Αικατερίνης. Επίσης και ο ναός του Αγίου Νικολάου στην βόρεια ακτή της Σητείας ανηγέρθη το 1933 επί των ερειπίων παλαιού ομωνύμου ναού του οποίου πιθανώς η ίδρυση θα πρέπει να τοποθετηθεί στα ύστερα χρόνια της Τουρκοκρατίας η και στο τέλος της Ενετοκρατίας.

agia-aikaterina-palaios

Τα κείμενα μιλούν με βεβαιότητα για την ανέγερση του νέου ναού της Αγίας Αικατερίνης επί παλαιού ναού στην ίδια θέση. Ο Gerola, στις αρχές του αιώνα γράφει σχετικά «Η σημερινή ορθόδοξη εκκλησία που βρίσκεται στη μέση της πόλης ξανακτισμένη από τα θεμέλια, ονομαζόταν με το ιταλικό όνομα «Santa Caterina». Και ασφαλώς ανταποκρινότανε στην αρχική εκκλησία των Αυγουστίνων, που αρκετά καταστράφηκε από την εισβολή του Μπαρμπαρόσσα» (Bλ. παρ. σελ. 99).

Στο περιοδικό «Μύσων» αναγράφονται τα ακόλουθα:·«Επί των ερειπίων παλαιού ναού της Αγίας Αικατερίνης ανηγέρθη επιστασία του αναπληρωτού του Επάρχου (Μουαβίνη) Νικολετάκη εκ Ρεθύμνης νέος ναός της Αγίας Αικατερίνης εις την δυτικήν θύραν του οποίου είχε ταφή η αποθανούσα σύζυγος του Νικολετάκη» (Bλ. Περιοδικό «Mύσων», Tόμος ΣT΄ (1937), σελ 46.). Τέλοςτα Απομνημονεύματα του Επισκόπου Αμβροσίου αναφέρουν «Ανέγερσις εκ θεμελίων ναού Αγίας Αικατερίνης (1890-99)» (Bλ. παρ. σελ. 99).

Από τα πιο πάνω, δεν είναι σαφές αν δημιουργήθηκε στη θέση αυτή μικρή εκκλησία στην οποία λειτουργούσαν οι χριστιανοί ή αν επί των ερειπίων του λατινικού ναού ανηγέρθη ο νέος και οι ορθόδοξοι κάτοικοι της πόλης εκκλησιάζοντο μέχρι τότε σε άλλο ναό όπως σ’ αυτόν του Αγίου Ιωάννου. Πιστεύουμε ότι -όπως προαναφέρθηκε- επισκευάστηκε πρόχειρα ο παλαιός ναός της Santa Caterina και χρησιμοποιήθηκε για τις λατρευτικές ανάγκες των χριστιανών και μετά κατεδαφίστηκε για να αναγερθεί στη θέση του ο νέος ναός. Αυτό προκύπτει σαφέστατα από το κείμενο της αφιερωτικής-κτητορικής πλάκας που εντοιχίστηκε στο νέο ναό κατά τα εγκαίνιά του το 1899. Το κείμενο έχει ως εξής σε μικρογράμματη μεταγραφή

Πανσητειωτών εράνω και επιμε-

λεία Προκρίτων Λιμένος Ση-

τείας ανωκοδομήθη ευρυχω-

ρότερος και μεγαλοπρεπέ-

στερος ο Καθεδρικός ου-

τος Ναός εν έτει 1890 προς

τιμήν και αίνον της Αγίας

και Πανσόφου Νυμφης του

Χριστού Αικατερίνης ετελέ-

σθησαν δε τα εγκαίνια αυτού

εν έτει 1899 Αρχιερατεύοντος

του Σητείας και Ιεράς Αμβροσίου.

Από το πιο πάνω κείμενο, που έχει την άμεση εγκυρότητα, αφήνεται καθαρά να εννοηθεί η ύπαρξη στον ίδιο χώρο ναού «ολιγότερον ευρύχωρου και χωρίς την ανάλογη μεγαλοπρέπεια» αλλά πάντως ναού εν λειτουργία ο οποίος κατεδαφίστηκε για να κτιστεί ο νέος ναός «ευρυχωρότερος και μεγαλοπρεπέστερος». Άλλωστε, φαίνεται φυσικό να εκτελούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα οι χριστιανοί της Σητείας μέσα στην πόλη, στο διάστημα αυτό της εικοσαετίας η οποία μεσολάβησε από την ίδρυση της νέας πόλης, μέχρι τον χρόνο της θεμελίωσης του νέου ναού της Αγίας Αικατερίνης.

Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε το 1890 για να ικανοποιήσει τις θρησκευτικές ανάγκες του χριστιανικού πληθυσμού της πόλης η οποία σύμφωνα με την πρόσφατη τουρκική απογραφή του 1881 (1η έως 11η Οκτωβρίου) είχε 568 κατοίκους από τούς οποίους οι 256 αποτελούσαν τις 70 χριστιανικές οικογένειες και οι 312 τις 88 μουσουλμανικές. Ασφαλώς, εννέα χρόνια μετά θα υπήρξε αλματώδης αύξηση του πληθυσμού του χριστιανικού, με την κάθοδο από τα χωριά της Επαρχίας ώστε κατά την απογραφή του 1900, στην ελεύθερη Κρήτη, οι κάτοικοι της πόλεως Σητείας έφθασαν τους 1053, αριθμός αρκετά μεγάλος σε σχέση με την προηγούμενη απογραφή αν ληφθεί υπόψη ότι ο μουσουλμανικός πληθυσμός είχε μεταναστεύσει από την Κρήτη κατά το μεγαλύτερο μέρος του.

Ο θεμέλιος λίθος, σύμφωνα με την εντοιχισμένη πλάκα αλλά και τα Απομνημονεύματα του Επισκόπου Αμβροσίου, θα πρέπει να αποτέλεσε και ίσως το πρώτο σε προτεραιότητα έργο του Επισκόπου, ο οποίος μόλις προ ολίγων μηνών είχε αναλάβει τα επισκοπικά του καθήκοντα, σε ηλικία 33 ετών.

Ο Ιεροσητείας Αμβρόσιος Σφακιανάκης εγεννήθη στο Ηράκλειο στις 15 Σεπτεμβρίου το 1856 έλαβε δε το κοσμικό όνομα Δημήτριος. Ο πατέρας του κατήγετο από το Βραχάσι Μεραμβέλλου και η μητέρα του από το Χουδέτσι Πεδιάδος. Η Επανάσταση του 1866 διέκοψε τις σπουδές του στη στοιχειώδη εκπαίδευση και άφησε έντονες μνήμες στο δεκαετή Δημήτριο.

Τις Γυμνασιακές σπουδές του περάτωσε στο Ημιγυμνάσιο Ηρακλείου. Ακολούθως εφοίτησε στην Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων ως υπότροφος. Επειδή η Σχολή έκλεισε το 1876 μετέβη στην Ιερισσό όπου χειροτονήθηκε Διάκονος. Ακολούθως μετέβη στην Aλεξάνδρεια αλλά επανήλθε στην Αθήνα όπου φοίτησε στη Ριζάρειο Σχολή και το 1882 ενεγράφη στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από όπου απεφοίτησε το 1887. Επανελθών στην Αλεξάνδρεια έφθασε στο βαθμό του Μεγάλου Αρχιμανδρίτη και Ιεροκήρυκος πάσης Αιγύπτου, παρά τον Πατριάρχη Σοφρώνιο. Εκεί επληροφορήθη την εκλογήν του από την Ιερά Σύνοδο της Κρήτης ως Επισκόπου Ιεράς και Σητείας και χειροτονήθηκε στο Ηράκλειο στις 28 Ιανουαρίου 1890.

 Η Επισκοπική του δράση υπήρξε πολυσχιδής και παραγωγική. Η συμβολή του στην εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία της Ιεράπετρας και Σητείας ήταν καθοριστική ιδιαίτερα διότι συνέδεσε το όνομά του με την Επανάσταση του 1897-98 και τη μεγάλη αναδιοργανωτική προσπάθεια σε Εκκλησία και Παιδεία. Απέθανε στις 5 Ιανουαρίου 1929.

Δεν γνωρίζουμε παρά ελάχιστα στοιχεία για την ανέγερση του ναού. Αρχεία της Ενορίας δεν υπάρχουν προ του 1899 και τα αντίστοιχα της Επισκοπής επί εποχής Επισκόπου Aμβροσίου δεν βρέθηκαν στη Μητρόπολη Ιεραπύτνης και Σητείας.

Πρωτομάστορας, σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες, φέρεται ο εκ Χαμαιζίου Δημήτριος Αναγνωστάκης που έκτισε και την παλαιά κρήνη του Χαμαιζίου, κάτω από την εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα, το 1890 και πιθανώς προσέθεσε λίγο αργότερα (1894) και τούς δύο θόλους στην ίδια παλιά εκκλησία. Ως τεχνίτες βοηθοί του, αναφέρονται οι επίσης Χαμεζιανοί, Εμμ. Παπαδομανωλάκης, Γ. Καζαμίας και Εμμ. Λιουδάκης, επιβεβαιώνοντας την παράδοση, που και σήμερα συνεχίζεται, για την αξία των Χαμεζιανών κτιστών.

Αλλά αν για τούς μαστόρους μας πληροφορεί η προφορική παράδοση, μία πρόσφατη δημοσίευση ενός κειμένου του 1895 μας αποκάλυψε το όνομα του εκπονήσαντος τα σχέδια μηχανικού (Bλ. N I. Παπαδάκη «Aπό Λιμένος Σητείας εις Mονήν Kαψάν (1895), Σητεία 1998, σελ. 10, υποσ. 1). Πρόκειται για τον Μηνά Ωρολογά του οποίου αγνοούμε την καταγωγή. Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες κατήγετο από τα Ιωάννινα αν και το επώνυμο δεν απαντάται καθόλου στην περιοχή της Ηπείρου. Αντίθετα είναι σύνηθες στη Σάμο από όπου προέρχονται και οι πρόγονοι των εχόντων το ίδιο επώνυμο οικογενειών του Ηρακλείου και των Χανίων. Πάντως φαίνεται, σύμφωνα με τις συνθήκες της εποχής, ότι θα ήταν δυσχερέστατη η κλήση μηχανικού από την ηπειρωτική Ελλάδα, εκτός ίσως, από κάποια νησιά του Αιγαίου.

Είναι σύνηθες, τα επίσημα εγκαίνια των εκκλησιών να μην σχετίζονται με τον χρόνο κατά τον οποίο παρεδόθησαν ανεπίσημα στη λατρεία. Έτσι, αρκετά και συγκεκριμένα γεγονότα αναφερόμενα στο αρχείο της Επισκοπής του Αμβροσίου λαμβάνουν χώρα στο νεόδμητο ναό της Αγίας Αικατερίνης προ της ημέρας των εγκαινίων.

-2/14 Ιανουαρίου 1898. Ο Επίσκοπος Αμβρόσιος παρακαλεί τον Πολιτικό Διοικητή της Σητείας Chevalier να παραλάβει από το Τελωνείο κιβώτιο το οποίο περιέχει πράγματα τα οποία ανήκαν στο Ναό της Αγίας Αικατερίνης.

-8/20-12/24 Φεβρουαρίου 1898. Ο Επίσκοπος πληροφορεί τον Chevalier ότι θα πρέπει να προετοιμαστεί ο Ναός της Αγίας Αικατερίνης, αν τελεστεί σ’ αυτόν ο γάμος της ανεψιάς του Κ. Μοάτσου (Ένας K. Μοάτσος φέρεται ως τροφοδότης των Γαλλικών πλοίων (N. I. Παπαδάκη «Eπαναστατικά Aπομνημονεύματα» υπό έκδοση) και ακολουθεί αλληλογραφία από την οποία φαίνεται ότι ο γάμος έγινε με μεγάλη επισημότητα.

-24 Μαρτίου-5 Απριλίου 1898. Ο Chevalier σε επιστολή του προς τον Επίσκοπο του γνωρίζει ότι όλοι στην πόλη είναι ευχαριστημένοι από την παρουσία του νέου εφημέριου του ναού Παπά Κωνσταντίνου Γαλανάκη τον οποίο θέτει υπό την προστασία του. Επίσης τον ευχαριστεί διότι έδωσε την άδεια για την τέλεση στην Αγία Αικατερίνη λειτουργίας για τούς Γαλλους όταν θα έλθει ο καθολικός ιερέας του Γαλλικού ναυτικού, Abbe Du Curon, ο οποίος ευρίσκετο επί της Ναυαρχίδας των Γαλλικών δυνάμεων «Amiral Charner» στη Σούδα.

-11/23 Νοεμβρίου 1898. Μετά την αποχώρηση του Τουρκικού στρατού και για τον εορτασμό του γεγονότος εψάλη κατανυκτική Δοξολογία στο ναό της Αγίας Αικατερίνης παρουσία των Γαλλικών Αρχών. Την ίδια ημέρα παρεδόθησαν τα όπλα των Σητειακών επαναστατών παρουσία του Ναυάρχου Pottier και του Προξένου Blanc. Aπό τα πιο πάνω γεγονότα φαίνεται ότι από το τέλος του 1897 είχαν ολοκληρωθεί οι οικοδομικές εργασίες του ναού και εχρησιμοποιείτο όταν έκτακτα και σημαντικά γεγονότα το επέβαλαν. Δυο χρόνια μετά, έγιναν τα επίσημα εγκαίνια. Η ακριβής ημερομηνία, που δεν προκύπτει από την πλάκα των εγκαινίων, είναι η 19η του μηνός Σεπτεμβρίου, όπως αποκαλύπτεται από την ιδιόχειρη αφιέρωση επί Ευαγγελίου, δώρου προς το Ναο, του Αρχιμανδρίτου Νικοδήμου Πετυχάκη, για το οποίο θα γίνει ιδιαίτερος λόγος στην παρουσίαση των κειμηλίων του ναού.

Τα εγκαίνια έγιναν με πανηγυρικό τριήμερο εορτασμό στον οποίο συμμετείχε το ευσεβές πλήρωμα όχι μόνο της πόλης αλλά καί όλης της Επαρχίας, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες παλαιών κατοίκων αφού το γεγονός δεν έτυχε της καταγραφής του στον Τύπο της εποχής ο οποίος ως γνωστόν εκδίδετο μόνο στα Χανιά και το Ηράκλειο. Η ίδρυση του ναού της Aγίας Αικατερίνης δεν πανηγυρίστηκε μόνο για την ελεύθερη εκδήλωση του επί τόσους αιώνες καταπιεσμένου θρησκευτικού ορθοδόξου φρονήματος αλλά συνδέθηκε και με την εθνική ανάσταση μετά από την φρικτή τουρκική καταπίεση ενώ συγχρόνως αποτέλεσε το έμβλημα του ενδόξου παρελθόντος της μεγάλης αυτής πόλης που δημιουργήθηκε πάλι πάνω στα ερείπιά της με τις ευλογίες και ικεσίες της Πανσόφου Νύμφης του Θεού, προστάτιδος και βοηθού και στη νέα της πορεία στο μέλλον.

Στα Απομνημονεύματα του Ιεροσητείας Αμβροσίου αναγράφονται κατά χρονολογική σειρά και οι υπολειπόμενες εργασίες στο ναό μέχρι την πλήρη ολοκλήρωση της πρώτης περιόδου της δημιουργίας του.

– Το 1908 έγινε η εικονογράφηση.

– Το 1909 η πλακόστρωση.

– Το 1914 η ισοπέδωση της αυλής η περιτείχιση.

Η συνολική δαπάνη έφθασε στις 850.000 δρχ. περίπου, ποσό τεράστιο για την εποχή. Για το λόγο αυτό διεξήχθησαν επανειλημμένα έρανοι όχι μόνο στην πόλη αλλά και σε όλη την Επαρχία. Οι έρανοι αυτοί των Πανσητειωτών, που αναφέρει η πλάκα των εγκαινίων, με την επιμέλεια των Προκρίτων του Λιμένος Σητείας, απέφεραν όχι μόνο χρηματικά ποσά αλλά και ατομικές προσφορές σε προσωπική εργασία και σε οικοδομικά υλικά. Η πιο πάνω χρονολογική αναφορά παρουσιάζει βέβαια ένα ερωτηματικό ως προς το κενό της αγιογράφησης για τα δώδεκα χρόνια από την επίσημη έναρξη της λατρείας στο ναό μέχρι τον παραδιδόμενο χρόνο της κατασκευής του τέμπλου. Δυστυχώς δεν υπάρχουν στοιχεία και αυτό μας επιτρέπει την υπόθεση ότι τοποθετήθηκε πρόχειρα κάποιο ξύλινο χώρισμα στο Άγιο Βήμα επί του οποίου είχαν αναρτηθεί εικόνες που είχαν προσφέρει οι πιστοί η αγιογραφήθησαν με απόφαση της Επιτροπείας του ναού (περίπτωση Μιχελιδάκη του 1909).

Η ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ 2ΟΥ ΑΙΩΝΑ

Ο μεγαλόπρεπος ναός της Αγίας δέσποζε της νέας πόλης ως σύμβολο του νέου ξεκινήματός της, όπως η Καζάρμα συμβόλιζε το ένδοξο παρελθόν της. Σε σειρά επιστολικών δελταρίων (Καρτποστάλ) του πρώτου τέταρτου του αιώνα που παρουσιάζουν πανοραμικές απόψεις της Σητείας, ο ναός διακρίνεται πάνω από το μιναρέ του Τζαμιού ο οποίος κατεδαφίστηκε σύμφωνα με πληροφορίες γύρω στα 1920-25. Από τα δελτάρια αυτά μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την πολεοδομική εξέλιξη της πόλης, μέχρι και το 1950, οπότε ξεκίνησε η πληθυσμιακή και οικοδομική έκρηξη.

Άποψη της Σητείας το 1910

Άποψη της Σητείας το 1910

 Ένα σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο που αποτελεί την παλαιότερη απεικόνιση του ναού της Αγίας Αικατερίνης είναι η επιστολική κάρτα που παρουσιάζει τον ίδιο το ναό, φωτογραφημένο στις αρχες του αιώνα, από τον ονομαστό για την εποχή του Τουρκοκρητικό φωτογράφο του Ηρακλείου R. Behaeddin, λίγα χρόνια μετά τα εγκαίνια. Αναφορά στον πρώτο ναό κάνει και ο Γάλλος περιηγητής V. Berard, ο οποίος επισκέφθηκε τη Σητεία το 1897 και περιγράφει την πόλη «…Είναι η σύγχρονη πόλη της Σητείας, πόλη καινούργια με δρομάκια που σχηματίζουν μεταξύ τους ορθή γωνία, πόλη χριστιανική με τούς θόλους της ολοκαίνουργης μεγάλης βασιλικής της…» («Κρητικές Υποθέσεις» 1897, Αθήνα 1994, σελ. 243).  Ο πρώτος ναός δεν είχε κωδωνοστάσιο. Το πρώτο κωδωνοστάσιο στη νοτιοδυτική πλευρά κατασκευάστηκε το 1938 από το μηχανικό Χαράλαμπο Μαρκάκη με επιβλέποντα μηχανικό τον Ιωάννη Βαρκαράκη. Αυτά, αποτέλεσαν τα στοιχεία της λεγόμενης β’ φάσης του ναού μαζί με τον Γυναικωνίτη που κατασκευάστηκε γύρω στα 1927 με σχέδια του μηχανικού Ιωαννίδη και με εργολάβο το Δημ. Βοΐλα. Ο μικρός πρόναος οικοδομήθηκε γύρω στο 1949-50 σε σχέδια του μηχανικού Χαρ. Μαρκάκη. Φωτογραφίες της εποχής του 1950 δείχνουν καθαρά τις εξωτερικές προσθήκες σε σχέση με τον πρώτο ναο που απεικονίζεται στη φωτογραφία του R. Behaeddin.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Η ανοικοδόμηση του Ορθόδοξου ναού της Μεγαλομάρτυρος Νύμφης του Χριστού Αικατερίνης ήταν μεταξύ των πρώτων μεγάλων έργων τα οποία θεμελιώθηκαν στη νέα πρωτεύουσα της Επαρχίας, το Λιμένα Σητείας, όταν η περιοχή επελέγη από τον πρώην Γενικό Διοικητή Κρήτης Χουσεΐν Αβνή Πασά και τον Διοικητή του Λασιθίου (Μουτασαρίφ) Κωστή Αδοσίδη Πασά το 1870 αντί του Πισκοκεφάλου το οποίο κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ήταν το διοικητικό κέντρο της Επαρχίας. Το ρυμοτομικό σχέδιο ήταν του Αβνή Πασά και η νέα πόλη προς τιμήν του ονομάστηκε  Αβνιέ ονομασία που μόνο οι Μουσουλμάνοι συνήθιζαν ενώ οι Χριστιανοί την έλεγαν το Λιμάνι της Σητείας η Σ(η)τεία.

agia-aikaterinhΕίναι γνωστό ότι η ιστορική πόλη της Σητείας, κατά τη διάρκεια του βενετοτουρκικού πολέμου υπέφερε από τις επιδρομές των Τούρκων πειρατών και το 1648 εγκαταλείφθηκε από τούς κατοίκους της για να παραμείνει μόνο η φρουρά στην περιτειχισμένη πόλη η οποία αμύνθηκε υπεράνθρωπα μέχρι το 1651 οπότε αναγκάστηκε να υποχωρήσει καταστρέφοντας η ίδια τα τείχη και τα σπουδαιότερα κτίσματα για να μη χρησιμοποιηθούν από τον εχθρό, ο οποίος ολοκλήρωσε την καταστροφή. Το δράμα και το σπαραγμό των προσφύγων περιγράφει με συγκινητικούς στίχους ο Κρητικός ποιητής Μαρίνος Μπουνιαλής το 1681 (Bλ. «Ο Κρητικός Πόλεμος 1645-1669, Αθήνα 1979, 120 (25-28),121 (1-12). Μετά την εγκατάλειψη και την καταστροφή, η πόλη και η περιοχή της ερημώθηκε για δύο και πλέον αιώνες. Το 1845, ο Γαλλος γεωλόγος V. Raulin, δε βρήκε στη θέση της παρά μερικούς «μαγατζέδες» δηλ. παραθαλάσσιες αποθήκες για αγροτικά προϊόντα με σκοπό κυρίως το δια θαλάσσης εμπόριο (Bλ. «Description physique de l’ilede Crete». Bordeau 1859-1869. Vol. 1, σελ. 168).

Λιγο αργότερα, το 1865, ο Αγγλος πλοίαρχος T.B. Spratt, την περιγράφει ως σωρούς ερειπίων, χωρίς ποτέ να ξανακτιστεί η να κατοικηθεί από τους Τούρκους (Bλ. «Travels and researhes in Crete» London 1865. Vol. 1, σελ. 163 κ. ε.), χωρίς φυσικά να γνωρίζει ότι λίγα χρόνια αργότερα οι ίδιοι θα την επέλεγαν για να εγκαταστήσουν τη νέα πρωτεύουσα της Επαρχίας. Η Σητεία ως πόλη, στη θέση της σημερινής, συνοικίστηκε πιθανότατα στο τέλος της πρώτης Βυζαντινής περιόδου και έγινε έδρα Επισκοπής αφού αναφέρεται Επίσκοπος Σητείας το 731 μ.Χ.

Μετά την Αραβική κατάκτηση της Κρήτης, φυσικά έπαψε να υφίσταται και επανιδρύθηκε μετά την ανακατάληψη της νήσου και στο Τακτικό του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, το 980 μ.Χ., αναφέρεται και πάλι Επίσκοπος Σητείας. Κατά τη διάρκεια της Ενετοκρατίας, δεν διατηρήθηκε η επισκοπική έδρα την οποία είχε επί Βυζαντίου, όμως λόγω της μεγάλης ακμής της και της σημασίας της, αφού σε έγγραφο της Ενετικής Γερουσίας του 1232 αποκαλείται «Maximum statum et lumen ejusdem insulae» δηλ. «Μέγας σταθμός και φως της Νήσου», έγινε έδρα Λατίνου Επισκόπου.

Η Εκκλησία της Σητείας έφερε τον τίτλο του Αγίου Μάρκου του Ευαγγελιστή και είχε ως πρώτο Επίσκοπο το Μάρκο, σημαντικότερο τον Gaspare Viviani, ο οποίος εχρημάτισε και τοποτηρητής (Γενικός Βικάριος) του Λατίνου αρχιεπισκόπου στην Κρήτη Pietro Lando και επί της επισκοπείας του, στις 20 Ιουνίου 1571, η Επισκοπή Σητείας συνενώθηκε με την Επισκοπή Ιεράπετρας. Τελευταίος Λατίνος Επίσκοπος αναφέρεται ο Πέτρος η κατ’ άλλους ο Γεώργιος Μινόττος το 1648.

Η έδρατης Επισκοπής του Viviani ήταν η Επάνω Επισκοπή, με επισκοπικό ναό αυτόν ο οποίος σήμερα είναι αφιερωμένος στη Γέννηση της Θεοτόκου, τον Άγιο Γεώργιο και τον Άγιο Ιωάννη και φέρει εντοιχισμένη πλάκα με το θυρεό του. Φαίνεται όμως ότι επισκοπικός επίσης ναός ήταν και αυτός του Αγίου Ιωάννη, στην Κάτω Επισκοπή, έδρα και αυτή του Λατίνου επισκόπου, ο οποίος σήμερα μετονομάστηκε σε ναό των Αγίων Αποστόλων.Η χρήση των δύο εκκλησιών γινόταν ανάλογα με τις περιστάσεις.

Το θέμα των χώρων της θρησκευτικής λατρείας των Λατίνων κατοίκων της πόλης της Σητείας, έχει πηγές τα σχετικά κείμενα της Ενετικής Γερουσίας και επιβεβαιώνεται από τα σχεδιάσματα (γκραβούρες) των Ενετών χαρτογράφων. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα από τον Ιταλό αρχαιολόγο G. Gerola στο μνημειώδες έργο του Monunenti Veneti nell Isola di Creta: «Στη μέση του παλιού Καστελλιού της Σητείας υπήρχε από τούς πρώτους χρόνους της βενετικής κυριαρχίας μια εκκλησία αφιερωμένη στον ένδοξο προστάτη της Δημοκρατίας (Άγιο Μαρκο). Μα από το 1566, που ο επίσκοπος Σητείας Gaspare Viviani ζήτησε από τον ρετούρη Φραγκίσκο Priuli να μεταφέρει στην πρωτεύουσα της επαρχίας την έδρα της Επισκοπής, η μικρή εκκλησία χρησιμοποιήθηκε ως καθεδρικός ναός των Λατίνων όλης της περιφέρειας, αν και δεν εγκαταλείφθηκαν και δεν καταστράφηκαν – όπως αναφέραμε – οι παλαιότεροι καθεδρικοί ναοί της υπαίθρου». Κι αυτός ο Άγιος Μάρκος βρισκόταν σε τέτοια άθλια κατάσταση στο τέλος της βενετικής κυριαρχίας, που ο Γενικός Προβλεπτής Aνδρέας Corner έγραφε στις 10 του Φλεβάρη του 1645·«Quella chisa cattedrale, che e di Vostra Serenita, ha dato inditio grande di venir a basso: et e stato necessario abbandonarla», δηλ. «Αυτός ο Καθεδρικός ναός που ανήκει στη Γαληνότητά σας, έδωσε σοβαρές ενδείξεις ότι θα πέσει. Ήταν αναγκαίο να εγκαταλειφθεί» (Bλ. «Bενετικά Μνημεία της Kρήτης (εκκλησίες), Mετάφραση Στ. Σπανάκη, Kρήτη 1993, σελ. 107 κ.ε.).

Από τα σχέδια και τις κατόψεις που σώζονται από την εποχή εκείνη, εύκολα συμπεραίνουμε ότι κι η εκκλησία κάθε άλλο παρά ικανοποιούσε και τις μετριότερες ακόμη ανάγκες του καθεδρικού ναού. Όλα μάς κάνουν να παραδεχτούμε πως κι αυτή ήταν μια από τις συνηθισμένες φτωχές εκκλησούλες, όπως τις περιγράψαμε προ ολίγου, στερημένη από κάθε ομορφιά και από κάθε καλλιτεχνική αξία. Από τα ερείπια που υπάρχουν σήμερα, συνάγεται πως έχει πλάτος 5 μ. και ότι οι τοίχοι είχαν πλάτος 60 εκατοστόμετρα. Από δω προέρχεται μια επιγραφή που χάθηκε, ένα στέμμα χαμένο επίσης και ένα άλλο στέμμα χονδροειδέστατο, που ανήκει στον ΧV αιώνα».

Από το κείμενο αυτό συνάγεται ότι ο Άγιος Μάρκος είχε εγκαταλειφθεί λίγα χρόνια πριν από την πτώση των Ενετών στους Τούρκους. Στην ίδια την πόλη, αλλά έξω από τα τείχη, σε μικρή απόσταση από την Καζάρμα, βρισκόταν η εκκλησία της Santa Maria σε περιοχή που και σήμερα είναι γνωστή με το ίδιο όνομα και η οποία ανήκε στο Τάγμα των Λατίνων Φραγκισκανών μοναχών. Πιθανότατα υπήρχαν και καταλύματα μοναχών αποτελούντων ένα μικρό κοινόβιο. Η ακριβής θέση θα πρέπει να αναζητηθεί εκεί που σήμερα βρίσκεται το παλαιό Κοιμητήριο της πόλης και όπου κατά καιρούς, κατά τη διάρκεια εκσκαφών, ήλθαν σε φως μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, κυρίως εκκλησιαστικά κιονόκρανα.

Ο Gerola ισχυρίζεται ότι ο σημερινός ναός της Ανάληψης του Σωτήρος στο Κοιμητήριο, έγινε από τα ερείπια της παλιάς Λατινικής εκκλησίας η οποία δεν ήταν πλούσια καθώς οι πηγές της εποχής την αναφέρουν «Una chiesa di S.Mariadellordine di S. Francesco, la quale oper poverta o pir negligenza e molto mal tenuta» δηλ. «Μια εκκλησία της Παναγίας, του δόγματος των Φραγκισκανών, η οποία ή από φτώχεια ή από αμέλεια είναι πολύ κακοδιατηρημένη» (βλ. παραπ. σελ. 145). Πιθανότατα, κατά την τελευταία περίοδο της Ενετοκρατίας, τα κτήρια της παλαιάς μονής, εγκαταλελειμμένα από μοναχούς, χρησιμοποιήθηκαν ως χώρος λοιμοκαθαρτηρίου (Lazareto), σύμφωνα με το σχέδιο του Boschoni.

Φαίνεται, ότι ο ναός αυτός διατηρήθηκε κάπως κατά την Τουρκοκρατία, στερεώθηκε πρόχειρα μετά την ίδρυση της νέας Σητείας για να ανακαινιστεί οριστικά το 1925 όταν ο χώρος διαμορφώθηκε στη σημερινή περιτειχισμένη του μορφή ως Κοιμητήριο της πόλης, με ισοπέδωση 1840 τ.μ. (βλ. N. I. Παπαδάκης «O Iεροσητείας Aμβρόσιος», Xανιά 1936, σελ.100). Στο ίδιο μοναχικό Ταγμα ανήκε και η εκκλησία της Santa Lucia η οποία θα πρέπει να αναζητηθεί στην περιοχή της Αγίας Φωτιάς και πιθανότατα να ταυτιστεί η θέση της με αυτή της νεώτερης εκκλησίας της Αγίας Φωτεινής η οποία διατήρησε εξελληνισμένο το όνομα στο ορθόδοξο δόγμα. Κατά το Gerola στην ευρύτερη περιοχή της πόλης υπήρχαν και άλλες δύο μικρές λατινικές εκκλησίες οι οποίες αναφέρονται στα κείμενα των Ενετών αλλά οι οποίες καταστράφηκαν ολοσχερώς κατά την τουρκική κατάκτηση (Bλ. Παραπ. σελ. 162). Μια τρίτη εκκλησία, μέσα στην πόλη της Σητείας, ανήκε σε άλλο μοναχικό λατινικό Ταγμα, του Αγίου Αυγουστίνου (Αυγουστινιανοί) και ετιμάτο στο όνομα της Santa Caterina, η οποία και αυτή καταστράφηκε, αρχικά από την επιδρομή του Μπαρμπαρόσσα και αργότερα από την τουρκική κατάκτηση (Bλ. Παραπ. σελ. 145).

Σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σχεδιάσματα και χαρτογραφήματα της Ενετικής πόλης της Σητείας τα οποία, παρά τη σχηματική τους απεικόνιση, αποτυπώνουν με εξαιρετική ακρίβεια τις θέσεις των δημόσιων οικοδομημάτων και των εκκλησιών ώστε σήμερα να μπορούμε με βεβαιότητα να εντοπίζουμε η να αναζητούμε τα κτήρια αυτά. Στο παλαιότερο από αυτά, του Angelo Oddi, του 1601, το οποίο έγινε γνωστό από την αντιγραφή του από τον Ενετό στρατιωτικό αρχιτέκτονα Francenco Basilicata, το 1612, που αναπαράγει ο τελευταίος και στις επόμενες εκδόσεις του (1614-15, 1618-19 και 1629-30), παρά την σχηματική απόδοση των οικοδομημάτων μπορεί να διακρίνει κανείς τις δύο εκκλησίες με τις αετωματικές στέγες και τη θέση του κωδωνοστασίου πάνω από την είσοδο, τη μία (Santa Caterina) πάνω από το παράλιο τείχος και την άλλη, μόλις διακρινόμενη, λίγο κάτω από το διοικητήριο, τη σημερινή Καζάρμα (Bλ. «Relatione di tutto il Regno di Candia». 1619, 1629). Στο ίδιο σχέδιο αναγράφεται το όνομα της Santa Maria πάνω από μοναστηριακής μορφής οικοδόμημα, στη θέση του σημερινού παλαιού Κοιμητηρίου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το έργο του Basilicata υπήρξε το πρωτότυπο για την παρουσίαση σχεδίων πόλεων και περιοχών της Κρήτης των Ενετών, με μικρές παραλλαγές, από μεταγενέστερους χαρτογράφους και συγγραφείς. Ορισμένοι όμως, πιστεύουμε ότι σχεδίασαν και με προσωπική παρατήρηση, όπως ο Ενετός μηχανικός Raffaele Monanni το 1631 ο οποίος είχε εργαστεί σε έργα του Βασιλείου της Κρήτης, ιδιαίτερα υπό το Γενικό Προβλεπτή Κρήτης, Francesco Moresini, του οποίου το σχέδιο της Σητείας παρουσιάζεται με μεγαλύτερη τοπογραφική πιστότητα (Bλ. «Relazione Tipografica del Regno di Candia» 1631). Οι δύο εκκλησίες διακρίνονται καθαρά, σε ανάλογες θέσεις με αυτές του Basilicata καθώς και το φρουριακό μοναστηριακό συγκρότημα της Santa Maria. Η θαυμάσια χαρακτική δουλειά του Marco Boschini του 1651 (Bλ. «Il Regno tutto di Candia» 1651 [φωτοτυπική ανατύπωση: Modena 1967]), δεν γνωρίζουμε εάν προήλθε και από προσωπικές επισκέψεις του καλλιτέχνη στη Σητεία αλλά οπωσδήποτε έλαβε υπόψη τα έργα των Basilicata και Monanni. Εδώ με μεγαλύτερη ακρίβεια και σαφήνεια δηλώνονται οι δύο λατινικές εκκλησίες στις ίδιες σχεδόν θέσεις. Αντίθετα ο τοπογραφικός χάρτης της Σητείας του Ολλανδού γιατρού και γεωγράφου O. Dapper στο βιβλίο του το 1688 (Bλ. «Aκριβής περιγραφή της νήσου Kρήτης» [μετάφραση M. Βερνάρδου]. Eν Aθήναις 1936. Φλαμανδικό πρωτότυπο 1688, Γαλλική έκδοση 1703), παρά την προσεκτικότερη σχεδίαση, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αντιγράφει το χαρακτικό του Boschini. Επίσης ο Μ.Ρ. Coronelli, στον Άτλαντά του το 1696 (Bλ. «Isolario del Atlante Venεto» Venetiis 1696) αντιγράφει πιστά το σχέδιο του Basilicata και παρουσιάζει με μικρές παραλλαγές το σχέδιο του Boschini.

Aπό την παράθεση των σχεδίων της Σητείας των χαρτογράφων και περιηγητών της Κρήτης κατά τον τελευταίο αιώνα της Βενετοκρατίας, που πλούτισαν τις τοπογραφικές μας γνώσεις για την εποχή εκείνη, μπορούμε με βεβαιότητα να ταυτίσουμε τη θέση του νέου ναού της Αγίας Αικατερίνης με αυτή του ναού της Santa Caterina των Αυγουστινιανών, τη θέση της Santa Maria με αυτή του ναού της Αναλήψεως του Σωτήρος στο παλαιό Κοιμητήριο, και να αναζητήσουμε τα ερείπια του Αγίου Μάρκου στην περιοχή λίγο κάτω από την Καζάρμα. Αλλά αν από τα κείμενα και τη χαρτογραφία της πόλης της Σητείας προκύπτουν στοιχεία για τούς χώρους λατρείας των Ενετών κατοίκων, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για τις αντίστοιχες εκκλησίες των Ορθοδόξων στην πόλη ή την ευρύτερη περιοχή της.

Η απουσία γραπτών αναφορών και τα σχέδια, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μέσα στην περιτειχισμένη πόλη δεν υπήρχε ναός Ορθοδόξων. Πιθανώτατα όμως υπήρχε ναός εκτός πόλης, καθώς και στην ύπαιθρο της Επαρχίας απαντώνται Ελληνικοί ναοί (Βοϊλα, Αζοκέραμο, Λιθίνες, Τοπλού, Ζήρο, Ετιά, Λάστρο, Αρμένους, Παπαγιαννάδες, Έξω και Μέσα Μουλιανά, Παρασπόρι, Σαντάλι, Σίτανο, Τουρλωτή, Φανερωμένη, Παντέλι, Χαμαίζι, Ζου, Ζάκρο, Κατελιώνα, Λουτράκι, Σφάκα). Είναι γεγονός, ότι την αρχική καταπιεστική στάση της θρησκευτικής πολιτικής της Βενετίας έναντι των Κρητικών Ορθοδόξων διαδέχθηκε μία ηπιότερη, ιδιαίτερα όταν ο τουρκικός κίνδυνος γίνεται απειλητικότερος. Προσέτι, στα τελευταία χρόνια της Ενετοκρατίας παρατηρείται μία έντονη αναβίωση του μοναχισμού με την ίδρυση νέων ή την ανασύσταση παλαιών ερειπωμένων και λησμονημένων μοναστηριών.

Η ίδρυση εκκλησιαστικών μετοχίων γενικεύεται. Ένα από τα σημαντικότερα, της Μονής της Παναγίας Ακρωτηριανής (Τοπλού), ήταν αυτό του Αγίου Κωνσταντίνου, οπωσδήποτε στη θέση του σημερινού ναού στην περιοχή της πόλης Σητείας, το οποίο ίδρυσε ο ονομαστός Ηγούμενος της Μονής Γαβριήλ Παντόγαλος. Εκεί, οι Ορθόδοξοι Έλληνες της Σητείας, εκτελούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Από εκεί προέρχεται και έχει εντοιχιστεί στην πρόσοψη του παρεκκλησίου της Μονής, η πώρινη πλάκα με το ενδιαφέρον κτητορικό επίγραμμα·

Τις δόμον Ερημαίον εκάσσατο ιρόν Ολύμπου

Τις ποτ’ έδωκε τόσην κάλεσιν αγλαΐην

Παντόγαλος Γαβριήλ θεοείκελος αγλαομύτης

Άσπετος υψίνοος σεμνός ακερσοκόμης

Οίος Κωνσταντίνος ο Θείος τούνομα ετύχθη

Ενθάδ’ όπη θείη ευχόμεθα ευσεβίη

Ονπερ έτευξε Θεού Μαρίοις χάριν Ακροθεαίνης

Παύλαν των πατέρων έμμεν’ ες αίδιον

Χιλια εξ θ’ εκατόν Λυκαβάντων κύκλα παρήλθε

και δέκα χεννέα μην έβδομος εξ φαέων.

Δηλ. σε ελεύθερη μεταγλώττιση στα νέα ελληνικά·

«Ποιός εστόλισε το ερημικό ιερό δώμα του Ολύμπου,

Ποιός του έδωσε τόση αίγλη και τόσες ομορφιές,

 Ο Γαβριήλ Παντόγαλος ο ισόθεος, με τη λαμπρή τη σκέψη,

ο μεγάλος, ο υψηλόφρων, ο σεμνός, με την κόμη την ακούρευτη.

Στο κτίσμα δόθηκε το όνομα Κωνσταντίνος ο Άγιος,

εδώ όπου προσευχόμεθα με ευλάβεια θεϊκή

και που το κατασκεύασε για χάρη του θεού και της Μαρίαςτης Ακρωτηριανής,

ανάπαυσις παντοτινή για να ‘’ναι των πατέρων

Χιλιοι εξακόσιοι κύκλοι χρόνων έχουν περάσει

και δέκα και εννέα, μην έβδομος, ημέρα έκτη».

(H μετάγωτισση είναι του Στ. Aλεξίου «Παρατηρήσεις σε χριστιανικές επιγραφές Σητείας», Περιοδικό I. M. Iεραπύτνης καί Σητείας «Άγκυρα Eλπίδος» τεύχος 19, σελ.32).

Το τελευταίο δίστιχο δίνει τη χρονολογία, 6 Σεπτεμβρίου 1619.

Είναι πολύ πιθανό ότι τη σύνταξη του κειμένου αυτού καθώς και εκείνου της πλησίον εντοιχισμένης στο παρεκκλήσιο επιγραφής που αφορά την Παναγία την Ακρωτηριανή έκανε ο αδελφός του Γαβριήλ, Μελέτιος, ο οποίος είχε μεγάλη θρησκευτική και φιλολογική παιδεία και έφθασε στο υψηλό εκκλησιαστικό αξίωμα του Μητροπολίτη  Εφέσου. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την ύπαρξη άλλου ναού ορθοδόξων στην πόλη ή την περιοχή της πόλεως Σητείας κατά την Ενετοκρατία

Του Νίκου Π. Παπαδάκη Αρχαιολόγου

πηγή: imis.gr





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.