Οι άνθρωποι που μετέφεραν το κρασί με τα γαϊδούρια λέγονταν αγωγιάτες, που σημαίνει μανιακοί*,επειδή τον καιρό του τρύγου, έτσι όπως φόρτωναν , μετέφεραν και ξεφόρτωναν το κρασί έκαναν πραγματικά μεγάλη ταραχή, σαν να ήταν στ αλήθεια μανιακοί, με τέτοια έγνοια και βιάση μεγάλη , που έτρωγαν σαν λύκοι, και έπιναν – ποτέ όμως από κείνο το μούστο, γιατί θα κρέπαραν, μόνο παλιό κρασί ανέρωτο, για να μην πιάσουν ψείρες, όπως έλεγαν, καθώς απεχθανόταν το νερό στο κρασί τους.
Αφού άδειαζαν στο βαρέλι ή σε μεγάλο κάδο τα ασκιά του κρασιού , τα φούσκωναν φυσώντας μέσα με το στόμα τους ώσπου να φουσκώσουν καλά, έδεναν τον λαιμό με σπάγκο και τα άφηναν να στραγγίσουν για κανένα τέταρτο της ώρας πρωτού τα αδειάσουν. Τότε , αν το αφεντικό ή κάποιος εκπρόσωπος του δεν ήταν παρών, άφηναν επιδέξια το αέρα να βγει, κρατώντας το κρασί που είχε στραγγίσει κάτω, μέσα στο ασκί, και καμιά φορά το έπαιρναν μαζί τους χωρίς να τους πάρουν είδηση.
* Ο Παπαδόπουλος συσχετίζει τη λέξη με το Κρητικό ρήμα αγιάζω ή γοίζω (χάνω τα λογικά μου)
Πηγή: Σήμα Μενελάου Παρλαμά Ηράκλειο 2002






