Κουρκουτεύγω, καρκατεύγω: ανακατεύω, ψαχουλεύω, ψάχνω.
«Μην καρκατεύγεις , δεν μπορείς να βρεις αλλού αγάπη, σκίσε το μπέτη μου να βρεις γεμάτο το ντολάπι»
Καρκατούλης: αυτός που καρκατεύει.
«Μου καρκατεύεις την ψυχή, ωσάν τον καρκατούλη, κι ένα σωρό μαρτύριο είν΄ η ζωή μου ούλη»
Κρητικό Γλωσσάριο :Μ.Ι.Ιδομενέως





