Το ρασίδι του παπα-Ζαχάρη Μακράκη
Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922
Γράφει ο Γιώργος Καλογεράκης, δάσκαλος-ερευνητής
Ιστορικές σελίδες από τα χωριά του Δήμου Καστελίου
Το ρασίδι ήταν για τους Κρητικούς, που κατοικούσαν στην ύπαιθρο τα παλιότερα χρόνια, το απαραίτητο ρούχο του χειμώνα. Φτιαγμένο από μαλλί μαύρου προβάτου, (τα ρασίδια με μαλλιά αρνιών ήταν πολύ καλύτερα), στον αργαλειό από υφάντρες έμπειρες σ’αυτήν την τέχνη.
Οι Κρητικοί το φορούσαν τους χειμωνιάτικους μήνες προστατεύοντάς τους από το τσουχτερό κρύο. Ήταν πολύ βαρύ ρούχο, διέθετε μάλιστα και κουκούλα.
Ο παπα-Ζαχάρης Μακράκης ήταν από το Γεράκι Πεδιάδος και ιερουργούσε στο χωριό του. Ο Μιχάλης Μακράκης, ένας από τους γιους του, ήταν δάσκαλος. Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Λαμίας και διορίστηκε στο Δημοτικό Σχολείο των Ζωφόρων Πεδιάδος. Μετατέθηκε στο χωριό του Γεράκι, κι εκεί, μετά τις εκλογές του 1920 και την βαριά ήταν του Βενιζέλου, χάνει την θέση του. Τα πολιτικά πάθη εκείνη την εποχή καθόριζαν πολλές φορές και τις τύχες των ανθρώπων. Έτσι ο Μιχάλης Μακράκης μετά την απόλυσή του αποφασίζει να καταταγεί στον στρατό και μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα βρίσκεται με τον βαθμό του Έφεδρου Ανθυπολοχαγού στην Μικρασιατική γη να παίρνει μέρος στις φοβερές μάχες του Ελληνικού στρατού εναντίον των Τούρκων. Ο δάσκαλος Μιχάλης Μακράκης πολεμά με αυτοθυσία και χωρίς προφυλάξεις. Πάντα στην πρώτη γραμμή με τους άντρες του. Σε μια έφοδο της διμοιρίας του σκοτώνεται από τουρκικό βλήμα πυροβόλου κι αυτός και άλλοι τέσσερις από τους άντρες του. Ήταν Οκτώβρης του 1921.
Ο παπα-Ζαχάρης προσπαθεί μάταια να μάθει νέα για τον γιο του. Έχει αρκετό καιρό να λάβει γράμμα του και ανησυχεί. Την τύχη του Μιχάλη γνωρίζουν κάποιοι χωριανοί του που έχουν επιστρέψει με άδεια αλλά δεν τολμούν να το αναφέρουν στον παπά. Ο στρατός, που συνήθως στέλνει τα θλιβερά νέα με τηλεγράφημα στους συγγενείς των νεκρών, αυτή τη φορά δεν ενημερώνει τον παπα-Ζαχάρη. Οι μέρες περνούν. Ώσπου ο παπα-Ζαχάρης αποφασίζει να πάει στο διπλανό χωριό την Αρμάχα. Άκουσε ότι επέστρεψε από το μέτωπο ένας Αρμαχιανός τραυματίας, ο Τρευλάκης, και αυτός μπορούσε να ξέρει κάτι για το γιο του.
Ο Τρευλάκης του φανερώνει το μυστικό.
-Παπα-Ζαχάρη ο γιος σου ήταν ήρωας και σκοτώθηκε στη μάχη!
Σκοτείνιασε ο ουρανός για τον παπα-Ζαχάρη. Κόπηκε η αναπνοή του. Ο γιος του νεκρός! Το καμάρι του, ο λεβέντης του νεκρός! Με δυσκολία έσυρε τα βήματά του μέχρι το Γεράκι. Μπήκε στο σπίτι του κι άρχισε το μοιρολόι. Ο πόνος αβάσταχτος. Πώς να ξοδευτεί;
Ο παπα-Ζαχάρης έβαλε το ρασίδι του. Και δεν το ξανάβγαλε ποτέ. Μέρα νύχτα φορούσε αυτό το χοντρό ρούχο. Το στερέωνε με μια ζώνη στη μέση του και χειμώνα καλοκαίρι ο παπα-Ζαχάρης πήγαινε παντού με το ρασίδι. Από πάνω του έβγαινε μόνο την ώρα της θείας λειτουργίας.
Ο παπα-Ζαχάρης δεν άντεξε το χαμό του γιου του. Μετά από τέσσερα χρόνια, το 1925, πέθανε.
Ο Γιώργης Μακράκης είναι κι αυτός γιος του παπα-Ζαχάρη και αδερφός του δασκάλου Μιχάλη Μακράκη. Γεννήθηκε στο Γεράκι το 1908 και όταν σκοτώθηκε ο αδερφός του, στις μάχες του Μικρασιατικού μετώπου το 1921, ήταν 13 χρονών. Ο Γιώργης Μακράκης σήμερα ζει στο Γεράκι και είναι 98 χρονών. Με πολλή συγκίνηση θυμάται τον αδερφό του Μιχάλη. Όταν ξαναφέρνει στη μνήμη του την ημέρα που έφτασε στο σπιτικό τους η είδηση του θανάτου του Μιχάλη, δεν μπορεί να συγκρατηθεί και δάκρυα γεμίζουν τα μάτια του.
Αφήγηση Γιώργη Μακράκη, Σεπτέμβριος 2006: …εγεννήθηκα το 1908. Ο αδερφός μου ο δάσκαλος ο Μιχάλης ήτονε δεύτερος από την αδερφή μου. Ήτονε άριστος μαθητής. Αυτός έφαε και τον πατέρα μου, ο μεγάλος του καημός. Εκείνη την εποχή ήσανε τα γράμματα δύσκολα. Ο αδερφός μου ήπαιρνε ένα κομμάτι ξεροκουλούρα να πηγαίνει από το Ηράκλειο με τα πόδια στο Γεράκι και να τρώει τη ξεροκουλούρα για να σπουδάξει. Τα γράμματα ήσανε δύσκολα. Επήγε στο Ηράκλειο στο Γυμνάσιο και απάνω στην άλλη Ελλάδα εσπούδαξε. Εκεί’τονε η Ακαδημία τότες τω δασκάλω στη Λαμία. Στη Λαμία επήγε και εσπούδαξε δάσκαλος ο αδερφός μου ο Μιχάλης. Το είκοσι που γίνηκε η επιστράτευση τον ήπιασε ο πόλεμος και επήγε στο πόλεμο. Από το χωριό μας εφύγανε πολλοί Γερακιανοί και επήγε κι αυτός. Μα δεν επηγαίνανε όλοι στο πόλεμο. Πολλοί εφεύγανε και πιάνανε τα βουνά. Οι καλόπιστοι επήγανε και εσκοτωθήκανε. Ο αδερφός μου ήκανε το δάσκαλο στση Ζωφόρους. Τότε ήτανε τα κόμματα. Ο αδερφός μου ο δάσκαλος ήτονε Βεντζελικός. Οι Αντιβεντζελικοί εκάνανε τότες ένα δημοψήφισμα. Και λένε του Μιχάλη έλα Μιχάλη να πάμε στο Νιπιτό και να ψηφίσεις ότι θες. Το Μιχάλη τον αγαπούσανε όλοι γιατί’τονε καλόκαρδος. Κι οι εχθροί κι οι φίλοι. Επί Γούναρη εγίνηκε αυτό. Επήγε στο Νιπιτό. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να πάει. Αλλά δεν ήθελε να του χαλάσει και το χατίρι του. Επήγε ο Μιχάλης με καμιά δεκαρά χωριανούς μας. Ο πατέρας μου τος εκλούθιε για να δει αν ήθελα τονε συβάσουνε να τονε πάρουνε στο Νιπιτό. Και τον επογύρανε και επήγε στο Νιπιτό. Άμα ψήφισε εγύρισε στο χωριό και ήθεκε. Το βράδυ δα ύστερα ο Μιχάλης επήγε σ’ένα διπλανό σπίτι να δώσει λεφτά σ’ένα γέιτονά μας κι αυτός του’πε ότι εγώ Γουναρικά λεφτά δε παίρνω. Εστενοχωρήθηκε ο αδερφός μου γιατί δεν ήτανε Γουναρικός. Και ήχασε ο Βεντζέλος. Του λένε μετά στο μαγαζί που κάθουντονε την άλλη μέρα ότι, Μιχάλη να πάρεις το βιτσαλάκι σου να πας εδά στση Ζωφόρους να παραδώσεις τη θέση σου. Λέει ο Μιχάλης δε πάω πουθενά. Και μια μέρα αλωνεύγαμε και μαθαίνομε ότι εκυρύχτηκε ο πόλεμος με τση Τούρκους. Και λέει ο αδερφός μου, καλλιά το’χω να πάω στο πόλεμο παρά να γυρίσω δάσκαλος στση Ζωφόρους μπλιο. Και τση Ζωφόρους ο αδερφός μου ήτονε εκτιμισμένος, τον αγαπούσανε οι Ζωφοριανοί. Ο Μιχάλης μας ήτονε έξυπνος άθρωπος. Εμείς δε του μοιάζαμε πουθενά. Και επήγε στο πόλεμο και εσκοτώθηκε.
Ο πατέρας μου ήκανε τέσσερα χρόνια με το ρασίδι του. Δεν ήβγαλε το ρασίδι ντου με τη κουκουλιά καθόλου από πάνω του τέσσερα χρόνια. Ήθελα να πάει στην εκκλησά να παίξει τη καμπάνα να λειτρουήσει. Να μπει μέσα στην εκκλησά να βγάλει το ρασίδι να βάλει τα ρούχα του παπά. Να τελειώσει η λειτρουγιά να βγάλει πάλι τα ρούχα και να βάλει το ρασίδι να πορίσει όξω. Δεν ήθελε άθρωπο να του μιλήσει στο δρόμο. Μωρέ γέροντα του λέγανε στο δρόμο, μωρέ χρυσέ μου, μωρέ αργυρέ μου, τίποτα ο πατέρας μου. Λέει σα το γιο μου δεν ήτανε άθρωπος και δεν εμίλιε με κιανένα. Από τη Παναγιά ήτονε η μητέρα μου και τονε θέλανε να τονε πάνε στη Παναγιά να τονε κάνουνε γαμπρό και δεν ήθελε να πάει. Γιάντα δεν ήθελε να πάει; Επειδή λέει στη Παναγιά εκάνανε τση έξυπνους. Και ήλεγε ο Μιχάλης μας ότι εγώ με έξυπνους δε κάνω, εγώ θέλω μπουνταλάδες.
Το ρασίδι ο πατέρας μας δεν το’βγαλε τέσσερα χρόνια από πάνω ντου. Ύστερα ήπαθε από σκωληκοειδίτη και πέθανε ο μακαρίτης. Το 1925 επέθανε. Η μιλιά ντου ήτανε το κλάμα. Ο γιος μου, ο γιος μου, ο γιος μου, ήλεγε συνέχεια. Όταν επρωτοφέρανε νερό επαδέ στο Γεράκι να πίνομε επήγε αμοναχός του κι ήφερε τα παιδιά του σχολείου κι εκόβγανε ξύλα να κάνουνε καμίνια, να κάνουνε ασβέστη, να πουλήσουνε τον ασβέστη και να δώσει τα λεφτά για να σαχτεί ο δρόμος και να’ρθει το νερό. Και τον αγαπούσανε οι χωριανοί γιατί’τονε αζωντανός άθρωπος.
Το ρασίδι ο πατέρας μου το φόριε χειμώνα καλοκαίρι. Ελωνεύγαμε στο αλώνι και ήρχουντονε με το ρασίδι. Πολύ εστενοχωρούντανε. Από το πολύ του καημό δεν ήθελε άθρωπο να θωρεί. Μόλις ήθελε να του μιλήσει κανείς αρχίνηζε κι ήκλαιγε. Σα το κοπέλι. Τοσονά μεγάλη στενοχώρια είχε.
Ο αδερφός μου στο πόλεμο ήτανε αξιωματικός. Και μας είπανε ότι ήσανε εφτά στρατιώτες μαζί με τον αδερφό μου το Μιχάλη. Κι ήπεσε μια οβίδα και πομείνανε οι δυο. Αυτοί που πομείνανε εσκάψανε ένα λάκκο και τση βάλανε μέσα και δεν ελυπηθήκανε λέει τοσονά πολύ όσο λυπηθήκανε το Μιχάλη. Από το χωριό είχανε πάει πολλοί στη Μικρά Ασία. Και καμιά φορά ήρχουντανε που κι ένας με άδεια. Και δε το μολογούσανε του πατέρα μου ότι εσκοτώθηκε ο γιος του. Δεν εθέλανε να του το πούνε γιατί εφοβούντανε πως ήθελα το πάρει. Ο πατέρας μου σηκώθηκε και πήε ύστερα στην Ερμάχα που ήτονε ένας τραυματίας, ένας Τρευλάκης, και αυτός του’πε πως σκοτώθηκε ο γιος του. Εγώ θυμούμαι εκείνη τη μέρα. Ήμουνε μικιός και μας είχε μια ψάθη η μάνα μου και θέταμε όλα τα κοπέλια. Και λέει το πρωί ο πατέρας τση μάνας, εγώ θα πάω στην Ερμάχα και του Τρευλάκη ο γιος εγύρισε από το πόλεμο και μπορεί να κατέχει πράμα για το Μιχάλη. Από παδέ το Γεράκι το κατέχανε πολλοί μα δε το μολογούσανε. Και άμα επήγε στην Ερμάχα του το’πε ο Τρευλάκης. Μια στιγμή λοιπόν γρικούμε στην πόρτα ένα γερό χτύπο κι ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ο κύρης μας. Και σύρνει τση φωνές. Εσηκωθήκαμε όλοι και γενήκαμε μια κουλουβαρά όλοι και κλαίγαμε. Ήντα να πω γι’αυτή μέρα. Όποτε τη φέρνω στο νου μου με πιάνει ένα βάρος, σα να βαστώ μια πέτρα ασήκωτη απάνω μου. Όλοι να’μαστε αγκαλιασμένοι και να κλαίμε. Τα κοπέλια, ο κύρης μου κι η μάνα μου. Στη μέση μέση του σπιθιού. Και νεμαζωχτήκανε οι γειτόνοι. Και όλο το χωριό. Και δεν εκάνανε καλά το παπά.
Και ήβαλε δα ύστερα τη κουκουλιά και δεν την ήβγανε καθόλου. Στην εκκλησία επήγαινε, ήκανε το κλάιμα του πρώτα, κι ύστερα άρχιζε τη λειτρουγιά. Στις στέψεις απού τονε καλούσανε να πάει δεν ήθελε να πηγαίνει. Μόνο επήγαινε κλεφτώντας. Δεν το’κανε η ψυχή του να πάει. Ήπαθε ύστερα σκωληκοειδίτη κι είχαμε ένα γιατρό κι ήτονε στο Λασίθι χειρούργος. Είχαμε κάτι Λασιώτες και περνούσανε από το σπίτι μας και επηγαίνανε στο Αρκαλοχώρι. Ήρχουντανε οι αθρώποι και του κάνανε υποκλίσεις να πάει στο Λασίθι να τονε δει ο γιατρός. Το γιατρό τονε λέγανε Κασάπη. Στα τελευταία τονε πήρανε και με το μουλάρι επήγανε στου Κασάπη στο Λασίθι. Ο γιατρός τον είδενε και του λέει γέροντα δε μπορώ να σου κάνω εγχείρηση μόνο πρέπει να περάσουνε μια δεκαρά μέρες να ταχτοποιηθεί ο οργανισμός σου και μετά θα σε εγχειρήσω. Και ήρθε ύστερα και ήθεκε στο κρεβάτι κι εγίνηκε καλά.
Τη μέρα τσ’Αγίας Άννας μου λέει να πάμε θέλει στην Αγία Άννα να λειτρουήσομε. Μου λέει Γιωργιό, άμε να πάρεις το μουλάρι απου τ’αλώνι και να’ρθεις να το φορτώσομε να φύγομε. Και πάμε μαζί στην Αγία Άννα. Ήτανε και κάποιος βοσκός και του λέει εσύ Γιώργη πάρε το κοπέλι, εμένα δα, στη μάντρα να κοιμηθεί. Γιατί μέσα στην εκκλησία ετρέχανε από το ιερό τα νερά τη νύχτα και εβρουχούντονε και δε μπορούσε κιανείς να κοιμηθεί. Και πήρε με εμένα ο βοσκός και επήγαμε στη μάντρα και είχε ένα πεζούλι χτισμένο κι είχε κάτι ανανίδες βαρμένες απάνω κι ένα κακομπάγκαλο και βάνει με κια και θέτομε. Και σηκωνομέστανε το πρωί και νεμαζώνει αυτός τα πρόβατα. Και πάμε στην εκκλησία. Και βρίσκομε το πατέρα μου έτοιμο να φύγει. Τη νύχτα τον ήπιασε ο πόνος και εσηκώθηκε και ελειτούργησε τη νύχτα. Μου λέει να πας παιδί μου να φέρεις το μουλάρι να φύγομε γιατί μ’έπιασε ο πόνος. Επήγα εγώ το μουλάρι εκαβαλίκεψε και επήραμε κάτω να’ρθούμε στο Γεράκι. Εκείνη την ώρα που φτάξαμε εζυμώνανε οι γυναίκες του σπιθιού μας ψωμί. Η μάνα μου ήτανε έξυπνη και λέει του ω, κι ήπαθές τηνε. Επήγε κι ήθεσε και η μάνα μου του΄κανε κουράγιο. Επεράσανε τρεις μέρες και επέθανε ο παπα-Ζαχάρης ο πατέρας μου.
Μετά που επέθανε ο πατέρας μου εγίνηκε παπάς στο Γεράκι ο αδερφός μου ο παπά-Αλέξαντρος.
Μια φορά ήρθε στο χωριό μας ο Μητροπολίτης ο Τίτος κι έκανε εγκαίνια στην Αγία Παρασκευή. Μας ειδοποιήσανε ότι ο Μητροπολίτης έρχεται από το Καστέλλι και να του πάμε μουλάρια και χτήματα να καβαλικέψει με τη συνοδεία ντου να’ρθει στο χωριό μας. Λέγανε δα στο σπίτι μας, εγώ ήμουνε μικρός, πάμε γέροντα λέγανε του πατέρα μου γιατί νέδιασε ο Μητροπολίτης στην Αρμάχα. Λέει ο πατέρας μου αμέτε. Αυτός δεν ήθελε να πάει. Ο κύρης μου δεν ήθελε μεγαλεία. Επήγανε οι χωριανοί μας και τον εφτάξανε στην άκρα του χωριού στη πέρα μπάντα τση εκκλησίας. Ο παπα Ζαχάρης δεν επήγε. Μόνο οι επιτρόποι και οι χωριανοί. Και φτάνουνε στο σπίτι μας απ’όξω και σιμώνει ο πατέρας μου να τονε χαιρετήξει. Ο Μητροπολίτης ακόμη καβαλάρης στο μουλάρι απάνω. Κι εφόριενε ο κύρης μου τη κουκουλιά και τονε πιάνει ο Μητροπολίτης από πάνω από τη κουκουλιά και του λέει δεν είναι αυτή συμπεριφορά παπά Ζαχάρη προς τον ανώτερό σου. Και του’κανε μια σκυλοδεσά του καταραμένου. Είχανε ένα παλιόσπιτο, εκείνη την εποχή ήτανε όλα ρημάδια, ένα σπίτι με μια κάμερα κι είχανε ετοιμάσει να φάνε και ρωτά ο Μητροπολίτης μα που’ναι ο παπα-Ζαχάρης ; Ο Τίτος εγνώριζε τον αδερφό μου το Μιχάλη. Αυτός του λένε εσκοτώθηκε ο γιος του στη Μικρά Ασία και δεν έρχεται. Σηκώνεται απάνω ο Μητροπολίτης και βάνει τση διάκους και τοσε λέει να πάτε να τονε φέρετε το παπα-Ζαχάρη στο τραπέζι αλλιώς δε τρώμε. Κι αναγκαστήκανε δα και πήγανε ένα δυο νομάτοι διάκοι και τονε σύρνανε από τη μια χέρα ο ένας κι από την άλλη άλλος και τονε πήγανε του Μητροπολίτη. Κι εσηκώθηκε ο Μητροπολίτης ο Τίτος και τονε σεβάστηκε και του λέει:
-Παπά-Ζαχάρη δε το περίμενα πως είχες μια τέτοια κολώνα κι ήτονε γιος σου!
Ο Μητροπολίτης εγνώρισε τον αδερφό μου το δάσκαλο στα Ρουσοχώρια. Εκάνανε ένα εγκαινιασμό και λέει ο αδερφός μου του πατέρα μου ότι εγώ πατέρα θέλω να πάω στα εγκαίνια μόνο να μου δώσεις το μουλάρι. Του λέει ο πατέρας μου να πάς μωρέ παιδί μου. Είχαμε συγγενείς στα Ρουσοχώρια, του μπάρμπα μου ένας γιος εκάθουντανε στο χωριό. Εσηκώθηκε λοιπόν ο αδερφός μου κι επήγε στην εκκλησία. Ο Τίτος τον αντιλήφθηκε μόλις μπήκε μέσα στην εκκλησία γιατί τον είδενε με στρατιωτική στολή, εφόριε τα στρατιωτικά. Και μπήκε μέσα κι ο Τίτος τονε παρακολουθούσε. Όση ώρα εγίνουντονε η λειτουργία ο αδερφός μου εστέκουντονε προσοχή. Απήτις ετελείωσε η λειτουργία επήρανε το Μητροπολίτη και τονε πήγανε στο σπίτι που θα του κάνανε το τραπέζι. Και λέει ο Τίτος. Μα ένα παιδί, ένας αξιωματικός που’ρθε στην εκκλησία από πού είναι; Μου’δωκε τοσε λέει μεγάλη εντύπωση. Του λένε ότι είναι από το Γεράκι ο δάσκαλος ο Μακράκης. Και λέει ο Τίτος να πάτε να μου τονε φέρετε. Επήγανε και τονε πήρανε και του λένε Μιχάλη θα’ρθεις και σε θέλει ο Μητροπολίτης. Σηκώθηκε ο Μητροπολίτης και τον χαιρέτισε κι εκεί γνωριστήκανε.
Και ο πατέρας μου στο τραπέζι που πήγε απήτις του φώναξε ο Μητροπολίτης δεν έτρωγε πράμα. Κι έπιανε ο Τίτος το πιρούνι και ήπιανε το μεζέ και τον ήβανε στο στόμα του πατέρα μου. Τοσονά ήτανε απογοητευμένος που δεν ήθελε να τονε θωρούνε οι άλλοι να τρώει. Είχενε μεγάλη στενοχωρία ο πατέρας μου με το γιο του το Μιχάλη.
Το βράδυ ο Τίτος εξώμεινε στο Γεράκι. Και πριχού ξημερώσει δυο ώρες ήρθε στο Γεράκι ένας δραγουμάνος, απ’αυτούς που φέρνουνε τα τηλεγραφήματα, με τα πόδια από το Καστέλι, και ειδοποίησε το Μητροπολίτη να πάει επειγόντως στη Χώρα γιατί ο πόλεμος ετελείωσε και θα κάνανε λειτρουγιά στον Άγιο Μηνά. Ο πόλεμος εδά με τση Τούρκους. Κι εσηκώθηκε τη νύχτα κι έφυγε από το χωριό. Και τονε περίμενε το αυτοκίνητο στο Καστέλλι και τονε πήγε στο Ηράκλειο.
Εμένα ο αδερφός μου μου’κανε μάθημα στο σχολειό. Κι ήθελε να με βγάλει στο πίνακα, να μου λύσει το πρόβλημα και μέχρι να πάω να κάτσω στο θρανίο το’χα ξεχασμένο.
Ο αδερφός μου δεν ήτονε κανείς μπαταξής, ήτονε καλός άθρωπος. Ο Μιχάλης στα τελευταία ήτονε διοικητής του λόχου του στο πόλεμο τση Τουρκίας. Εσκοτωθήκανε όλοι οι αξιωματικοί κι επόμεινε ο Μιχάλης κι έγινε Διοικητής. Στση 14 του Σεπτέμβρη επήραμε ένα γράμμα. Ελέγανε ήπεψε ο Μιχάλης γράμμα! Ήπεψε ο Μιχάλης γράμμα! Και γλακούσανε όλοι οι χωριανοί κι ήρθανε στο σπίτι για να δούνε το γράμμα. Και ανοίγουνε το γράμμα κι είχε ημερομηνία 28 του Αυγούστου και λέει: Αγαπητοί γονείς σας χαιρετώ και σας αποχαιρετώ. Κιονά μόνο ήγραφε. Άλλο πράμα.
Τον παππού μου τον Παναγιανό από τη μάνα μου τονε λέγανε Παπα-Γιώργη. Και ο άλλος μου παππούς από τον πατέρα μου ήτονε κι αυτός παπάς και τονε λέγανε παπα-Δημήτρη. Ήθελε δα να κάνει ο παππούς μου ένα του γαμπρό παπά. Ήτανε επαδέ στα μέρη μας ένας Μακράκης που τον είχανε οι Τούρκοι κουμάντο. Αυτός ήκανε ότι ήθελε. Εσηκώθηκε ο παππούς μου και επήγε στη Παναγιά που εκάθουντονε ο Μακράκης. Ήθελε να τονε συνεννοηθεί. Ήτανε και πρώτα αξαδέρφια. Τον ήβρηκε στο κρεβάτι το Μακράκη και του λέει: Γιώργη, Γιώργη τονε λέγανε το Μακράκη, ετσέ κι ετσέ σκέφτομαι να κάνω. Θέλω να κάνω το γαμπρό μου παπά. Ότι ήθελε να πει ο Μακράκης αυτός εγινόντανε. Και τονε κοίταζε λέει ο Μακράκης στα μάτια μέσα και του λέει:
-Ντα γιάντα θα κάνεις το γαμπρό σου παπά και δεν κάνεις το γιο σου!
Και πομαίνει ο γέρος κοτσυφός. Μα δε κατέχει γράμματα του λέει. Κατέχει το Πάτερ Ημών; του λέει ο Μακράκης. Άμα κατέχει το Πάτερ Ημών θα τονε κάνομε παπά. Κι έγινε ο πατέρας μου παπάς, ο παπά- Ζαχάρης. Τον παππού μου το παπα-Δημήτρη τονε λέγανε παπα-Παράδεισο. Τον είχανε διορίσει στη Μεσαρά παπά και επήγαινε στα πανεγύρια. Κι άμα ήθελε να παίρνει τσ’άρτους από τα πανεγύρια δεν τση’φερνε στο χωριό καθόλου. Στο δρόμο όποια κοπέλια εσυναντούσε τα φώναζε και τος ήκοβγε τση άρτους και τος τση μοίραζε. Εφόρτωνε το μουλάρι από τη Μεσαρά άρτους και το γύριζε άδειο. Και επήρε το όνομα παπά-Παράδεισος.
Στην οικογένειά μας είμαστε πολλοί παπάδες. Οι δυο παππούδες μου παπάδες, ο πατέρας μου, ο αδερφός μου, ο γιος μου και ο ανιψός μου. Όλοι έχουνε να κάνουνε με το Θεό.
Αυτή ήτανε η ιστορία του πατέρα μου με το ρασίδι. Επικράθηκε πολύ από το χαμό του αδερφού μου του δασκάλου. Και φόριε το ρασίδι νύχτα μέρα.
Αλλά ο θάνατος είναι πιο βαρύς από το ρασίδι. Θυμούμαι κι ήλεγε ο πατέρας μου :
-Ας ερχόντανε ο γιος μου ο Μιχάλης και να μη το βγάλω ποτέ από πάνω μου!…
ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ
…παρακαλώ σε μάνα μου, μια χάρη να μου κάμεις
ποτέ σου γέρμα δειλινού μην πιάνεις μοιρολόι
γιατί δειπνά ο Χάροντας με τη Χαρόντισσά του
κρατώ κερί και φέγγω τους γυαλί και τους κερνάω
κι άκουσα τη φωνούλα σου κι εσπάραξε η καρδιά μου
μη μου ραγίσει το γυαλί και το κερί μου σβήσει…
patris.gr
φωτογραφίες:Iscreta.gr










