Του Καπετάν Καγιαμπή το μουλάρι
41ος πολέμαρχος – Ομοιότητες με το μουλάρι του Παρθενώνα
Του Ζαχαρία Σμυρνάκη*
Δικαιολογημένη έκπληξη και απορία θα μπορούσε να προκαλέσει ο τίτλος αφού το κύριο θέμα και πρωταγωνιστής δεν είναι ο άνθρωπος αλλά ένα μουλάρι και μάλιστα αγωνιζόμενο και τιμώμενο. Το θέμα είναι μεν περίεργο αλλά όχι και ασυνήθιστο, αφού το άλογο – η καλύτερη, κατά τον Γάλλο ζωολόγο Μπυφόν, κατάκτηση του ανθρώπου ( La plus belle conquete de l’ homme) – συμπρωταγωνι- στεί στη διαμόρφωση ιστορικών γεγονότων και μεγάλο μέρος της αν- θρώπινης ιστορίας – και στον πόλεμο και στην ειρήνη – ανήκει και σ’ αυτό. Για παράδειγμα, η εκστρατεία του Μ.Αλεξάνδρου -η οποία «άρ-χισε ως κατάκτηση και τελείωσε ως ημέρωση» – θα ήταν δύσκολο να ευοδωθεί χωρίς την αντοχή των μακεδονικών – ή καλύτερα θεσσαλι-κών – αλόγων που έφεραν τους Έλληνες πολεμιστές μέχρι την Ινδία.
Σύμφωνα με την αβγιώτικη ιστορική παράδοση, ακουόμενη και σήμερα, κατά τη μεγάλη επανάσταση 1866- 69 φόρτωναν το μουλάρι του καπετάν Καγιαμπή με πολεμοφόδια και αυτό διαφεύγοντας την προσοχή των Τούρκων, από μυστικές διαβάσεις τα μετέφερε στα ορεινά οχυ- ρώματα. Όλοι αναγνώρισαν την προσφορά του και οι οπλαρχηγοί του Αβδού το ανακήρυξαν καπετάνιο και ανέλαβαν με έξοδά τους και μέχρι τέλους να το ταΐζουν, ποτίζουν, φροντίζουν.
Στη σύντομη αυτή και απλή λαϊκή διήγηση, που συνδέεται με πρόσω- πα και γεγονότα, στηρίζεται η δημοφιλής και ευρύτατα διαδεδομένη πα- ροιμιώδης «σουρεαλιστική» έκφραση : « Το Αβδού έχει σαράντα καπετά- νιους και του Καγιαμπή το μουλάρι ένα, σαρανταένα ». Ο αριθμός σαρά- ντα, παρά την ιερή σημασία και δύναμή του, έστω και τυπικότητά του, δεν αποτελεί σχήμα λόγου. Απηχεί την πραγματικότητα και εκφράζει τομεγάλο αριθμό των οπλαρχηγών – μέχρι τώρα βεβαιώνονται 55 – αφού το Αβδού κατά την τουρκοκρατία αποτελούσε άτυπη «Σχολή Πολέ μου», φυτώριο λαμπρών καπεταναίων και άριστων μαχητών και δίκαια ονομάστηκε Καπετανοχώρι. Η πρόσθετη και χαρακτηριστική αυτή ονο- μασία και η ιστορική φράση «ΑβγιώτικηΚαπετανιά» δηλώνουν την πε-ρί τα πολεμικά απελευθερωτικά έργα ασχολία των κατοίκων.
Τόπος δράσης του μουλαριού είναι η μεγάλη αμυντική οχυρή ορεινή γραμμή από τη Σελένα και το Κράσι μέχρι την Κασταμονίτσα και τον Ξιδά (σημ. Λύττο) μήκους 10 περίπου χιλιομέτρων – με επαναστατικό κέντρο και στρατόπεδο το Αβδού – στην οποία είχε συγκεντρωθεί το σύνολο των χριστιανικών δυνάμεων της Ανατολικής Κρήτης για προ-στασία του σιτοφόρου Οροπεδίου Λασυθίου, του ορμητηρίου και κα-ταφυγίου των επαναστατών. Την ορεινή αυτή περιοχή της Δίκτης ή Λασιώτικων βουνών γνώριζαν σπιθαμή προς σπιθαμή οι Καγιαμπήδες και τα ζώα τους.
Πρόβλημα εξακολουθεί να αποτελεί το όνομα του γενναίου καπετά- νιου, που δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Στην επανά- σταση 1866 -69 πέντε οπλαρχηγοί Καγιαμπήδες συμμετείχαν και συνυ- πήρχαν . Ο ηλικιωμένος πια αλλά ατρόμητος Χατζή Νικόλας Καγιαμπής ή Χ§ Κουκούλας ο αποκαλούμενος «το μεγάλο φρούρος» (= φρούριο) των Χριστιανών ( πβ. το ομηρικό «πύργος Αχαιών»για τον Αίαντα ), ο Καγιαμπάκης Εμμανουήλ υιός Χ§ Κουκούλα , ο Καγιαμπάκης Ζαχαρί- ας Εμμανουήλ, ο Καγιαμπάκης Ιωάννης Εμμανουήλ ή Καγιαμπογιάν- νης και ο Καγιαμπής Νικόλαος ή Καγιαμπονικόλας. Και είναι αλήθεια, άμα πεις : « Κάθε Καγιαμπής και καπετάνιος Καγιαμπής». Ίσως είναι ο διαπρεπέστερος των Καγιαμπήδων τα χρόνια εκείνα τρανός πολέμαρχος, δεινός σκοπευτής και άριστος μαχητής, ανιψός του θρυλικού Χατζή Κουκούλα, ο μεγαλόψυχος Καγιαμπογιάννης, που εφάρμοζε σε μικρο- γραφία λοξή φάλαγγα στηριζόμενη στην οικονομία δυνάμεων κατά τη μάχη.
Ας μου επιτραπεί να ομιλήσω και για την πιθανή προέλευση του ονό- ματος της ηρωικής οικογένειας των Καγιαμπήδων, που υπήρξαν αληθι- νοί άνδρες και έξοχοι πολεμιστές, πατριώτες ωφελήσαντες και μη ωφε- ληθέντες. Προ ετών ο λόγιος και ιστοριοδίφης, αείμνηστος τώρα, Νικό- λαος Σταυρινίδης με πληροφόρησε ότι μέλος τουρκικής οικογένειας από τις λίγες, πέντε, που κατοικούσαν στο Αβδού, έδωσε δεύτερο όνο- μα πρόσθετο σε άνδρα καλλίφωνο της πολύκλαδης αυτής οικογένειας, το οποίο επικράτησε του πρώτου ονόματος. Από τις λέξεις Kaya = βρά- χος, βουνό και bülbül (μπιλμπίλ) = αηδόνι μπορούσε να προέλθει Kayabil – Kayabi – Καγιαμπής = o τραγουδιστής του βουνού, και στο βουνό οι ατίθασοι αυτοί άνδρες είχαν τα πολεμικά τους σκηνώματα.
Αναφερόμαστε και στην πιθανή ταυτότητα του πρωταγωνιστή. Το ηρωικό μουλάρι επειδή ήταν ανθεκτικό, έξυπνο και πρόθυμο θα ανήκε στα ικανά να βαδίζουν σε ορεινούς τόπους συμπαθή και φιλότιμα κρη- τικά φοραδομούλαρα.
Ο φιλόσοφος Αριστοτέλης 4ος αι.π.Χ. στο σύγγραμμά του «Περί τα Ζώα ιστορίαι» 577b 30 (εκδ. «Κάκτος» αρ.205, σ.290-1) αναφέρεται στο μουλάρι κατά το χτίσιμο του Παρθενώνα, που διήρκεσε 15 χρόνια (447 – 432 π.Χ.).
« Οι ημίονοι ζουν πολλά χρόνια . έχει μαθευτεί για κάποιον που έζησε ογδόντα χρόνια. Ένας τέτοιος υπήρχε στην Αθήνα, όταν έχτιζαν εκεί το ναό . τον άφησαν ελεύθερο λόγω γηρατειών, αλλά εκείνος συνέχιζε να βοηθάει στο κουβάλημα και περπατούσε δίπλα στα άλλα ζευγάρια παροτρύνοντάς τα να δουλεύουν. Ψηφίστηκε λοιπόν ένα διάταγμα, που απαγόρευε στους σιτοπώλες να τον διώχνουν από τους πάγκους με το στάρι».
Ύστερα από 500 χρόνια ο ρήτορας Κλαύδιος Αιλιανός (περίπου 175 – 235 μ.Χ. ) στο έργο του «Περί ζώων ιδιότητος» ΣΤ 49 (εκδ.“Κά- κτος” αρ.388, σ.114 -117) αντλώντας από τον Αριστοτέλη επαναλαμ- βάνει την ίδια ιστορία:
« Στην Αθήνα, ένα γερασμένο μουλάρι απαλλάχτηκε των καθηκό- ντων του από τον κύριό του, όπως μας παραδίδει ο Αριστοτέλης, αλ- λά η φιλοπονία και η εργατικότητά του δεν του επέτρεπαν να εγκατα- λείψει την εργασία, σύμφωνα με την ηλικία του. Έτσι, λοιπόν, την ε- ποχή που οι Αθηναίοι κατασκεύαζαν τον Παρθενώνα, παρ’ όλο που ούτε έφερε ούτε τραβούσε φορτία, εκείνο, ακάλεστο και από μόνο του, πήγαινε μαζί με τα νεότερα μουλάρια καθώς πηγαινοέρχονταν, λες και περιφρουρούσε και παρότρυνε στη δουλειά, βαδίζοντας στο ίδιο μονοπάτι μαζί τους, σαν παλιός τεχνίτης, που η ηλικία έχει απαλ- λάξει από τη χειρωνακτική εργασία, αλλά του οποίου η πείρα και η διδασκαλία αποτελούν κίνητρο και προτροπή για τους νέους. Όταν, λοιπόν, το έμαθε ο δήμος, πρόσταξε τον κήρυκα να ανακοινώσει πως αν το ζώο πλησίαζε στα πίτουρα ή στο κριθάρι, να μην το εμποδί- ζουν, αλλά να του επιτρέπουν να τρώει κατά κόρον, και ο δήμος θα αναλάμβανε τη δαπάνη στο Πρυτανείο, σαν γέρο αθλητή, τρόπον τινά, που του δόθηκε το δικαίωμα σίτισης».
Κατά τη γνώμη μου, στην παγκόσμια ιστορία το «ιερό μουλάρι» («ημίονος ιερά») του Παρθενώνα (5ος αι.π.Χ.) και το μουλάρι του καπε- τάν Καγιαμπή από το Αβδού (19ος αι.μ.Χ.)αν και απέχουν περίπου 2300 χρόνια, εμφανίζουν ομοιότητες, «βίον παράλληλον» και τύχη κοινή. Και τα δύο συμμετέχουν πρόθυμα και αποτελεσματικά στην υπέρτατη κοινή προσπάθεια του λαού, το πρώτο κουβαλώντας αναγκαία μάρμαρα α-πό την Πεντέλη στην Ακρόπολη, το δεύτερο πολεμοφόδια από τα μετό- πισθεν στις προφυλακές. Και τα δύο τιμώνται ηθικά από το κοινωνικό σύνολο με αναγνώριση της προσφοράς τους. Και τα δύο σιτίζονται εφ’ όρου ζωής και δωρεάν, το πρώτο από το δημόσιο ταμείο της αρχαίας Αθήνας, και το δεύτερο από τους οπλαρχηγούς του Αβδού.
Ακολουθώντας τα βασικά στοιχεία της ιστορικής παράδοσης προ- σπάθησα να ανασυνθέσω το γεγονός αυτό ποιητικά ντύνοντάς το με ιαμβικό 15/σύλλαβο και με εκφραστικό μέσο κυρίως την εικόνα να μεταφέρω στο παρόν, ως αναβίωση, την ηρωική ατμόσφαιρα των δύσκολων αλλά ένδοξων εκείνων χρόνων αναφερόμενος στο Αβδού, την παιδεία, τους μαχητές και τους καπετάνιους του, στους ανδρείους Καγιαμπήδες και το μουλάρι τους.
T ο Αβδού είναι όμορφο, γνωστό λαγκαδοχώρι,
το λεν για την ανδρεία του το Καπετανοχώρι.
Είναι χωριό της λεβεντιάς, ελευθερίας κάστρο,
δημοκρατίας φρούριο και γνώσεως πρωτάτο.
5 Kέντρο επαναστάσεων κατά τουρκοκρατίας
συμπολεμούσε πάντοτε υπέρ ελευθερίας.
Κουτέσι το ’βγαλαν Σφακιά οι Tούρκοι οι πασάδες,
Μικρά Σφακιά το ονόμασαν για τους παλληκαράδες.
Και έχει διαχρονικά την όψη στρατοπέδου
10 με καπετάνιους άξιους, του άνω επιπέδου.
Κι οι Ξανθουδίδηδες εδώ, Νταφώτηδες ομάδι
και Γουβιανοί, Κοκκίνηδες, Ντηλιάνηδες, Φυσάροι.
Μαζί Σμυρνιοί, Καργιώτηδες, μαζί και Τουτουντζήδες,
αντάμα Μανουσάκηδες με τους Βελιγραντήδες.
15 Οι Πασχαλίδηδες εδώ μα και ο Λυδατάκης,
o Μπινιχάκης και μαζί Καστίγος, Ξανθουδάκης.
Παρόντες Πινακούληδες και ο Μαρκαντωνάκης
κι οι Κασωτάκηδες εδώ και ο Ασημινάκης.
Κι οι άλλες οικογένειες έχουν κι αυτές γενναίους
20 που ισότιμα πλαισίωναν χωριού καπεταναίους.
Με προθυμία τρέξανε, τυράννους πολεμήσαν
και στις Αρχάνες τις λαμπρές ήρωες εφανήκαν .
με το Νταφώτη σπεύσανε και στη Μακεδονία ,
γενναία πολεμήσανε στην Άγια Αναστασία.
25 Κι ενώ οι Αβγιώτες πολεμούν τους Τούρκους με μανία,
παράλληλα μαθαίνουνε γράμματα στα παιδία,
γιατί η πένα γνώσεως νικά την αμαθία,
όπως το ξίφος λευτεριάς πατάσσει τη δουλεία.
Με τις δαπάνες χωριανών δυο λειτουργούν Σχολεία
30 και δωρεάν παρέχεται στους μαθητές παιδεία.
Το πρώτο το Δημοτικό ιδρύσανε Σχολείο
στην Κρήτη Ανατολική, μα και το Σχολαρχείο.
Οι νέοι έρχονται στ’ Αβδού, διά να μορφωθούνε
ν’ αναπτυχθούν πνευματικά, αθρώποι να γενούνε.
35 Απ’ τη Λαγκάδα έρχονται και τη λοιπή Πεδιάδα ,
για να φωτίζουν λευτεριά με γνώσεως τη δάδα.
Ο Κοραής διαφωτιστής είπε πως η Παιδεία
θα φέρει στο υπόδουλο Γένος ελευθερία.
Και καπετάνιοι του Αβδού είναι κι οι Καγιαμπήδες ,
40 ατρόμητοι, φιλότιμοι μα και χωρατατζήδες.
Παιδιά της γης και τ’ ουρανού, άντρες θεμελιωμένοι,
στον πόλεμο για λευτεριά ολόψυχα δοσμένοι.
Προς την Αγία Φωτεινή τόπο που λένε Βόλτες,
εκεί ’χαν τα λημέρια τους αυτοί οι πατριώτες
45 κι ένα ’πό τα μουλάρια τους ήτανε μαθημένο
με μαχητές στον πόλεμο να ’ναι πολύ δεμένο.
Με καπετάνιο Καγιαμπή είναι καλοί συντρόφοι,
σαν ίσοι αγωνίζονται, στις μάχες μπαίνουν πρώτοι
και ανεπτύχθη ανάμεσα σε άνθρωπο και ζώο
50 μία φιλία σταθερή με νου, καρδιά και λόγο.
Στο ζώο – συνεργάτη του την πρώτη καλημέρα
δύσκολα μα ευχάριστα περνούσανε τη μέρα.
Μαζί τρώνε, δουλεύουνε, μαζί συνομιλούνε,
με θέληση και αντοχή τα πάντα ξεπερνούνε.
55 Στις μάχες για τη λευτεριά σαν λιόντες πολεμούνε,
τ’ Αβδού απού κατάγονται, πάντοτε το τιμούνε.
Τα μονοπάτια τα κρυφά αυτό ακολουθούσε,
από τ’ ασκέρι των Τουρκών έξυπνα επερνούσε
και κουβαλούσε μοναχό τα όπλα φορτωμένο,
60 στα μετερίζα έφτανε γοργά το προκομμένο.
Και βροντερός ακούεται στην άνιση τη μάχη
ο καπετάνιος Καγιαμπής απ’ την αετοράχη.
« Κουράγιο! Αδέρφια, ήρθενε και η επικουρία
και το μουλάρι ήφερε τα όπλα – σωτηρία.
65 Με του Θεού τη δύναμη και την Τουρκιά βαστάτε
και με τα όπλα, που ’ρθανε, να τηνε πολεμάτε ».
Και ξάφνου εμφανίζονται σ’ αυτούς που πολεμούνε
δυο παρουσίες θεϊκές που το σταυρό κρατούνε .
Και βλέπουνε τη Μάνα τους τη μαυροφορεμένη
70 την Κρήτη την αρχόντισσα, την αιματοβαμμένη
και την Αγία Φωτεινή να δίνει ευλογία
ν’ αξιωθούν οι Χριστιανοί να δουν ελευθερία.
Μ’ ένα μεγάλο σύννεφο το Σπήλαιο σκεπάζει,
γυναίκες και μικρά παιδιά κρύβει, καθησυχάζει.
75 Αναντρανίζουνε ευθύς της Κρήτης οι γενναίοι,
σαν τα θηρία εφορμούν τ’ Αβδού καπεταναίοι
και ξαναρχίζει ορμητική η μάχη στην Κουκούλα,
Φανερωμένης σπήλαιο και Χαλασά πεζούλα
και προχωρεί η φλόγα της στους πρίνους «Αζιλάκοι»
80 κεντά τους Στόλους και μετά γυρίζει στ’ Αλωνάκι .
Στο Σπήλαιο το ιερό, στη Φωτεινή Αγία
και στην Αγία Άννα ευθύς κοντά στην εκκλησία,
στον καταπότη παλαιού υδραγωγείου Λύττου
και στο στρατούλι Τρυπητού Βράχου κατακορύφου
85 τάσσονται οι καλύτεροι των μαχητών αρίστων
και μάχονται κατά εχθρών κακών, αναριθμήτων.
Και των σπαθιών οι αστραπές φωτίζουν τον αέρα
και οι βροντές των τουφεκιών αντιλαλούν ’πό πέρα
και τρίζουνε τα δόντια τους και κόβουν τα σπαθιά τους,
90 για Λευτεριά ή Θάνατο βάζουν τα δυνατά τους.
Πώς ο νοτιάς ο ξαφνικός τις θάλασσες ταράσσει
και όλα τα πλεούμενα γρήγορα υποτάσσει,
τα δυνατά δεντρά χτυπά και τα ξεκλωναρίζει
και άλλα ρίχνει καταγής, γοργά τα κουτσουκλίζει,
95 παίρνει και πράγματα πολλά κι αλάργο τα πηγαίνει
κι όσους απομακρύνονται αμέσως τους προφταίνει
κι όλα τα χόρτα τα ξερά στον ουρανό υψώνει
και καθετί πάνω στη γη με δύναμη σαρώνει,
έτσι κι οι Κρήτες μαχητές Τουρκιά διασκορπίσαν
100 και την εκυνηγήσανε, στο Κάστρο τη μαντρίσαν.
Και το μπαρούτι απ’ αυτούς είν’ όλο φαγωμένο
και με σπαθιές το πρόσωπο είναι χαρακωμένο.
Και το δεντρό της λευτεριάς με αίμα το ποτίζουν
και το βαθιοριζώνουνε και το ανθοστολίζουν.
105 Γι’αυτό και ενικήσανε με περισσή ανδρεία
και το μουλάρι ευγνωμονούν για την επιτυχία.
Και Καπετάν το βάφτισαν οι πολεμάρχοι όλοι
και σύνταξη του βγάλανε, ισόβια να τρώει .
Σαράντα καπετάνιους πια ανέδειξαν οι μάχες
110 και το μουλάρι Καγιαμπή οι απάτητες οι στράτες.
Πολέμαρχο τ’ ονόμασαν, το λεν Σαρανταένα,
το Εξηνταέξε πολεμά σαν το Εικοσιένα.
Πολλές του πρέπουνε τιμές, του πρέπει και αξία,
γιατί βοήθησε κι αυτό εις την Ελευθερία.
* O Zαχαρίας Σμυρνάκης είναι φιλόλογος, τ. διευθυντής Πειραματικού Γυμνασίου
patris.gr








