*Του Εμμ. Συμιανάκη
Μάιος 1941. Ολόκληρη η Ελλάδα πλην της Κρήτης, βρίσκεται υπο γερμανική κατοχή. Η Ελληνική κυβέρνηση του Εμμ. Τσουδερού στην ελεύθερη Κρήτη, για να συντονίσει από κοινού με τους Βρετανούς τον αντιαξονικό αγώνα. Ο Ελληνικός Στρατός έχει συνθηκολογήσει με τους Γερμανούς και οι Κρήτες στρατιώτες περιφέρονται άοπλοι από χωριό εις χωριό της ηπειρωτικής Ελλάδας.
20 Μαΐου 1941. Οι μετοχάρηδες του Σβούρο Μετοχιού (Ανάληψης) έχουν κατέλθει από τα ορεινά, για να θερίσουν και να αλωνίσουν τα κριθάρια τους στα κάτω μέρη. Τους περισσότερους τους βασανίζει η σκέψη για την τύχη των στρατευμένων συγγενών τους. Μολαταύτα, πρέπει να ζήσουν αυτοί και οι φαμίλιες τους και εργάζονται σκληρά στα κατάξανθα κριθαροχώραφά τους. Το απόγευμα της 20 Μαΐου του 1941 όλοι σταματούν το θερισμό για να δουν τι είναι εκείνο που προκαλεί τρομερό θόρυβο στον ουρανό πάνω από το Κρητικό πέλαγος, χωρίς να υπάρχει κανένα σύννεφο. Με έκπληξη (σοκ) και δέος αντικρίζουν πολλά μαύρα γερμανικά αεροπλάνα που κατευθύνονται πάνω από το φτωχό τους οικισμό. Στην αρχή δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Απλώς παρακολουθούν άναυδοι το πρωτόγνωρο γι’ αυτούς θέαμα. Οι πιο αθώοι νομίζουν ότι τα αλεξίπτωτα που εκτινάσσονται από τα αεροπλάνα είναι μεγάλες φούσκες. Οταν όμως συνειδητοποιούν ότι από τις φούσκες κρέμονταν πάνοπλοι δίμετροι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές, που έπεφταν σιγά – σιγά στα αθέριστα χωράφια τους, κατελήφθησαν από πανικό και εμπιστεύτηκαν τη σωτηρία στη φυγή. Δεν υπήρχε βέβαια καμία οργανωμένη στρατιωτική δύναμη στην περιοχή που θα προετοίμαζε ψυχολογικά τους ντόπιους ν’ αντισταθούν στην εισβολή του εχθρού.
Πολλοί έφυγαν προς την ενδοχώρα βιαστικά εγκαταλείποντας κάθε απασχόλησή τους. Μερικοί δεν σκέφτηκαν να απολύσουν από το ζυγό τα βόδια που αλώνιζαν το κριθάρι. Οι πιο δειλοί κατέφυγαν στο Λασίθι ή ακόμα και στο Λιμνάκαρο. Ηταν τόσο μεγάλος ο πανικός κάποιων, που εγκατέλειψαν κρεμασμένο στο τσιγγέλι ένα σφαγμένο πρόβατο. Υπήρχαν βέβαια και αρκετοί πιο ψύχραιμοι, όπως ο Ζουμαντώνης που δεν έφυγε και δεν άφησε να πάει χαμένο το κρεμασμένο πρόβατο τιμώντας το δεόντως με τους φίλους του. Οταν οι πανικοβλημένοι μετοχάρηδες πληροφορήθηκαν ότι οι Γερμανοί κατευθύνθηκαν προς το Ηράκλειο, ανεθάρρησαν και επέστρεψαν στην Ανάληψη για να συνεχίσουν τις εργασίες τους.
Οι Γερμανοί ωστόσο αλεξιπτωτιστές προχώρησαν προς τη γέφυρα του Αποσελέμη και από εκεί προς το αεροδρόμιο του Ηρακλείου, μεταφέροντας τα πυρομαχικά τους με τα υποβρύχια των μετοχάρηδων που επίταξαν και τα οποία πήγαν αργότερα και περιμάζεψαν από το Ηράκλειο οι ιδιοκτήτες τους. Οι ντόπιοι εκμεταλλεύτηκαν την ταχεία προώθηση των Γερμανών στο Ηράκλειο και περισυνέλεξαν πολλά αλεξίπτωτα και διάφορα πυρομαχικά. Με το λεπτό ύφασμα των αλεξιπτώτων έφτιαχναν εσώρουχα, φουστάνια, ανδρικά πουκάμισα. Με τα αντίσκηνα έφτιαχναν παντελόνια και μυλόπανα. Οταν όμως οι Γερμανοί επέστρεψαν για να μαζέψουν τα αλεξίπτωτά τους, αγρίεψαν και άρχισαν τις κατ’ οίκον έρευνες. Δεν δίστασαν να παραδώσουν στο πυρ τον οικισμό των Αγριανών επειδή ανακάλυψαν εκεί κρυμμένα αλεξίπτωτα.
Δεν υπήρχε βέβαια υποδομή για να γίνει οποιαδήποτε αντιστασιακή πράξη από τους μετοχάρηδες. Κάποιοι μόνο σκέφτηκαν να εκτελέσουν έναν τραυματισμένο Γερμανό αξιωματικό που είχε πέσει στο ρυάκι του Αγκούτσακα. Ευτυχώς για την Ανάληψη επεκράτησαν ψυχραιμότερες και φιλανθρωπότερες σκέψεις και η Ανάληψη απέφυγε βέβαιο ολοκαύτωμα. Ο Κουτουλουφαριανός Δοξαστάκης Γιώργης ή Φαραώ, περιέθαλψε τον τραυματισμένο αξιωματικό, που έγινε αργότερα ο καλύτερος φίλος της περιοχής.
Οι Γερμανοί οργάνωσαν στην Ανάληψη δυο καταφύγια – στοές για την εγκατάσταση των ασυρμάτων τους. Ενα στην θέση που βρίσκεται σήμερα το ξενοδοχείο “Αλεξ” και ένα δεύτερο στη θέση του σημερινού ξενοδοχείου “Λύττος”. Για την κατασκευή των εγκαταστάσεων αυτών κατεκρήμνισαν τα φτωχά σπίτια των απόντων μετοχάρηδων και χρησιμοποίησαν τα δοκάρια των στεγών και τα ρουκούνια των τοίχων. Παράλληλα, επειδή ο τόπος ήταν πρόσφορος για απόβαση Αγγλων, οργάνωσαν μεγάλα ναρκοπέδια με αντιαρματικές και προσωπικές νάρκες. Μετά την απελευθέρωση βρήκαν τραγικό θάνατο από τις νάρκες οι: Κασαπάκης Μιχάλης ή Ντενέκας, Γρηγοράκης Κων/νος ή Περδίκης, Στιβακτάκης Αδάμης, Σπανάκη Καλλιόπη, Φιλιππάκης ή Μπουνής και Σανουδάκης Κων/νος. Αρκετοί άλλοι τραυματίστηκαν οργώνοντας τα κτήματά τους και τα βόδια τους κοματιάστηκαν. Οι κατακτητές εγκατέστησαν μικρή δύναμη στην Ανάληψη, για να περιφρουρεί τους ασύρματους και τη γέφυρα του Αποσελέμη. Για τη διαμονή τους οι Γερμανοί επέλεξαν και επίταξαν τα καφενεία της τοτινής “πιάτσας” του μετοχιού και κυρίως του Τρουλάκη Δημητρίου, όπου σήμερα κατοικεί η κόρη του Ζαμπία Χατζάκη. Οι Γερμανοί απαιτούσαν φορτικά από τους ντόπιους τρόφιμα, αυγά, κρασί, νερό κ.λ.π. Η συνύπαρξη κατακτητών και κατακτημένων ήταν σχεδόν ανέφελη, γιατί οι ζωηρότεροι Λασιθιώτες ήταν με τα ανταρτικά σώματα του Καπετάν Μπαντουβά στη Δίκτη, οι δε λιγοστοί μετοχάρηδες δεν δημιουργούσαν προβλήματα πλην του νεαρού Κασαπάκη Μιχάλη ή Ντενέκα που πράγματι “ενοχλούσε” τους Γερμανούς αφαιρώντας τους όπλα, ψωμιά κ.λ.π.
Οι Αγγλοι βομβάρδισαν πολλές φορές την Ανάληψη, είτε για να πλήξουν τις εγκαταστάσεις των γερμανικών ασυρμάτων και τη γέφυρα Αποσελέμη, είτε για να ξεφορτωθούν ορισμένοι “πονηροί” πιλότοι το θανατηφόρο φορτίο τους χωρίς να φτάσουν στο επικίνδυνο γι’ αυτούς αεροδρόμιο του Ηρακλείου με τα πυκνά αντιαεροπορικά πυρά. Μια τέτοια βόμβα έπεσε έξω από του Μπελιβάνη τη μάντρα (νέα δεξαμενή) χωρίς ευτυχώς θύματα ανάμεσα στους βοσκούς και τα ζώα. Αλλη βόμβα έπεσε χωρίς να εκραγεί, ανατολικά της παλιάς μικρής δεξαμενής κοντά στον δρόμο. Η θέα της προξενούσε τρόμο στους διερχομένους από εκεί μετοχάρηδες που τον πλήρωναν τα φορτωμένα υποζύγια, γιατί τα έδερναν ανηλεώς οι πεζοπόροι για να επιταχύνουν το βηματισμό τους στο επικίνδυνο αυτό σημείο.
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ανάληψη, (8 Σεπτεμβρίου 1944), οι μετοχάρηδες διέλυσαν τα καταφύγια των ασυρμάτων και πήραν μαζί τους κάθε χρήσιμο πράγμα. Πολλοί έφτασαν μέχρι τα πολυβολεία του Κακού Ορους και μετέφεραν στην Ανάληψη σιδηροδοκούς (ρέλες) με τις οποίες κατασκεύασαν τις οροφές των σπιτιών τους. Αλλοι “αλίευσαν” τις νάρκες, τις αποσυναρμολόγησαν και χρησιμοποίησαν τα υλικά τους ποικιλοτρόπως ή τις πυροδότησαν και εξασφάλισαν λίθους ή ξύλα από διαλυμένους από τις εκρήξεις πρίνους του Λασιθίου. Μερικοί δυναμίτισαν με τις μικρές νάρκες κοπάδια ψαριών και έγιναν αλιευτές.
Σήμερα, 62 χρόνια κατόπιν, λίγοι επιζούν για να θυμούνται τα παραπάνω. Αύριο θα λησμονηθούν και τα τοπικά θύματα πολέμου. Νομίζω ότι είναι καιρός να εντοιχισθεί μια μαρμάρινη πλάκα κάπου, όπου θα αναγράφεται: “Εδώ έχασαν τη ζωή τους από τις γερμανικές νάρκες οι παρακάτω…” Αλλιώς κάποια μέρα θα σβηστεί τελείως από τη μνήμη των ανθρώπων η “σελίδα” αυτή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που αν και δεν είναι από τις σημαντικότερες, δεν παύει να είναι μια “σελίδα” από τις χιλιάδες της φοβερής αυτής δοκιμασίας της Ευρώπης.
* Ο Μανόλης Συμιανάκης είναι φιλόλογος
Eφημερίδα: Πατρίς








