Τι σημαίνει: καλαμπαλίκι και καλαντάρα

Καλαμπαλίκι: κοσμοσυρροή, θόρυβος,συνωστιμός
«Δε θέλω ΄γω στο σπίτι μου ετσά καλαμπαλίκι και δα αλλάξω σπιτικό και ας πλερώνω νοίκι»

Καλαντάρα: πέρα δώθε.
«Τ΄ αντόδια μου εχαλάσανε και πάνε καλαντάρα
και στάσει και το ούρος μου ωσάν την κουτσουνάρα»

Μ.Ι.Ιδομενέως-Κρητικό Γλωσσάριο





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.