“Είχαν κάνει και οι λεπροί τον Επιτάφιό τους, είχαν ξαπλώσει κι αυτοί απάνω σε λεμονόφυλλα και δάφνες το Χριστό – μα ένα Χριστό δικό τους, που τον είχε ζωγραφίσει στα χρόνια τα παλιά ένας εκατοχρονίτης λωβιασμένος καλόγερος. Λεπρό τον είχε στορίσει ο καλόγερος ετούτος το Χριστό της Μεσκινιάς, του ‘χε φάει η αρρώστια τα δάχτυλα και τη μύτη, και το επανωχείλι του είχε αρχίσει κι αυτό να σαπίζει.Θύμωσε ο Μητροπολίτης του καιρού εκείνου, φώναξε τον καλόγερο:
– Αφορεσμένε, μεγάλο αμάρτημα να παρασταίνεις λωβιασμένο το Χριστό. Δε φοβήθηκες το Θεό; Γιατί το ‘καμες;
– Πώς αλλιώς μπορούσε, Δέσποτά μου, ο Χριστός, αποκρίθηκε ο καλόγερος και τσεύδιζε γιατί δεν είχε χείλια να μιλήσει, μονάχα δόντια και γλώσσα- πώς αλλιώς μπορούσε ο Χριστός να δείξει την αγάπη του στους ανθρώπους; Πήρε απάνω του την αρρώστια τους…
Ετούτον τον λεπρό Θεό τριγυρνούσαν απόψε οι λωβιασμένοι, ξαπλωμένον απάνω σε λεμονόφυλλα και δάφνες. Κι όταν είδαν αντίκρα τους, στις Τρεις Καμάρες, τον Επιτάφιο των γερών ανθρώπων, κούνησαν τα φωσάκια τους απάνω από τον γκρεμό και χαιρέτησαν…”
Καπετάν Μιχάλης -Νίκος Καζαντζάκης








