… Είτανε μια φορά ένας παπάς που αγαπούσε τα κοκκαλιστά κουκιά, κ είχε μια φλάσκα από κολοκύθα όπου τα΄βαζε να τα κοκκαλίζει όταν θέλει. Μα την ίδια φλάσκα την είχε και για καλαντάρι να βρίσκει τις σκολάδες. Έτσι δα, τη μεγάλη σαρακοστή έβαλε σαρανταοχτώ κουκιά, όσες είναι οι μέρες της μεγάλης σαρακοστής κ έτρωε καθε μέρα από ένα ώσπου να βρει τη Λαμπρή. Κάθε τόσο τά βγανε και τα μετρούσε να δει πόσες μέρες απολείπουνται .
Η παπαδιά έβλεπε τον παπά πού βγανε τα κουκιά και τά΄τρωε και παρακινήθηκε μοναχή της να του ρίξει μια φούχτα μες τη φλάσκα μην τύχει και του λείψουνε. Περνάει ο καιρός , πάει ο Απρίλης, περιμένουν οι χωριανοί Λαμπρή, μα τίποτα. Ρωτούνε τον παπά μια μέρα: ” πότες, γέροντα, θάχουμε Λαμπρή ; ” Πάει εκείνος στη φλάσκα, μετράει τα κουκιά, γυρίζει και τους λέει : ” – Χωριανοί, κατ απώς μολογά η φλάσκα, μηδέ φέτος Λαμπρή , μήδε του καιρού Πάσκα ! “
Π. Πρεβελάκης (για την σαρακοστή)








