Η λέξη για τη μάσκα που έχει ελληνική ρίζα είναι το προσωπείο (Αριστοτέλης, Περὶ ποιητικῆς 5, 2 και 4• Αισχύλος, Ευμενίδες 990 κ.α.). προέρχεται από την πρόθεση προς και θέμα του ρήματος οράω, ορώ, συγκεκριμένα το θέμα οπ- (όψομαι ο μέλλοντας, όπωπα ο παρακείμενος). Προσωπείο σήμαινε δηλαδή ό,τι εφαρμόζει στο πρόσωπο ή ό,τι μοιάζει με πρόσωπο ή ό,τι μιμείται το πρόσωπο. Το προσωπείο διαπερνά όλους τους πολιτισμούς, περισσότερο ή λιγότερο «αναπτυγμένους» και όλες τις περιόδους του ανθρώπινου πολιτισμού. Από τη βόρεια Ευρώπη μέχρι την Αφρική και από τη νότια Αμερική μέχρι τα βάθη της Ασίας, συναντάται η μεταμφίεση κι η μάσκα σε παρόμοιες γιορταστικές τελετουργίες που ακολουθούσαν τη αλλαγή των εποχών και των καιρικών συνθηκών μέσα από τις δοξασίες, την πραγματικότητα και τη θρησκευτική τελετουργία.
Τα αρχαιότερα ευρήματα τέτοιων τελετουργιών βρέθηκαν στο σπήλαιο Νahal Hemar στην έρημο της Ιουδαίας και σε άλλα μέρη την Ν. Συροπαλαιστίνης, όπου ανακαλύφθηκαν πρόσωπα και προσωπεία, που χρονολογούνται στην ακεραμική νεολιθική περίοδο (Pre-Pottery Neolithic B, 8.700-7000 π.Χ.). Τα προσωπεία αυτά, μαζί με τα πρώτα αγάλματα του ανθρώπινου πολιτισμού και τα λεγόμενα επιπλασμένα κρανία μας αποδίδουν το κλίμα της “θρησκείας” των πρώτων γεωργών και των τελετουργιών τους, νεκρικών και λατρευτικών. Εφόσον, τα προσωπεία αυτά δημιουργήθηκαν για να φορεθούν από κάποιον που ενσάρκωνε περιστασιακά μιαν υπερφυσική οντότητα, είναι πιθανόν εδώ να βρίσκεται η πολύ αρχαϊκή καταγωγή του ιερού θεάτρου της ανατολικής Μεσογείου (Cauvin J. 2004 [ελλ. μτφρ], Γέννηση των Θεοτήτων – Γέννηση της Γεωργίας, Ηράκλειο, Παν. Εκδ. Κρήτης).
Το προσωπείο ήταν και είναι η συμβολική έκφραση του υπερφυσικού, το υποκατάστατο ενός «όντος» διαφορετικού από τον άνθρωπο, ενός θεού, ενός δαίμονα ή ενός νεκρού και μέσον επαφής του ανθρώπου με δυνάμεις που πιστεύει ότι υπάρχουν πέραν του ιδίου. Είναι η «εμπειρία του απολύτως ετέρου», του θανάτου -μέσω του νεκρικού προσωπείου, αυτού που είναι μακριά από το αισθητικό και πολιτικό ανθρώπινο ιδεώδες -μέσω του αποτροπαϊκού προσωπείου, αυτό που με την ακινησία του θυμίζει στον άνθρωπο τη θνητότητά του -μέσω του θεατρικού προσωπείου. (Jean-Pierre Vernant 1992. Οι απαρχές της ελληνικής σκέψης. Αθήνα, 34).
Προσωπείο, λοιπόν, φορούσε ο θεός, όπως ο Διόνυσος και οι μυημένοι ακόλουθοί του, οι σάτυροι, αλλά και οι πιστοί που πανηγύριζαν τη γιορτή του, τα Διονύσια και τα Ανθεστήρια. Προσωπείο φορούσε ο νεκρός, όπως φανερώνουν τα χρυσά νεκρικά προσωπεία των Μυκηνών και της Μακεδονίας, ως τα αιγυπτιακά των Φαραώ, της Ετρουρίας, της Ρώμης, του Μεξικού, της Κολομβίας, της Ν. Γουινέας, του Περού, της Καμπότζης, του Σιάμ και της Αφρικής. Προσωπεία τοποθετούνταν στα ιερά των ναών ως τάματα και αφιερώματα και τα πιο αποκρουστικά κρέμονταν στα σπίτια και τα καταστήματα και χρησίμευαν ως φυλακτά για τη βασκανία. Προσωπείο ενδύονταν οι ηθοποιοί στο αρχαίο θέατρο που κατά την εξέλιξη του πήραν ποικίλες μορφές, γυναικείες, αντρικές, κωμικές, τραγικές. Το προσωπείο χρησιμοποιήθηκε διαχρονικά στον πανανθρώπινο πολιτισμό για να αναπαραστήσει και να ελέγξει μένα συμβολικό τρόπο τον αόρατο κόσμο.
Στην παραδοσιακή αποκριά της Κρήτης η σιβιανή μάσκα και οι ξύλινες μάσκες της Μεσαράς είναι από τις πιο εντυπωσιακές του ελληνικού και ευρύτερα μεσογειακού κόσμου. Η μάσκα του Σίβα κατασκευαζόταν μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1960 από τη ρίζα του φυτού Αγαύη, που στην Κρήτη ονομάζεται Αθάνατος. Αφού ολοκληρωνόταν η επεξεργασία της ρίζας, πρόσθεταν δέρμα μαύρου προβάτου και μαλλιά για να γίνει πιο τερατόμορφη η όψη της.
Προσάρμοζαν στην κορυφή κέρατα τράγου ή κριού και κρεμούσαν κουδούνια. Οι ξύλινες μάσκες της Μεσαράς κατασκευάζονταν από φλοιούς ξερών ελαιοδέντρων και άλλες από κορμό φοίνικα. Φαίνεται πως οι κρητικές αυτές παραδοσιακές μάσκες εμπεριείχαν χθόνιο συμβολισμό και συνδέονταν με τις δοξασίες των κατοίκων σχετικά με το θάνατο και την αναγέννηση (Ψιλάκης Ν. 2005, 102-5) .
Από τα χρυσά νεκρικά προσωπεία των Μυκηνών ως τα αιγυπτιακά των φαραώ κι από τα τελετουργικά και εορταστικά διονυσιακά ως τα αρχαία θεατρικά, από τις αφρικανικές, προκολομβιανές, ινδονησιακές, ινδικές, κινέζικες και άλλες μάσκες, από τις απαρχές του πολιτισμού μας έως σήμερα σε όλη γη οι άνθρωποι γέλασαν, πένθησαν, χόρεψαν, γιόρτασαν, μυήθηκαν, πίστεψαν, έπαιξαν με μάσκες.
Η μάσκα, το ακίνητο πρόσωπο του ανθρώπου στο οποίο βυθίζεται το πρόσωπό μας, υπο-δύεται τη μετάβαση και την υπέρβαση. Μάσκες αγριεμένες και τερατόμορφες όπως του Σίβα, χρυσές και ξαφνιασμένες όπως οι μυκηναϊκές, λαϊκές κι ελληνικές όπως των χορευτών του Τράγου, των χωριάτικων πανηγυριών, γελοίες και κατόπιν απελπισμένες, παγωμένες στον τραγικό μορφασμό της βαθιάς αμηχανίας του ανθρώπου μπρος στην κρίσιμη στιγμή που αντικρίζει την ίδια του την ύπαρξη.
Το προσωπείο μπρος από το πρόσωπό μας σημαδεύει το τέλος του χειμώνα, την αρχή της άνοιξης, την ανάγκη του ανθρώπου να διώξει τη νέκρα και την παγωμάρα και να ζήσει και πάλι τη ζωή. Η προσδοκία για την αλλαγή, για το νέο, για την ανάσταση της φύσης, των νεκρών και των σπερμάτων που κρύβονται στο εσωτερικό της μητρικής γης αποκαλύπτει την απάρνηση του πραγματικού, τη διείσδυση στο έτερον, την αμφισβήτηση της ύπαρξης, την αποδοχή του διαφορετικού, του παράξενου, του ακατάληπτου και του ανατρεπτικού. Γι’ αυτό και διαπερνά το χρόνο, τελικά.
Λίπα Βάσω
Δρ. Ιστορίας – Αρχαιολογίας











