Και ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Ευγένιος, στις πολλές προσπάθειες του οποίου οφείλεται η επιστροφή του ιερού λειψάνου στην Κρήτη, παραλαμβάνοντας την Τιμία Κάρα στο λιμάνι από τα χέρια του Ιωάννη Ολιβότι, είπε μεταξύ των άλλων: «Οποία χαρά σήμερον εν ουρανώ και επί γης. Οποία χαρά δια τας μακαρίας ψυχάς των αοιδίμων προκατόχων ημών, των άλλων αρχιερέων της Κρήτης και δι’ όλην την θριαμβεύουσαν Εκκλησίαν του Χριστού. Οποία χαρά και δι’ ημάς, οι οποίοι έχομεν το ιδιαίτερο προνόμιο και ευτύχημα να υποδεχώμεθα σήμερον το τιμιώτατον λείψανον του πρωτοθρόνου Επισκόπου ημών, επί παρουσία τόσων τιμίων εκπροσώπων των εκκλησιών ημών, ορθοδόξων και ρωμαιοκαθολικών, και τοσαύτης συρροής κλήρου και λαού και να έχωμεν εις το εξής το τιμώτατο τούτο λείψανο εν μέσω ημών».

(εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας)
Για το μεγάλο έργο του ευαγγελισμού των Εθνών, ο Απ. Παύλος χρειαζόταν πιστούς και ικανούς συνεργάτες. Ανθρώπους εμπιστοσύνης και αφοσιώσεως, αλλά και υπακοής στον θεόκλητο Απ. Παύλο στον οποίο είχε ο ίδιος ο Χριστός αναθέσει το κήρυγμα του Ευαγγελίου στα Έθνη.
Η Θεία Πρόνοια κατά την πορεία, του παρουσίασε πολλούς, οι οποίοι πότε μαζί του και πότε κατ̉ εντολή του βοήθησαν στην ίδρυση Τοπικών Εκκλησιών, οι οποίες μετά το μαρτύριο του Παύλου εργάστησαν πάντα σύμφωνα με τις υποθήκες του και αναγνωρίστηκαν από την αρχαία αμέσως εκκλησιαστική παράδοση ως πρώτοι Επίσκοποι αυτών των Εκκλησιών.
Η Εκκλησία της Κρήτης σεμνύνεται, διότι ως Πρώτο της Επίσκοπο είχε τον εκλεκτότερο μαθητή του Παύλου, τον Τίτο.
Ο Τίτος ήταν Έλληνας από την Αντιόχεια. Ασπάστηκε το χριστιανισμό γνωρίζοντας τον Παύλο, αλλά δεν περιετμήθη παρά τις πιέσεις των ιουδαϊζόντων χριστιανών. Γι̉ αυτό και όταν συνεκλήθη στα Ιεροσόλυμα η Αποστολική Σύνοδος το 49 μ.Χ. για τη λήψη αποφάσεως αν θα έπρεπε να περιτέμνονται οι εξ εθνών χριστιανοί, ο Παύλος πήρε μαζί του τον Τίτο ως ζωντανή απόδειξη ευγενούς καρπού του δέντρου της εξ Εθνών Εκκλησίας.
Η προσωπικότητα του νεαρού Τίτου, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο θέμα αυτό, γνωρίζοντάς τον και οι άλλοι Απόστολοι.
Ο Παύλος ως φωτισμένος, αλλά και ως άνθρωπος εύστροφος, διέκρινε αμέσως τα χαρίσματα του Τίτου. Διέγνωσε σπάνιες δυνατότητες σ̉ αυτόν, οι οποίες αποδείχθηκαν στην πράξη με πληρότητα, γι̉ αυτό η ψυχή του Παύλου αναπαύθηκε πλήρως στο πρόσωπο αυτό που η Θεία Πρόνοια του είχε παρουσιάσει για το ιεραποστολικό έργο. Ο Τίτος αποδείχθηκε ως ο πιστότερος και δυνατότερος από τους βοηθούς του. Παντού εξέφραζε το πνεύμα του διδασκάλου του και τη σκέψη του και πάντα εφάρμοζε με πιστότητα τις εντολές του. Ως πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του και ως χαρισματικός άνδρας για τα δύσκολα, αναλάμβανε όλες τις δύσκολες αποστολές όπως αυτή στην Κόρινθο (Β Κορ. 7,15). Γι̉ αυτό και ο κορυφαίος Απόστολος τον ονομάζει «κοινωνόν» και «συνεργόν» και τον τοποθετεί στο ίδιο επίπεδο με τον εαυτό του γράφοντας∙ «ου τω αυτώ πνεύματι περιεπατήσαμεν, ου τοις αυτοίς ίχνεσιν;» (Β Κορ. 12,18).
Ο Αγ. Ανδρέας ο Κρήτης, ο μεγάλος υμνογράφος και εκ των διαδόχων του Τίτου στο θρόνο της Γόρτυνας – Κρήτης, σε εγκωμιαστικό του λόγο απαριθμεί τα χαρίσματά του∙ «Επιεικής, ευπειθής, ευπρόσιτος, υπήκοος, προς αποστολήν ευσταλής, προς διακονίαν εύχρηστος, προς καταλλαγάς ευδαίμων, αλείπτης των κοπιώντων, των υπέρ Χριστού πονούντων υπερασπιστής» (Λόγος εις τον Απ. Τίτον, Ρ. G. 97,1149).
Αλλ̉ εκείνος που πολύ εύστοχα αναλύει την αγάπη του Παύλου προς τον Τίτο, είναι ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο μεγαλύτερος γνώστης της Αγ. Γραφής και θεόπνευστος ερμηνευτής των επιστολών του Παύλου στον οποίο έτρεφε ιδιαίτερη ευλάβεια και θαυμασμό.
Επρόκειτο να συναντηθούν στην Τρωάδα (Τροία) για το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Ο Παύλος πήγε, προγευόμενος της χαράς, ότι θα συναντούσε τον εκλεκτό του μαθητή και συνέκδημο. Όμως ο Τίτος για κάποιο άγνωστο λόγο είχε εμποδιστεί να βρίσκεται εκεί. Και ενώ υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για να επιτύχει το ευαγγελικό έργο, τόσο πολύ λύπησε τον Παύλο η απουσία του Τίτου που τα παράτησε όλα και έφυγε. «Ελθών εις την Τρωάδα εις το ευαγγέλιον του Χριστού, και θύρας μοι ανεωγμένης εν Κυρίω, ουκ έσχηκα άνεσιν τω πνεύματί μου, τω μη ευρείν με Τίτον τον αδελφόν μου∙ αλλά αποταξάμενος αυτοίς, εξήλθον εις Μακεδονίαν» (Β Κορινθ. 2,12-13).
«Εάν θέλη κανείς να αγαπά με αληθινήν αγάπην, και θέλει να γνωρίση την δύναμίν της, ας προστρέξη προς τον τρόφιμον της αγάπης αυτής, τον μακάριον Παύλον, και εκείνος θα τον διδάξη πόσον μέγα κατόρθωμα είναι το να υπομείνη κανείς τον χωρισμόν αγαπωμένου προσώπου και πόσον ισχυρά ψυχή χρειάζεται δια τούτο.
Ο Παύλος, δηλαδή, αυτός ο οποίος εξεδύθη την σάρκα και απέβαλε το υλικόν σώμα και με ελευθέραν την ψυχήν περιήλθε την οικουμένην ολόκληρον, ο οποίος εξεδίωξεν από την σκέψιν του κάθε ανθρώπινον πάθος, και εμιμήθη την απάθειαν των Ασωμάτων Δυνάμεων, ο Παύλος λοιπόν, όλα τα υπέφερεν ευκόλως, ως εάν ήτο ξένον το σώμα, το οποίον εδοκιμάζετο, και τας φυλακίσεις, και τας απαγωγάς και τας μαστιγώσεις, και τας απειλάς και τον θάνατον και κάθε είδος τιμωρίας. Όταν όμως εχωρίσθη από ένα πρόσωπον, το οποίον ηγάπα εξαιρετικώς, τόσον συνεκλονίσθη και τόσον εταράχθη, ώστε όταν δεν ευρήκε το πρόσωπον αυτό εκεί που επερίμενε να το συναντήση, αμέσως έφυγεν από την πόλιν εκείνην.
Τι πράγματα είναι αυτά, ω μακάριε Παύλε; Όταν μεν ήσουν δεμένος εις το τιμωρητικόν ξύλον και κλεισμένος εις την φυλακήν, και οι δήμιοι ήσαν έτοιμοι να σε μαστιγώσουν και τα αίματα έτρεχον από την πλάτη σου, τότε συ εδίδασκες και εβάπτιζες και προσέφερες θυσίαν εις τον Θεόν, και δεν αδιαφορούσες δια την σωτηρίαν ούτε και ενός ανθρώπου. Όταν δε ήλθες εις την Τρωάδα και ευρήκες τον αγρόν καθαρόν και έτοιμον να δεχθή τον σπόρον της αληθούς Πίστεως, επέταξες από τας χείρας σου τόσον κέρδος και αμέσως έφυγες μακράν; Ναι, λέγει∙ διότι εκυριεύθην από την τυραννίαν της θλίψεως και πολύ ετάραξε την σκέψιν μου η απουσία του Τίτου, και τόσον πολύ εκυριάρχησε του νου μου και με κατέβαλεν, ώστε να με αναγκάση να κάμω την χειρονομίαν αυτήν.
Είδες πόσον μεγάλο κατόρθωμα είναι το να ημπορέση κανείς να υπομένη με ηρεμίαν τον χωρισμόν από αγαπώμενον πρόσωπον; Είδες πόσον σκληρός και πικρός είναι ο χωρισμός αυτός; Είδες πόσον έχει ανάγκην από μεγάλην και νεανικήν ψυχήν; Δεν είναι, δηλαδή, δι̉ εκείνους οι οποίοι αγαπούν, αρκετός μόνον ο ψυχικός σύνδεσμος, ούτε ικανοποιούνται με την παρηγορίαν που παρέχει ο σύνδεσμος αυτός, αλλά χρειάζονται και την σωματικήν παρουσίαν του αγαπωμένου∙ εάν δε δεν συμβαίνη τούτο, η ψυχική ευχαρίστησις ελαττώνεται σημαντικά». (Αγ. Ιωάννου Χρυσόστομου Λόγος ΜΖ «εις τον Απ. Παύλον», εν «Εκλογαί και απανθίσματα» σελ. 583-584)
Ο Παύλος περνώντας δέσμιος από τους Καλούς Λιμένες της Κρήτης, όπου παρέμεινε λόγω κακοκαιρίας στο πλοίο για λίγες ημέρες, οραματίστηκε τον ευαγγελισμό της Κρήτης. Γνώριζε την ιδιομορφία της ψυχοσύνθεσης των Κρητών και τις δυσκολίες που θα συναντούσε η Εκκλησία που επρόκειτο να ιδρύσει. Όμως είχε έτοιμη την επιλογή του προσώπου γι̉ αυτό το δύσκολο έργο. Γι̉ αυτό και κατά την Δ περιοδεία του ήλθε στη Γόρτυνα, την τότε πολυάνθρωπη ρωμαϊκή πρωτεύουσα της Νήσου και αφού παρέμεινε όσο χρονικό διάστημα έκρινε πως ήταν αρκετό, ανέθεσε στον Τίτο την οργάνωση της Κρητικής Εκκλησίας αποχωρώντας ο ίδιος. Αργότερα θα του έστελνε και βοηθούς τον Ζηνά, τον Απολλώ και τον Αρτεμά καθώς και τη γνωστή επιστολή μέσα στην οποία θα του υπευθύμιζε τις παραγγελίες που του είχε δώσει όταν βρισκόταν στην Κρήτη καθώς και νέες. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα τον απέσπασε από την Κρήτη και τον έστειλε στη Δαλματία (σημερινή Κροατία). Όμως μετά το μαρτύριο του Παύλου, ο Τίτος επέστρεψε για πάντα στην Κρήτη, στην οποία εργάστηκε ως την κοίμησή του και η Εκκλησιαστική Συνείδηση τον αναγνώρισε Πρώτο Επίσκοπο Κρήτης και Πάτρωνα της Εκκλησίας της.
Οι καρποί του έργου του, δικαίωσαν τον μέγα Παύλο. Διότι στο δύσκολο χώρο της Μεγαλονήσου, ο Τίτος με τα έκτακτα χαρίσματά του όπως η οξύνοια, ο δυναμισμός, η παρρησία, η διάκριση, η διαλλακτικότητα, η σταθερότητα και κυρίως τα ηγετικά του προσόντα, έθεσε τα θεμέλια της Εκκλησίας της Κρήτης, η οποία μέσα στο διάβα των αιώνων θα αναδείκνυε αγίους Επισκόπους, Μάρτυρες, Οσίους, Νεομάρτυρες και διαπρεπείς εκκλησιαστικές προσωπικότητες με έργο θαυμαστό εντός της Κρήτης και πέραν των ορίων της.
Χτίστηκαν περίλαμπροι Ι. Ναοί – μνημεία και αναπτύχθηκε μοναδική εκκλησιαστική τέχνη, αλλά δυστυχώς η κατάκτηση των Αράβων (824) είχε καταστροφικά αποτελέσματα, διότι οι κατακτητές κατέστρεψαν τους Ι. Ναούς, εξαφάνισαν άγια Λείψανα μεταξύ των οποίων και του Αγίου Τίτου και υποχρέωσαν τον πληθυσμό σε εξισλαμισμό. Οι Ενετοί διέσωσαν την Τιμία του Κάρα στη Βενετία από την οποία επέστρεψε κατόπιν ενεργειών του αοιδίμου Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου το 1966 και φυλάσσεται πλέον στον ομώνυμο του Αποστόλου Ναό, στο Ηράκλειο.
Πρόσφατες ανασκαφές, έφεραν στο φως κοντά στο χωριό «Μητρόπολις» νότια των σωζόμενων ερειπίων της Αρχαίας Γορτυνας, ερείπια της μεγαλόπρεπης Βασιλικής, δηλαδή του Μητροπολιτικού Ναού του Αγ. Τίτου και υπάρχει η ελπίδα με τις ανασκαφές να εντοπισθεί και ο τάφος του Αποστόλου.
Στις 16 Οκτωβρίου 2008 ο Παναγιώτατος Οικουμενικός μας Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος με την παρουσία και των Προκαθημένων – Αντιπροσώπων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, μέσα στα πλαίσια του έτους Αποστόλου Παύλου, ετέθησαν τα νοητά και πραγματικά θεμέλια του Βήματος του Απ. Παύλου στο χώρο της αρχαίας Γόρτυνας, για να υπευθυμίζει σε όλους ημεδαπούς και αλλοδαπούς επισκέπτες, την ιστορική πραγματικότητα, δηλαδή το που ο Παύλος έθεσε τα θεμέλια της Εκκλησίας της Κρήτης, εγκαθιστώντας Πρώτο Επίσκοπό της τον Τίτο. Γίνεται πλέον πραγματικότητα αυτό που απουσίαζε ως σήμερα και θα δίδεται πλέον η ευκαιρία να τιμάται πρεπόντως ο Απόστολος των Εθνών κατά τη μνήμη του.
Συν Θεώ και όταν δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις -όπως και για το Βήμα του Απ. Παύλου- θα τιμάται και ο Απ. Τίτος στον πρώτο του Ι. Ναό, όπου είναι ο τάφος του και όπου από τον 6ο αιώνα μέχρι τον 9ο που καταστράφηκε, λειτούργησαν επιφανείς Άγιοι Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι της Κρήτης, εκεί που κατά την πρώτη χριστιανική χιλιετία χτυπούσε η καρδιά της Κρητικής Εκκλησίας και της Ι. Επαρχιακής Συνόδου.









