Η Κρήτη δεν ήταν το χωνευτήρι των ξεριζωμένων, των προσφύγων, μα η θερμή αγκαλιά, η συμπονετική καρδιά, Εγινε αυτή η μάνα που μοίραζε το πικρό ψωμί στα παιδιά της μα και στα ορφανά που έρχονταν από τόπους μακρινούς…
Παιδιά του πόνου, άμοιρα, ποιό μαύρο κατακαίρι
Νυκτιάς, που δεν φωτίζεται από κανέν’ αστέρι
Βγαρμένο απ’ την κόλασι, στην ώμορφή σας χώρα
Εφύσηξ’ άγριο, δριμύ, κ’ η σκοτεινή του μπόρα
Εσκόρπισε το θάνατο, τη φρίκη και τον τρόμο
Και σας επέταξε μακρυά, συντρίμματα, στο δρόμο;
Εχω θερμή την αγκαλιά, και γύρετε, παιδιά μου.
Η δυστυχία σας πολύ ραϊζει την καρδιά μου!
Ξέρω τον πόνο του σταυρού ! και νοιώθω την οδύνη
Που την καρδιά της μάνας σας τρομακτικά σπαράζει.
Αχ, ο Θεός!….. Γιατί ζωή στον τύραννο ν’ αφίνη
Και να μη ρίχνη κεραυνό στον δήμιο, που σφάζει!
Πόσες φορές ο πόνος σας, σε χρόνια περασμένα
Ο ίδιος δεν εσπάραξε τα στήθια μου κ’ εμένα!
Μέσ’ στα βαρειά τα σίδερα, που πάλευα δεμένη
Πόσες φορές με την καρδιά δεν είδα ματωμένη
Χειμώνες μαύροι, παγεροί και άγριοι να δέρνουν
Τ’ αγαπημένα μου παιδιά!.. κ’ οι μπόρες να τα παίρνουν
Από τη στέγη τη θερμή!.. μακρυά να τα πετούνε
Και πεινασμένα και γυμνά στους δρόμους να γυρνούνε;
Κι’ όταν ο πόνος μ’ έκαμε να σπώ τις αλυσίδες
Και να πετούνε γύρω μου του λυτρωμού ελπίδες
Κριτήρια παράνομα ερχότανε να πούνε
Πως έπρεπε τα χέρια μου και πάλι να δεθούνε!







