Κάστρο, Χάντακ, Μεγάλο Κάστρο, Χάνδακας, Κάντια, Ηράκλειο: Ονόματα που έχουν ένα κοινό παρανομαστή, την πόλη του Ηρακλείου Κρήτης. Ονόματα που δόθηκαν στην πόλη από τους κατακτητές, που γνώρισε το νησί ανά περιόδους. Πίσω από την κάθε ονομασία ξεδιπλώνεται η ιστορία του Ηρακλείου, η οποία ξεκινά από αρχαιοτάτων χρόνων και φτάνει μέχρι τα νεότερα χρόνια, με καταληκτική ονομασία της πόλης το «Ηράκλειο».
Αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν την ύπαρξη ενός οικισμού του 9ου π.Χ. αιώνα, ο οποίος έφερε την ονομασία Ηράκλειο. Η προέλευση του ονόματος αυτού αποδίδεται σε ένα μύθο, κατά τον οποίο ένας από τους Κουρήτες, ο Ιδαίος Ηρακλής, χάρισε το όνομά του στην πόλη. Ο οικισμός εξακολουθούσε να υπάρχει μέχρι τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους.
Κατά τη διάρκεια της Ά Βυζαντινής περιόδου (330 μ.Χ.-824 μ.Χ.), ιστορικές πηγές αναφέρουν το Ηράκλειο με το όνομα «Κάστρο», καθώς οι βυζαντινοί συνήθιζαν να ονομάζουν κατ´ αυτόν τον τρόπο τις οχυρωμένες πόλεις. Η Κρήτη, όντας βυζαντινή επαρχία, είχε ως διοικητικό κέντρο τη Γόρτυνα, ενώ οι βόρειες περιοχές της ήταν λιγότερο ανεπτυγμένες.
Το 824μ.Χ. το νησί περιήλθε στην κυριαρχία των Αράβων υπό την αρχηγία του Abus Hafs Omar και αυτό που μαρτυρούν όλες οι πηγές είναι, ότι η ίδρυση του πρώτου οχυρού τους ήταν ο «Χάντακ», το σημερινό Ηράκλειο. Οι Άραβες επέκτειναν τα σύνορα της πόλης, συμπεριλαμβάνοντας και το λιμάνι, την περιτείχισαν και φρόντισαν να την οχυρώσουν με επιμέλεια, ενισχύοντας το υπάρχον τείχος και δημιουργώντας μία περιμετρική τάφρο. Η πόλη ονομάστηκε Radbh-el-Khandak (φρούριο της τάφρου), απ´ όπου προέκυψε αργότερα το εξελληνισμένο «Χάνδαξ». Ήταν το φοβερό εκείνο ορμητήριο, από το οποίο οι Μαζάραβες ή αλλιώς Σαρακηνοί, διενεργούσαν τις πειρατικές τους επιδρομές. Η μορφή της πόλης εκείνη την περίοδο φαίνεται ότι δε διέφερε και πολύ από εκείνη των βυζαντινών και των ενετικών χρόνων.
Παράλληλα με την παραμονή των Αράβων στο νησί, γίνονταν παρατεταμένες προσπάθειες από το Βυζάντιο, προκειμένου να ανακτήσει την κυριαρχία της Κρήτης, οι οποίες όμως δεν απέφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Στις 7 Μαρτίου 961 μ.Χ. το φρούριο του Χάνδακα υπέκυψε στην πολύμηνη πολιορκία του Νικηφόρου Φωκά και το νησί γίνεται πάλι κτήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, σηματοδοτώντας την έναρξη της Β´ Βυζαντινής περιόδου (961-1204). Ο Νικηφόρος Φωκάς, λόγω των τεράστιων καταστροφών που υπέστη ο Χάνδακας από την πολιορκία, αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα του νησιού σε μία περιοχή προς το νότο, γνωστή ως «Τέμενος». Η απόπειρά του, όμως, αυτή κατέστη αποτυχημένη, γι ´αυτό και επέστρεψε πίσω, ανοικοδομώντας το Χάνδακα και χτίζοντας εκ νέου τα τείχη πάνω στα απομεινάρια του αραβικού τείχους. Η έκτασή του αυξήθηκε, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν προάστια, ενώ η πόλη τότε ονομάστηκε «Μεγάλο Κάστρο».
Με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους Σταυροφόρους (Δ´ Σταυροφορία), οι βυζαντινοί παραχωρούν την Κρήτη στο Σταυροφόρο Βονιφάτιο Μομφερατίκο, ο οποίος, μέσω της συνθήκης «Refutatio Cretae», την εκχώρησε στους Ενετούς.
Το νησί, όμως, κατακτάται οριστικά από τους Ενετούς το 1211, καθώς μεσολάβησε μία περίοδος, κατά την οποία η Κρήτη είχε καταληφθεί από τους Γενουάτες με αρχηγό τους τον Ερρίκο Πεσκατόρε. Αυτό οφείλεται στο γεγονός, ότι οι Ενετοί δεν εγκαταστάθηκαν στο νησί αμέσως μετά τη σύναψης της συνθήκης, με αποτέλεσμα να το καταλάβουν Γενουάτες πειρατές.
Η κυριαρχία των Ενετών στην Κρήτη εδραιώνεται το 1211, φτάνοντας ως το 1669. Ως πρωτεύουσα του νησιού εξακολουθούσε να είναι ο Χάνδακας, μετονομάζοντάς τον οι Ενετοί σε «Κάντια» (Candia) και δίνοντας στην Κρήτη την ονομασία «Regno di Candia», δηλαδή Βασίλειο της Κρήτης. Τον πρώτο καιρό αρκέστηκαν στην οχύρωση που τους παρείχαν τα υπάρχοντα βυζαντινά τείχη. Όταν, όμως, η οθωμανική απειλή γινόταν ολοένα και πιο έντονη, σχεδίασαν εκ νέου την οχύρωση της πόλης, που περιελάμβανε πλέον και τα προάστια.
Η υλοποίηση του μεγάλου αυτού έργου ξεκίνησε το 1462 και ολοκληρώθηκε περίπου το 1570. Τα περίφημα Ενετικά τείχη του Ηρακλείου, μέρος των οποίων σώζεται μέχρι σήμερα, εμπνεύστηκε ο Michele Sanmicheli, μηχανικός της Βενετίας και για τα οποία συνεργάστηκαν μεγάλος αριθμός μηχανικών βενετσιάνικης καταγωγής. Ένα ακόμη μεγάλο έργο, που δημιούργησαν οι Ενετοί, ήταν η κατασκευή του λιμανιού, που ξεκίνησε το 1523 και διήρκησε 17 χρόνια. Στην άκρη του υψώθηκε πύργος, ο οποίος έφερε την ονομασία «Πύργος του Λέοντος», γνωστός σήμερα ως «Κούλες» ή «Κουλές», όνομα δοσμένο επί Τουρκοκρατίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ηράκλειο τότε απέκτησε άλλην αίγλη, γνωρίζοντας εξαιρετική άνθιση σε τέχνες, γράμματα, εμπόριο, αλλά και στην οικονομία. Η περίοδος εκείνη είναι γνωστή ως «Κρητική Αναγέννηση», καθώς τότε ξεκινά το έργο του ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος (El Greco) και τότε γράφει και ο Βιτσέντζος Κορνάρος τον Ερωτόκριτο. Το αναγεννησιακό στοιχείο απεικονίζεται και στα κτήρια, που δημιουργούνται την εποχή αυτή, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων σώζεται έως σήμερα.
Το 1645 οθωμανικά στρατεύματα κάνουν την εμφάνισή τους στο νησί, καταλαμβάνοντας πρώτα τα Χανιά και ένα χρόνο αργότερα το Ρέθυμνο, φτάνοντας το 1647 στο Χάνδακα, όπου και ξεκινά η πολιορκία του για 22 χρόνια. Το 1669 συντελείται η πτώση του με τελευταίο υπερασπιστή της πόλης τον Μοροζίνι. Τα Ενετικά τείχη έμοιαζαν αλώβητα, όμως το απόρθητο αυτό Κάστρο περιήλθε στα χέρια των Τούρκων με τη βοήθεια του Ενετοκρητικού Αντρέα Μπαρότσι, ο οποίος μαρτύρησε στους Οθωμανούς τα αδύναμα σημεία των τειχών, προδίδοντας κατ´αυτόν τον τρόπο την πόλη του. Το Ηράκλειο μετονομάζεται σε «Μεγάλο Κάστρο» ή «Κάστρο». Το 1851 η πρωτεύουσα του νησιού μεταφέρεται στα Χανιά και το 1856 το Ηράκλειο ισοπεδώνεται από σεισμό. Μετά την ανοικοδόμησή του, η μορφή του θύμιζε πόλη της Τουρκίας, καθώς χτίστηκαν τζαμιά με μιναρέδες, καφενεία, σεμπίλια και στενά δρομάκια.
Η πόλη του Χάνδακα απελευθερώθηκε το 1898, όπου μετονομάστηκε σε «Ηράκλειο», διατηρώντας την ονομασία του μέχρι και σήμερα.
Μαρία Τσικαλά share-news.gr








