ΤΟ ΤΑΓΚΟ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ-Πρώτη παρουσίαση του βιβλίου του Στέλιου Βισκαδουράκη στο Γιούχτα!

2Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο οι μύθοι σκαλώνουν, γαντζώνονται στην ψυχή του ανθρώπου. Πώς γαντζώθηκε ο Γιούχτας κι ο Αφέντης Χριστός, στη δική μου; Μην τα ρωτάς! Μεγάλωσα στο Μαρτινέγκο και κάτω απ’ το Μαρτινέγκο. Η όψη, η θωριά του “Θεού”… ανεπανάληπτη και στην ψυχή ενός παιδιού, μοναδική. Δεν θα μπορούσε να λείπει απ’ τα βιβλία μου, το ίδιο και η Κρήτη. Σωβινισμός; Δεν με νοιάζει, αυτό μ’ αρέσει. Ας κατηγορηθώ… Αρκεί να μην στερεύει τις έννοιες κι αυτό που θέλω να πω. Ίσα-ίσα, θαρρώ πως τις ανεβάζει. Στο βιβλίο μου “Το Ταγκό της Βροχής” που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις “Γαβριηλίδης” τον Οκτώβριο, όλα ξεκινούν από κει, από τον Γιούχτα και τον Αφέντη Χριστό. ‘Ενας καλόγερος συναντά τον Διάβολο στο πρώτο διήγημα “Ο καλόγερος και ο Διάβολος”. Μάζεψα φίλους, τους “εμπλεκόμενους” στην επίσημη παρουσίαση τον χειμώνα. Ήρθαν όμως και άλλοι φίλοι από τις Αρχάνες και το Σκαλάνι. “Μετά χαράς” είπαν… Δεν θέλησα να το πω σε περισσότερους κι είχα πολλούς. Φοβήθηκα ότι θα υποχρεωθούν από την πρόσκληση. Οκτακόσια μέτρα υψόμετρο είναι πολλά. Ήταν μαγική βραδιά και μια ιδέα από ψυχής. Ευχαριστώ αυτούς που ήρθαν κι αυτούς που δεν ήρθαν, όλους… Μετά απ’ αυτή τη μαγεία, σκέφτηκα και κάτι άλλο, θα δείξει. Αποζητώ, επιδιώκω, απαιτώ από τον εαυτό μου το αρχαιοελληνικό μέτρο με μια ειλικρινή ταπεινότητα. Θα δούμε…
Ο ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Απόσπασμα 1
Σήκωσε το κεφάλι του, τα σύννεφα ήταν από πάνω του. Νόμισε ότι αν άπλωνε το χέρι του και τα τσιμπούσε όπως μια τσίπα γιαουρτιού ή τα τραβούσε σαν τραπεζομάντηλο απότομα προς τα πόδια του, ένας ασκός γεμάτος νερό θα χυνόταν πάνω απ’ το Ηράκλειο.
Απόσπασμα 2
Ένοιωσε κάτι βαρύ, μετέωρο, ασήκωτο. Έβγαλε από μέσα του δυο Μεγάλες Παρασκευές, τις έβαλε αντάμα, μέτρησε τις λύπες τους και το σκοτάδι που κρύβαν ολημερίς. Έσυρε το πόδι του στο χώμα, μέσα στις νύχτες τους. Χτύπησε μια πέτρα στα πόδια του, ετούτη χτύπησε μια άλλη κι ο θόρυβός τους γέννησε ελπίδα και μια λάμψη. Του ’μοιασε με το Φως της Ανάστασης. Πήρε λίγο και το αγκάλιασε σιωπηλά. Γλίστρησε, μετοίκησε ο νους του απερπάτητος σ’ έναν κόσμο που είχε μόνο χρώματα. Έναν κόσμο χωρίς λέξεις, δικό του, που ’χε φτιάξει καιρό τώρα για να ξαποσταίνει συχνά στον ξύπνιο του και στα όνειρά του.
Απόσπασμα 3
…κάθε διαβολόπουλο, κάθε αγγελόπουλο θα σπρώξει, θα σκοντάψει, θα πολεμήσει να βουτήξει, να μπει σε μια σταγόνα βροχής, να ορμήσει ν’ αγκαλιαστεί μαζί Του και να λειώσει στο πρόσωπο κάποιου ζωντανού ανθρώπου, ζώου, πουλιού πετάμενου, μέλισσας κι ερπετού. Να του μιλήσει και με τον τρόπο της να πάρει για λίγο τη μορφή του, να βοηθήσει σε μια απόφαση, καλή ή κακή. Να αισθανθεί μια στιγμή ζωής, να απελευθερωθεί για λίγο απ’ την αιωνιότητα, να ζήσει τη χαρά της στιγμής και το μεγαλείο του προσωρινού. Κάθε σταγόνα και μια ψυχή καλόγερε, κάθε σταγόνα…. Ετούτο είναι πέρα απ’ τις προσδοκίες τις δικές μου, άξιο να το ζηλέψω ακόμα κι εγώ.
Απόσπασμα 4
Τόσο καιρό, γιε μου, σκέφτεσαι μονάχος κι έρχεσαι να με βρεις για να μου εξομολογηθείς το ανήθικο των συναισθημάτων σου. Για μένα, μόνο ένα περισσεύει σε σένα, το αίσθημα της μοναξιάς. Κι εγώ λέω, κι αν θες μ’ ακούς: Τίποτα πιο ανήθικο δεν υπάρχει σ’ αυτή την πλάση από τη μοναξιά. Και υπάρχουν πολλές μοναξιές γιε μου, πολλές μοναξιές…





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.