Κατσιμάνταρα: (τα) {κατσιμάdαρα) ,διάφορα παλιά και άχρηστα αντικείμενα σωριασμένα και ατακτοποίητα.
«Ωσάν τα κατσιμάνταρα θωρώ τα όνειρά μου, παρατημένα στο γωνιό και καίγεται η καρδιά μου»
Μ.Ι.Ιδομενέως-Κρητικό γλωσσάριο

Κατσιμάνταρα: (τα) {κατσιμάdαρα) ,διάφορα παλιά και άχρηστα αντικείμενα σωριασμένα και ατακτοποίητα.
«Ωσάν τα κατσιμάνταρα θωρώ τα όνειρά μου, παρατημένα στο γωνιό και καίγεται η καρδιά μου»
Μ.Ι.Ιδομενέως-Κρητικό γλωσσάριο
Μαρ 12, 2025
ΣΥΜΜΑΧΙΚΟ ΑΕΡΟΣΚΑΦΟΣ HANDLEY PAGE HALLIFAX II – W7679 (συντρίβεται στην περιοχή Κεφάλα – Ατσιπαράς, τη...