Το μεταξαριό. Αθιβολές με το Χρύσανθο Αγγελάκη

Το μεταξαριό

Τη γιαγιά μήνες τη κάνανε κάθε κοπέλι τση το μήνα του.
Οι δικοί μου, μια που μέναν χαμηλά στο γιαλό, όλο το χειμώνα την είχαν. Κρεββάτι δίπλα στο τζάκι.
– Γέμισε μου παιδί μου μια κούπα κόκκινο κρασί από το γλυκό και φέρε μου κι ένα ντάκο να το νε βουτήξω μέσα. Αυτό ταν το πρωινό τση.
Δουλειές στα χωράφια, μοναχή την αφήνανε, άμα έλιαζε στον ήλιο έβγαινε, άμα κρύωνε μέσα μπαινε.
Όλη μέρα ήσυχη μα άμα ανέμιζε ζάλα αθρώπου.
Ι.! και πονώ.! Ω.! κι ηντά παθα η έρμη.!
Μια μέρα, μικρό ταν το δωμάτιο, κι όξω κάπνιζα μα θελε κουβέντα.
– Ε παιδί μου.! Έλα να σου πώ.! Έλα να σου πώ ηντά σκέφτηκα.!
– Λέγε γιαγιά.
– Ε παιδί μου, κάθομαι επαέ που κάθομαι κι ολημερίς το κρεββάτι πυρώνω. Βάλε μου μια κοσαρά αυγά να τα ξεπουλιάσω νάχωμε ταχιά το Πάσχα να τρώμε κοτόπουλα…
Μα ηντά λες εκειά.!!!
– Κάτσε παε δίπλα μου και γρίκα, δε με πειράζει εμένα ο τσίγαρος.!
– Εκάπνισες ποτέ σου, γιαγιά.?
– Κιαμέ.! Ντα για παρακατιανή με θαρρείς, από τη Φραγκιά ναι ο ένας πόδας μου και στην Αραπιά ο άλλος πατεί, από τσοι Κονσόλους ήταν ο πατέρας μου.!!!
Κι ο πατέρας μου κι ο παππούς σου κι όλοι οι λεβέντες φουμέρνανε… φουμέρνανε κι άλλα, για στσοι χαρές και στσοι λύπες, στου Μπραΐμη στσοι πεζούλες, γατές που ναι, εσπέρνανε οι Τούρκοι μαντηλίδες που σα τα ατζά τω κοπελιώ ήταν τα ραβδιά ντως. Κι οι άντρες στα γλέντια μερακλώνανε μα και στω γυναικώ τσοι πόνους καλό κανε.
Κι άρχισε η κουβέντα για τα νιάτα της για τα μεταξωτά που στο γάμο της φόραγε, για το μεταξαριό πως στο πιο καθαρό δωμάτιο στο οντά έκανε.
Μα άκου δα ηντά θελα α σου πω.! Οντε ναι ανοίγανε οι ασπρομουρνιές ανάλογα τη χρονιά, εθώρουνα τη συχωρεμένη τη μάννα μου και καθάριζε καλά καλά τον οντά και το άσπριζε με ασβέστη κι άπλωνε τσι καλαμωτές, εμάς τα κοπέλια μας έπεμπε να μαζώξουμε τα τρυφερά μουρνόφυλλα, τα πλωνε κι απόκειας ήβγανε από τα βυζά τση το σακουλάκι με το σπόρο του μεταξοσκώληκα και στα φύλλα τον έριχνε.
– Ηντά πες.? Εγώ ξερός.
– Τρείς μέρες θέλει έπαε μέσα, δείχνει το στήθος της, ο σπόρος του μεταξοσκώληκα να ζεσταθεί και να ξεπουλιάσει, ετσά μαθα κι ετσά κανα.
– Ακους.! Ακούω να λές.!!!
– Μα θέλει και καθαρότητα, όι σα κάτι χούρδες που το ναι βάνανε και ψώφα…
– Μετά απλώναμε από πάνω θύμους και καθαρά κλαδιά και καλάμια και βγαίναν οι μεγαλωμένοι σκουλήκοι και τα κουκούλια τος πλέκανε κι ήτανε κάτασπρα σαν το χιόνι και σα ντα καρύδια μεγάλα.
– Ω να χαρώ γω για φωτιά ηντά καλή ναι.! Βάλε παιδί μου πράμα να μη καίει άδικα.!
– Γιαγιά να σου βράσω ένα αυγό.?
– Όϊ.! Στέσε παιδί μου το τηγάνι και βάλε δυο… Όϊ.! Κάμε ντα τέσσερα.!!! Βάλε μου και μια κούπα κρασί από το γλυκό το κόκκινο….





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *