Στέλιου Καστρινάκη: Η ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ (Το εργοστάσιο και ο δικαστής) -Γράφει η Βούλα Επιτροπάκη

Γράφει η Βούλα Επιτροπάκη

[Το κείμενο αποτελεί εισήγηση της Βούλας Επιτροπάκη κατά την εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου (4-10-2017, Επιμελητήριο Ηρακλείου αίθ. «Α. Καστελλάκη»), που οργανώθηκε από το  βιβλιοπωλείο Φωτόδεντρο και τις εκδόσεις Γαβριηλίδης υπό την αιγίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου.

Ο συγγραφέας Στέλιος Καστρινάκης διετέλεσε Γενικός Γραμματέας και Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου, στον οποίο φέρει την ιδιότητα του Επίτιμου Προέδρου. Έχει δημοσιεύσει στον τοπικό Τύπο διηγήματα, χρονογραφήματα, παρουσιάσεις βιβλίων, επίκαιρα σχόλια κ.λπ. Το μυθιστόρημα Η ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ είναι το δεύτερο βιβλίο του, μετά τη δημοσίευση της νουβέλας Η ΠΑΡΕΑ ΤΩΝ ΦΥΓΑΔΩΝ ΚΑΙ ΔΥΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, 2010. ]

 

Το μυθιστόρημα που έχουμε την τιμή να παρουσιάζουμε, του συγγραφέα και έγκριτου συναδέλφου κυρίου Στέλιου Καστρινάκη, είναι ένα πυκνό μυθιστόρημα, όπως συνοψίζεται και στον εφευρετικότατο, πυκνό επίσης σε νόημα τίτλο του.

Το σκοπίμως “αντιθετικό” και, τρόπον τινά, “οξύμωρο” νόημα του τίτλου μας οδηγεί να αναρωτηθούμε πώς δύναται να συμβαδίζει η παρακμή με τη γνώση.

Εν προκειμένω, πρόκειται για μια εκ των έσω γνώση των παραμέτρων της παρακμάζουσας ή παρακμιακής κατάστασης, τόσο εν γένει, όσο και αυτής που περιγράφεται στο βιβλίο.

Κατά την πλοκή του έργου, μέσα σε κοινωνικές συνθήκες  όπου η δωροδοκία και δωροληψία επικρατούν,συντρεχουσών των λοιπών κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών της δεκαετίας του 1980, μια σημαντική οικογενειακή βιομηχανία απειλείται με καταστροφή.

Ο μύθος συνδέεται στο βιβλίο αναδρομικά, με την αστική κουλτούρα όπως διαμορφώθηκε από τα τέλη του 19ου αιώνα και εξής.

Ως “γνώση” σημαίνεται πάντα η διαδρομή από το αίτιο στο αιτιατό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η γνώση δηλώνει ότι είναι γνωστά τα αίτια της παρακμής, τα εξελικτικά της στάδια, ακόμη και πού ή έως πού οδηγείται η κατάσταση στο τέλος της (παρακμή: «κατάπτωση δύναμης, αξίας ζωτικότητας» ή «πτωτική χρονική περίοδος που ακολουθεί μια περίοδο ακμής»).

Ας σημειώσουμε ότι η γραφή και η δημιουργία του λογοτεχνικού έργου και κάθε έργου, είναι η περίτεχνη αποδοχή αυτής της πικρής γνώσης.

Οι βασικοί ήρωες του βιβλίου ίστανται στην κυριολεξία επί ξυρού ακμής κατά την ομηρική έκφραση,[i] προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους μεγάλους οικονομικούς, επαγγελματικούς, αλλά και κοινωνικούς κινδύνους που περιγράφονται, βαδίζοντας πάνω σε τεντωμένο σκοινί, προσπαθώντας να διατηρήσουν την ισορροπία μέσα σε αντίξοες συνθήκες.

Επί ξυρού ακμής βαδίζει όμως και η αφήγηση με μια λογοτεχνική μέθοδο κατά την οποία περιγράφονται σε παρατακτική σύνδεση, λιτά, πλην όμως αναλυτικότατα και με μεθοδικά επιστημονική εμβρίθεια, τα γεγονότα και η ιστορία των ηρώων. Παρουσιάζεται αναλυτικά η “φυλετική” ιστορία ενός εκάστου και των γεννητόρων του. Ως εκ του αποτελέσματος, εμπλέκονται σε αυτήν και τα μείζονα ιστορικά γεγονότα του τελευταίου αιώνα, όπως και οι χώροι που έζησαν οι οικογένειες των ηρώων σε πολλά σημεία της Ελλάδας.

Ο συγγραφέας εστιάζει σκόπιμα στα γεγονότα. Η συγγραφική του πένα δεν αναλύει συναισθήματα. Ολόκληρο το έργο κινείται πάνω σε “πράξεις”: του νεαρού δικηγόρου που ανέλαβε τη διεύθυνση του εργοστασίου, του μηχανικού-φίλου του που καθόρισε με άσχημους χειρισμούς την τύχη του εργοστασίου, των μετόχων, των εργαζομένων, των εμπλεκομένων και των οικογενειών τους.

Σκοπός της συγγραφικής αυτής μεθόδου είναι προφανώς, να οδηγήσει τον αναγνώστη στην ουσία του όρου «πράξη». Στην “αντικειμενική” και “υποκειμενική υπόστασή” της. Να τον οδηγήσει δηλαδή, από το αίτιο της κάθε έμπρακτης ενέργειας των ηρώων προς το αιτιατό και αντιστρόφως, ώστε να την συνδέσει με την Ύπαρξη.

Ο συγγραφέας γνωρίζει καλά ότι ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος διέπει τη φύση και τον άνθρωπο. Η οικογενειακή προέλευση δεν μπορεί παρά να διαμορφώνει τις συνήθειες, το έθος και τα εθιμικά ήθη, από τα οποία γεννούνται οι επιλογές και πράξεις που παράγουν το αποδεκτό ατομικό ήθος, όπως και η συνολική πρακτική που παράγει ευρύτερα το κοινωνικό ήθος.

Ο Στέλιος Καστρινάκης

Η αποτυχία διάσωσης της εργοστασιακής μονάδας οδηγεί τους ήρωες στη Δικαιοσύνη. Το υπέρτατο αυτό όργανο βρίσκεται, όμως, υπεράνω των κοινωνικών και λοιπών συνθηκών ή είναι μέρος της ίδιας της κοινωνίας, που της μοιάζει – κατά τον ποιητικό στίχο;[ii] Δικαιώνονται εν τέλει, οι πλείστες προσπάθειες διάσωσης από τον κεντρικό ήρωα ή δεν ευδοκίμησαν τελικά, λόγω πράξεων άλλων προσώπων του έργου;

Η καταπολέμηση της διαφθοράς πατάσσεται, κατά κάποιον τρόπο, με τη συνεργασία κεντρικού προσώπου του έργου με ιδιόρρυθμους αναρχικούς, οι οποίοι, στην ουσία, υποθάλπονται από το σύστημα. Με τη συνέργεια αυτή, οι παράνομες ιδέες των αναρχικών εφαρμόζονται “έμπρακτα”, εν είδει “αυτοδικίας”. Ωστόσο, πρόκειται για μια περιστασιακή συνέργεια από έναν μη σίγουρο δράστη, που αμφιβάλλει!

Προς τι, άραγε, οι αμφιβολίες του ήρωα-δράστη, αν όχι για την ορθότητα της εξωδικαϊκής αυτής “απόδοσης” της φυσικής δικαιοσύνης των πραγμάτων;

Ένα ερώτημα, άλλο ένα οξύμωρο σχήμα, που ταλανίζει ανά τους αιώνες ειδικούς και μη, ως τραγικό ηθικό δίλημμα κατά την αναζήτηση του δικαίου και τον αποκλεισμό του αδίκου – «ενός προαιώνιου στόχου και μιας αενάως μελλοντικής επιδίωξης».[iii]

 

ΙΙ.

Μέσα από τους διαλόγους, διακρίνομε έμμεσα τις αφηγηματικές θέσεις του συγγραφέα. Οι επιλογές, οι ενέργειες των ηρώων και οι θεωρήσεις τους εκφέρονται στην πλοκή του έργου με συχνούς διαλόγους πάνω σε κοινωνικές και πολιτικο-φιλοσοφικές αναζητήσεις. Αφορούν, επί το πλείστον, το μείζον θέμα της σχέσης νόμου και πολίτη, την επίδραση της θεσπισμένης νομοθεσίας και την σύγκρισή της με τον άγραφο, εθιμικά κοινωνικό, ηθικό κανόνα, ο οποίος εδράζεται στη φυσική δικαιοσύνη της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως αντικατοπτρίζεται ενσωματωμένη στις οικογένειες και την ιστορία τους.

Θα έλεγε κανείς ότι το έργο στοχεύει σ’ αυτόν ακριβώς τον προβληματισμό. Στο πώς δηλαδή, δύναται να ενυπάρχει ομαλά η ατομική μέσα στην κοινωνική ηθική. Ειδικότερα, πώς δύναται το καθήκον ή μια εντολή να συμβαδίζει με την ατομική ανθρώπινη Επιθυμία ή Ανάγκη;[iv] Και περαιτέρω, τι θέση έχει για το άτομο εξελικτικά, η (θετή) ελληνική νομοθεσία και η αναγκαστική εφαρμογή της κατά την περίοδο του τελευταίου αιώνα και εξής, ίσως δε και στο πώς δέον να εξελιχθεί κοινωνικά, σε σχέση πάντα με τον άνθρωπο.

Όπως είναι φυσικό, ωστόσο, όταν στην αλυσίδα του λογικού και του αισθητού εμφανίζεται αναγκαία μια φυσική, κοινωνική ή νομική απαγόρευση, προοιωνίζεται πάραυτα και η παραβίασή της.

Ας θυμηθούμε όμως, ότι την εντατικοποίηση που προκαλεί αυτή η αντίθεση (από κάποιο ηθικό χρέος ή εντολή), συχνά, από τους αρχέγονους μύθους μέχρι σήμερα, έλυνε ένας χρησμός, ένας αφηρημένος τύπος: μια γλωσσική μεταφορά, μια παρομοίωση ή αλληγορία. Η μνεία δηλαδή ότι, η αιτιακή σχέση των πραγμάτων βρίσκεται κρυμμένη στη γλωσσική τους αντανάκλαση.[v]

Με την άρθρωση ενός ερωτήματος ενός προβλήματος, η εκφορά του λόγου, η λογική ή η κρίση συνδέεται πάντα με την απόκριση και, πιο ειδικά, την αντ-απόκριση, με το μοίρασμα δηλαδή μέσω του διαλόγου ή αντιλόγου, μέσω της επι-κοινωνίας. Και τούτο διότι ο Λόγος περιέχει την ανθρώπινη Επιθυμία, αλλά και τον Νόμο που την καταστέλλει, βασιζόμενο πρωτίστως στους νόμους της Γλώσσας. (Η γλώσσα συνδέει την ανθρώπινη φύση, το ίδιον σώμα, με τη φύση του κόσμου και τον όμοιο, επίσης θνητό, «βροτό», συνάνθρωπο.) Με την αληθώς φυσική ανθρώπινη επικοινωνία ευρίσκεται ο κάθε φορά κρυμμένος στόχος, η λύση του αινίγματος, η “δίκαιη” λύση κάθε προβλήματος.[vi]

[Ας κάνουμε μια εκτενή παρέκβαση εδώ, για να αναφερθούμε στα συμπεράσματα των σύγχρονων ανθρωπιστικών επιστημών και ότι, κατά το στάδιο που ο άνθρωπος, ως παιδί, εισέρχεται στο Λόγο, έχει ήδη διευθετήσει τα «δίκαια» ενστικτωδώς μέσα του, μέσω της συμβολικής τάξης και του δούναι και λαβείν της αγάπης της μητέρας ή του προσώπου που την υποκαθιστά. Για ό,τι δεν ισοζυγίζεται, μένει ένα χρέος που δεν «πραγματώνεται», μια ενοχή που αιωρείται απλήρωτη. Η δικαιοσύνη του είναι αυτή που του ανήκει από τη φύση για να ζήσει. Χωρίς την ενσυναίσθηση της δικαιοσύνης μέσω της συμβολικής τάξης και μητρικής αποδοχής, είναι γνωστό σήμερα από τις Επιστήμες ότι ο άνθρωπος δεν εισέρχεται ομαλά στον λόγο. Η αγάπη που του προσφέρεται, ως άλλη τροφή, μετράται και ανταποδίδεται: προφέρεται ως λόγος και ομιλία.[vii] Γίνεται σημασία και εγκαθιδρύεται ως λογική, που δίνει συνάφεια στα πράγματα και αγαλλίαση όταν διαπιστώνεται. Το βίωμα αυτό γίνεται ενόραση, που συνενώνει τις ανθρώπινες λειτουργίες στο «καλό κ’ αγαθό», απ’ όπου προκύπτει η «αρμονία», που μπορούμε να την αποκαλούμε «ηθική», ώστε η ωραιότητα γίνεται σύμβολο της ηθικότητας.[viii] Γι’ αυτό και για να υπάρξει λόγος, και δη κοινωνικός Λόγος, προαπαιτείται φυσική και ηθική δικαιοσύνη.[ix]

Η (σωματική στην κυριολεξία της) λειτουργία αυτή του Λόγου είναι άλλωστε, ό,τι αποκαλείται γλωσσική συνείδηση,[x] η οποία ταυτίζεται συχνά, στην ουσία της, με την ηθική συνείδηση.

Το φυσικό δίκαιο, είναι συνυφασμένο με όλες τις ανθρώπινες λειτουργίες: του πνεύματος, του σώματος, τη θεωρία, την πράξη, το συναίσθημα. Το βοτάνι που τα συνδέει είναι η γλώσσα.[xi] Γι’ αυτό, το δίκαιο δεν εκφράζεται, κατά κανόνα, παρά μόνο με τη διαλεκτική.[xii]

Πρόκειται για το ανθρώπινο, «κατ’ ουσίαν δίκαιο», που ορίζεται ως το «σύνολο των κοινωνικών κανόνων συμπεριφοράς, που απευθύνονται στη συνείδηση του ανθρώπου και δεν συνεπάγονται άμεσο εξωτερικό καταναγκασμό». για ό,τι ο λαός, στη σοφή προφορικότητά του ονομάζει μονολεκτικά, «δίκιο». και εννοεί, κατά τον ορισμό του Κικέρωνα [όπως τον επανέλαβαν ή τον όρισαν νομομαθείς, από τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, τον Ουλπιανό[xiii] και τους Πατέρες της Εκκλησίας, τον Ουμανισμό και Σκωτικό Διαφωτισμό, τους Savigny, Κάντ, Hegel, Ρουσσώ, μέχρι τους νεώτερους Karl Engisch, John Rawls και τις σύγχρονες ψυχοβιολογικές επιστήμες], «την ιδέα που γεννάται μαζί με κάθε άνθρωπο μέσα του». που γεννάται μαζί με το Λόγο και πριν από αυτόν.

Περεταίρω, ο λαός, η κοινότητα, η κοινωνία που έγινε Πολιτεία, μετά την ανάπτυξη της γραφής, «θεσμοθέτησε» το «δίκιο» σε γραπτό νόμο με σκοπό, αρχικά, να διαφυλάξει το υπέρτατο αγαθό της ανθρώπινης ζωής και, κατόπιν, την ανθρώπινη ισότητα. Γι’ αυτό, όταν η ισότητα δεν επιτυγχάνεται, ο νόμος προσκρούει στο κοινό, φυσικό αίσθημα δικαίου και αντιστρόφως. (Σήμερα, εγκαθιδρύσαμε εξουσίες που ανήγαγαν το Δίκαιο σε κεφαλαιώδες πολιτειακό σύνταγμα, μετατρέποντας το φυσικό «δίκιο» σε θετό Δίκαιο, με κεφαλαίο, που έγινε στην πορεία Κεφάλαιο, καταργώντας τη μαντική που μεταγλωττίσαμε σε Επιστήμη, με μια γλώσσα που μιμείται τη φύση αλλά, συχνότατα, προσβάλλει τη φυσική τάξη). ]

 

Είναι κοινός τόπος, και το βλέπομε καθαρά στην επικαιρότητα, ότι, κάθε χάσμα μεταξύ ηθικού, φυσικού «δίκιου» και θεσμοθετημένου δικαϊκού Λόγου συνιστά παράβαση της Δημοκρατικής αντίληψης.[xiv]

Γίνεται φανερό ότι το χάσμα συνίσταται, πάντα, σε μια σφαλερή, υποσχετική εκφορά του διαμεσολαβητή Λόγου. σε ένα ομιλητικό ή έμπρακτο ψέμα. ή σε μια σιωπή, που τρέφει την ανισότητα. σε μια επίφαση ή ανορθογραφία. σε μια δήθεν, μια μισή ή παραποιημένη α-λήθεια: τόσο μεταξύ των πολιτών όταν διεκδικούν το δίκιο τους, όσο και από τον εφαρμοστή του νόμου, από τον άρχοντα προς τον εξουσιαζόμενο και ούτω καθ’ εξής.

Τι είναι αυτό που εκδιώκεται προς τη λήθη; Τι επιδιώκεται να ξεχαστεί;;;

Τι άλλο από το ότι, κάθε κοινωνική κρίση είναι πάντα η παραποίηση-παραβίαση των φυσικών και ηθικών δικαίων, από την κανονιστική άρθρωσή τους ως την πρακτική εφαρμογή τους, μια κρίση δηλαδή από το Λόγο ως το Νόμο!

 

Η αντίσταση βέβαια σ’ αυτήν την παράβαση-ηθική παραβίαση είναι πάντα μια πολιτική-επαναστατική πράξη (και, διαχρονικά, όταν ο μεσολαβητής Λόγος την αρθρώνει ως Αλήθεια, ρίπτεται στην πυρά).

Στο “περιθώριο” αυτό δρα η ομάδα αναρχικών του βιβλίου, αλλά και ο ήρωας που αναλαμβάνει εμπράκτως την “απόδοση” δικαιοσύνης ως άλλης επιφαινόμενης πράξης αντίστασης. Μιας δικαιοσύνης τρόπον τινα “λαϊκής”, που εφορμάται από το καθαυτό συνειδησιακό (σωματικό όπως ειπώθηκε) δίκιο. Η έννοια βρωμιά, βρόμα, που περιβάλλει ως “αύρα” ή τιμωρία τον δικαστή Λυκοπόρη, συνιστά μια “αυτο-δικαίως” επιβαλλόμενη “ποινή” με δίκαιο χαρακτήρα ή είναι βάσιμες οι αμφιβολίες του “λογοτεχνικού δράστη” για τη νομιμότητά της;

Είναι εξαιρετικές οι γλωσσικές, φιλοσοφικές και δικαϊκές παραπομπές του συγγραφέα κατά την εξέλιξη αυτή της πλοκής και του μύθου του έργου, αν σκεφτούμε πως η ίδια η γλώσσα του σοφού λαού, σε μια εμπράκτως-ομιλητική απόδοση των φυσικών δικαίων, εκφέρει ήδη κατά τις λαϊκές εκφράσεις της (που εγγίζουν την αληθή έννοια των φυσικών πραγμάτων) τον χαρακτηρισμό του ανήθικου και παράνομου ανθρώπου ως «βρωμιάρη». Έναν συνοδευτικό χαρακτηρισμό, μια φυσικότροπη, θα ’λεγε κανείς, τιμωρία, που περικλείει αυτούσια στην γλωσσική έννοιά της άπασες τις σύγχρονες θεωρίες περί “παραδειγματικού” και “κατασταλτικού χαρακτήρα” της δικαϊκής ποινής, την τελολογική ερμηνεία της κ.λπ.. Λέξη, που εκτός από την κυριολεκτική της έννοια («δυσάρεστη οσμή, δυσωδία»), σημαίνει και «μεγάλη ηθική κατάπτωση, μεγάλη διαφθορά, σήψη» [< βρέμω: «κροτώ με πάταγο, βουίζω, βρυχώμαι» και, συγχρόνως, «αντηχώ» (Αισχ. Προμ. 423)!]. Ομόρριζη με τη βροντή, σχετίζεται με κάθε ανήθικη, πρόστυχη ή καταδικαστέα ενέργεια που έρχεται σε έντονη αντίθεση, ως ασυμβίβαστη, με την ηθική αντίληψη (στο συνδυασμό της ίσως με τους χαρακτηριστικούς ήχους που ακολουθούνται από δυσοσμία – για να δικαιωθεί και πάλι η σωματική διάσταση του Λόγου). Ας σημειωθεί ότι, στην πράξη, η λ. συνδέεται, ίσως, και με το αρχ. ρ. βριάω-ώ (Ησίοδ., Θεογονία, 447): «κάνω κάποιον δυνατό, ενισχύω, ισχυροποιώ ή είμαι ισχυρός»!

[Ως τώρα η Ιστορία του Κόσμου είναι ιστορία των Νικητών – αποδίδεται έμμεσα, αλλά ευδιάκριτα στο παρουσιαζόμενο βιβλίο, σύμφωνα και με τον στίχο του Κώστα Βάρναλη. Και, μολονότι, από πολλούς κι από καιρούς ολά ηταν ειπωμένα, [xv] ποιος φταίει; ποιος να φταίει; κανένα στόμα/ δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα (!), κατά τον ίδιο ποιητή – ο άνθρωπος αναζητεί ακόμη το προαιώνιο αίνιγμα για να το λύσει. ]

 

ΙΙΙ.

Η λύτρωση η κάθαρση, παρ’ όλ’ αυτά, είναι γνωστό ότι οφείλει να επέλθει μέσα από τη γλωσσική διευθέτηση. Μέσα από τον σύμφωνο με τα πράγματα “έμπρακτο λόγο”. Τούτη μόνο η διευθέτηση, ως καθ’ αυτή δίκαιη πράξη, αποκαθιστά την Αλήθεια, “αποδίδοντας” ορθά δικαιοσύνη για να θεραπευτεί κάθε ειπωμένο ή πεπραγμένο ψέμα και κάθε ανείπωτη επίφαση. Η δικαιοσύνη δηλαδή “αποδίδεται” με έναν σύμφωνο με τα φυσικά πράγματα ρητό λόγο, που συχνά λαμβάνει, άλλωστε, τη μορφή δικαστικής απόφασης.

Ήτοι, δύναται να διευθετεί μόνο μέσω του παντοδύναμου αληθούς Λόγου [που έχει, ήδη από τις θρησκείες, αναχθεί σε Θεό (Κατά Ιωάννην), από τις δε σύγχρονες ανθρωπιστικές Επιστήμες σε μέγιστο μέσο θεραπείας]!

Και, ας μην ξεχνάμε, με τον Λόγο της λογοτεχνίας, της γραφής και κάθε Τέχνης προσφέρονται τα μονοπάτια για να οδηγηθούμε από τα γεγονότα στα αίτια και από τα αίτια στις διασταυρώσεις των λύσεων κάθε κρίσης – μια και το μόνο, νόμιμα αποδεκτό ψέμα στον Λόγο είναι η αναπαράσταση του ίδιου του ανθρώπου. Και ονομάζεται Τέχνη.

 

Στην ηθική επομένως, συνείδηση του ανθρώπου, που ταυτίζεται με τη γλωσσική συνείδηση, συγκλίνουν η Γνώση, η ακμή και η παρακμή, η κρίση των αξιών και η κάθε κρίση, σε όλες ανεξαιρέτως τις ανθρώπινες κοινωνίες. Αυτή παράγει, άλλωστε, την άκρως ατομική ανθρώπινη ουσία, το χαρακτήρα και το ήθος, ό,τι οι θρησκείες χαρακτηρίζουν ως “αύρα”, αλλά και ό,τι η νομική επιστήμη ερευνά, από τον Lombroso μέχρι σήμερα με τις εγληματολογικές θεωρίες της προσωπικότητας, για να διαπιστώσει αν και κατά πόσο επηρεάζει η ηθική τα σωματικά χαρακτηριστικά ενός δράστη.

 

Η γνώση του συγγραφέα, έγκριτου επιστήμονα και επί 40ετία μαχητή του δικηγορικού λειτουργήματος γεφυρώνει, συνδέει, συνενώνει τις ατραπούς για να γίνει αντιληπτό το πώς μπορεί να γίνει διαβατός ο δρόμος για την α-λήθεια. Η οδός δεν είναι άλλη, παρά η αληθής έκφραση, που πλάθει το ήθος δια των επιλογών και των πράξεων, όπως μας καταμαρτυρεί και η γλώσσα (γίγνομαι  < γενο-, «γένος», και γνώση < γιγνώσκω, «γνωρίζω» από την οντολογική Αλήθεια, που, κατά βάθος, όλοι γνωρίζουμε καλά). Η ετυμολογική ρίζα, άλλωστε, της ίδιας της γλώσσας (γλωχίν ή γλωχίς, «προεξέχον σημείο, ακμή, μύτη, απόληξη, αιχμή»), συνδέεται με την ακμή, την παρακμή και την κρίση. (<κρίνω, «χωρισμός, ικανότητα προς διάκριση, επιλογή, εκλογή, απόφαση, κρίση – και η δικαστική!–, δικαστικός αγώνας, αποτέλεσμα δίκης, δοκιμασία ικανοτήτων, διαμάχη ή έκβαση πράγματος»). [xvi]

 

ΙV.

Η γλώσσα του βιβλίου είναι μεθοδικά επίσης αναλυτική. Με παραθετική, αναλυτικότατη σύνταξη, και σύνθετη τόσο, όσο να ταυτίζεται με την προφορικότητα του ίδιου του συγγραφέα – όπως διαπιστώνεται, άλλωστε, εύκολα από όσους τον γνωρίζουν.

Στο έργο θίγονται μείζονα ζητήματα της Φιλοσοφίας του Δικαίου, της Ποινικής και Αστικής νομοθεσίας, της Κοινωνιολογίας και άλλων κλάδων της Επιστήμης.

Για όλους αυτούς τους λόγους και πολλούς ακόμη, όπως για το αφηγηματικό ύφος, την ευρηματικότητα της μεθόδου και άλλους, το παρουσιαζόμενο μυθιστόρημα του συγγραφέα Στ. Καστρινάκη έχει ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία.

 

Το ύφος της εικόνας του εξωφύλλου είναι ανάλογο με την αγωνιώδη πορεία και πλοκή του μύθου.

Ας σημειωθεί ότι ο συγγραφέας τυγχάνει δεξιοτέχνης εικαστικός στη χαλκοχαρακτική και μεταλλοτεχνία, έργο του οποίου κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου.

Η επιλογή του συγκεκριμένου εικαστικού του εξωφύλλου δεν είναι τυχαία. Παραπέμπει στο αφηγούμενο γεγονός ενός εργατικού ατυχήματος, της απώλειας δηλαδή, της ανθρώπινης ζωής ενός εργάτη του εργοστασίου, ο οποίος κατά την άσκηση των καθηκόντων του πιάστηκε στον τροχό.

Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι, παρά τη λιτότατη σχετική αφήγηση εντός του κειμένου, το εξώφυλλο ανάγει το γεγονός σε μείζον – ως άλλη δήλωση της μείζονος θέσης του συγγραφέα ως προς την αξία της ανθρώπινης ζωής. Το επεισόδιο, μάλιστα, που στέρησε τη ζωή στον άτυχο εργάτη, αντιδιαστέλλεται εύκολα από τον έμπειρο αναγνώστη με ανάλογη αφήγηση σε άλλο μέρος του βιβλίου, κατά την οποία ένας βασικός ήρωας, ο γιος του βιομηχάνου, όταν ήταν παιδί, εκτέλεσε, επιτυχώς αυτή τη φορά, το ίδιο καθήκον στον τροχό, απολαμβάνοντας τον θαυμασμό και την κρυφή επιδοκιμασία του πατέρα του – γεγονός που παραπέμπει έμμεσα και στις ταξικές κοινωνικές αντιθέσεις.

Η ανθρώπινη ύπαρξη επομένως, ως ύψιστο αγαθό είναι, κατά τον συγγραφέα και τα φυσικά πράγματα, αυτή που καθορίζει τον κανόνα δικαίου, τη θέσπιση και την επιβολή του, όπως ακριβώς καθορίζεται και η ίδια η ύπαρξη από αυτό, από το δίκαιο.

Μήπως, στην αμφίδρομη αυτή σχέση, δεν εδράζεται και ο στόχος κάθε Γνώσης ή Επιστήμης για τη “δικαίωση” της ύπαρξής της, να υπηρετεί, δηλαδή, τον άνθρωπο;

Μήπως αυτό δεν θίγουν και οι αντιπαραβαλλόμενοι όροι αστική κουλτούρα και αριστερό επαναστατικό πνεύμα;

Ποια, επομένως, είναι εν κατακλείδι, η γνώση της παρακμής;

Είναι πρωτίστως αυτή η γνώση: ότι η παρακμή είναι πάντα ένα ψέμα στον ενσυνείδητο Λόγο. Μια επίφαση από τον άνθρωπο στον συνάνθρωπο, από τον δυνατό προς τον αδύναμο, από τον άρχοντα στον εξουσιαζόμενο κ.ο.κ., όπως ακριβώς από τον δικαστή προς την τύχη του εργοστασίου.

Ίσως, θα έλεγε κανείς ότι το κεντρικό νόημα του βιβλίου είναι, τελικά, η γνώση πως, όσο ο ηθικός λόγος εκφέρεται σφαλερά ή ψευδώς, θα υπάρχει πρόβλημα δημοκρατικής αντίληψης και έννοιες όπως δικαιοσύνη και ελευθερία θα αποτελούν τροχοπέδη για τη ανάπτυξη κάθε πολίτη ή λαού, όπως διακρίνεται σήμερα και στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία μας. Και τούτο γιατί το φυσικό «δίκιο» προηγείται του Λόγου. Ο Λόγος έπεται του φυσικού δικαίου, αλλά το θεσπισμένο Δίκαιο, για να αποδοθεί, τον προαπαιτεί ![xvii]

[Αυτό, ας σημειωθεί, κάνει σαφή την ανάγκη να προβληθεί αυτή η «γνώση» και από την επίσημη Παιδεία, ενόσω μάλιστα, δι’ επιστήμην δίκαιος ο δίκαιος και δι’ αμαθείαν ο άδικος άδικος κατά τον Πλάτωνα και ενόσω επίσης, ο νόμος θεωρεί πράξεις συντελεσμένες και τις παραλείψεις![xviii]]

 

Η κατάθεση του παρουσιαζόμενου μυθιστορήματος, κατά τα παραπάνω, αποτελεί κι αυτή στον καιρό μας, μια πράξη αντίστασης[xix] απέναντι σε ανορθόδοξες πρακτικές, αντιδιαστέλλοντάς τις με την ανθρώπινη ηθική και τονίζοντας, γι’ άλλη μια φορά, ότι συνείδηση δικαίου και γλωσσική συνείδηση ταυτίζονται στην κοινή τους ρίζα της φύσης και της ζωής.

 

Ευχόμαστε στον αγαπητό συγγραφέα, να χαίρει άκρας υγείας,

καλή επιτυχία στην κυκλοφορία του βιβλίου

και να εξακολουθεί να μας μυεί, με τον ιδιαίτερου ύφους λογοτεχνικό τρόπο του, στα μυστικά της ζωής, της δικαιοσύνης και της τέχνης.

Ευχαριστώ.

Ηράκλειο, 4-10-2017

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

[i] Ιλιάδα, Κ΄, 173.

[ii] βλ. «…πνιγμένου καραβιού σάπιο σανίδι/ όλη η ζωή μου του χαμού./ Μ’ από την κόλασή μου σου φωνάζω/ εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω»: Γαλάτεια Καζαντζάκη (1886-1962), ποίημα «Αμαρτωλό», περ. Πρωτοπόροι, 1931, σε συνδυασμό με την αναφορά του αγίου Γρηγορίου Νύσσης «το κατεικόνα το έχουμε από τη κτίση μας, ενώ το καθομοίωση το κατορθώνουμε με την προαίρεσή μας», (σχόλιο στο απόσπασμα της Παλαιάς Διαθήκης, Α΄, 26: «και είπεν ο Θεός· ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν»).

[iii]Ανδρέας Μαππουρίδης, Η συνείδηση του αδίκου από τον μη νομικό, <http://www.law.gov.cy/Law/lawoffice.nsf/All/A5FCDD28D5A9112CC225744200302F80?OpenDocument

[iv] Η ανάγκη ζει το νόμο, λέει ο λαός ή αλλιώς, ανάγκα και θεοί πείθονται, κατά τους αρχαίους.

[v] F. De Saussure, Μαθήματα Γενικής Γλωσσολογίας, μετ. Φ. Δ. Αποστολόπουλος, Παπαζήσης, 1979.

Χρ. Χαραλαμπάκης, «Γλωσσολογικές θεωρίες για τη γλώσσα Μικρό οδοιπορικό στην ιστορία της γλωσσολογικής σκέψης», στο: Μια πολυεπιστημονική θεώρηση της γλώσσας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης – Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών,  σ. 105-128.

Filippe La Sagna,  «Στα μισά του δρόμου ανάμεσα στον γραπτό και τον προφορικό λόγο», περ. Το νήμα της Αριάδνης Κείμενα για την Ερμηνεία, τχ. 2ο/11/1996, εκδ. Κύκλου Ηρακλείου της Ευρωπαϊκής Σχολής Ψυχανάλυσης, σ. 9 επ.

Σωκράτης Λ. Σκαρτσής: 1. «Η Γλώσσα για το Μύθο», στο: Μικρό δοκίμιο για τη Γλώσσα, Παρατηρητής 1995, σ. 27 επ., 2. «Η επωδή: Μια θεώρηση της ποιητικής γλωσσικής ουσίας», στο: Μια πολυεπιστημονική θεώρηση της γλώσσας, ό.π., σ. 133-134 και 129 επ.

Βούλα Επιτροπάκη, «Συμβάσεις και ανατροπές στη γλωσσική νομοθεσία του παραμυθιού, μέσα από το μύθο του Γλαύκου», στο: Το κρητικό παραμύθι (Μνήμη Παύλου Βλαστού) Πρακτικά Συνεδρίου (Καστέλλι Πεδιάδας, 24,25&26 Σεπτ. 2010), εκδ. Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας-Δήμος Μινώα Πεδιάδας (ΔΟΠΑΠ),  2010, σ. 143-178.

Χρήστος Μπουλώτης, «Στοιχεία μαγείας στη Μινωική Κρήτη», περ. Αρχαιολογία, τχ. 20/1986, σ. 8-15.

[vi] Βούλα Επιτροπάκη, «Φυσικές διατάξεις της αινιγματικής γλώσσας», στο: Τα αινίγματα (α-)νιώματα Ο λαϊκός αινιγματικός λόγος στην Κρήτη (Μνήμη Μαρίας Λιουδάκη) Πρακτικά Συνεδρίου (Ιεράπετρα: 7, 8, 9 Οκτ. 2011), επιμ. Κ.Δ. Μουτζούρης, εκδ. Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, 2016, σ. 257-272.

[vii] Filippe La Sagna, ό.π.

Ζακ Λακάν, 1.Η οικογένεια Τα οικογενειακά συμπλέγματα στη διαμόρφωση του ατόμου, μετ. Δημ. Βεργέτης, Καστανιώτης, 1987. 2.Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση, μετ. Νασία Λινάρδου-Μπλανσέ, Ρεζιναλντ Μπλανσέ, Εκκρεμές. 3.Η διδασκαλία μου, μετ. Νασία Λινάρδου-Μπλανσέ, Ρεζιναλντ Μπλανσέ, Εκκρεμές, 2005. 4.J. Lacan, “Ecrits”, Seuil, Paris, 1966.

Μάριος Μαρκίδης, 1.«Το ψυχιατρικό αντικείμενο ανάμεσα στη βιολογία και τη γλώσσα», στο: Μια πολυεπιστημονική θεώρηση της γλώσσας, ό.π., σ. 22-32. 2.«Η αντίσταση στη σημασία», περ. Ανθρωποθεωρία, τχ. 3-4/ 1992, Αχαϊκές εκδόσεις, σ. 187-194.

Φρανσουάζ Ντολτό, 1.Σεμινάριο Ψυχανάλυσης παιδιών, μετ. Ελισάβετ Κούκη, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1995, τ. Α΄,Β΄, Γ΄. 2.Η ασυνείδητη εικόνα του σώματος, μετ. Ελισάβετ Κούκη, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2003.

Jacques-Allain Miller, Η αιτιογέννεση του υποκειμένου: Αλλοτρίωση και αποχωρισμός, περ. Η Ψυχανάλυση, έκδ. Ελληνικής Εταιρείας Νέας Λακανικής Σχολής, τχ. 6, σ. 29 επ.

Σωκράτης Λ. Σκαρτσής, 1.«Η οργανικότητα του ρυθμού», περ. Ανθρωποθεωρία, τχ. 5-6/1993, σ. 79-88. 2.Η παιδική γλώσσα, εκδ. Πανεπιστημίου Πατρών 2001. 3. Το σώμα της Γλώσσας, Ελληνικά Γράμματα, 1996.

Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, «Η ηθική συνείδησις και η αξία της ζωής, Προηθικόν στάδιον και Πρωτοηθικόν στάδιον», στο: Φιλοσοφία του Δικαίου, Παπαζήσης, 2000, σ. 62, 42-47, 48-61.

Joseph Campbell, «Ο αυθόρμητος ανιμισμός των παιδιών», μετ. Ξένη Σκαρτσή, περ.  Ανθρωποθεωρία, Αχαϊκές εκδόσεις, τχ. 3-4/ 1992, σ. 125 επ.

[viii]Ανδρέας Μαππουρίδης, ό.π.

[ix]Στέφανος Δεληκωστόπουλος, Γένεση του δικαίου και αρχαιοελληνική ποίηση, Σάκκουλας, 1996. Κώστας Δουζίνας, Νόμος και αισθητική. Λογοτεχνία, τέχνη, δίκαιο, μετ. Χριστ. Ξανθοπούλου, Παπαζήσης, 2005.

Οδυσσέας Σπαχής, Η μνήμη του κόσμου και του ποιητή, Ταξιδευτής, 2007.

Octavio Paz, «Η μεταφορά», μετ. Βασίλης Χριστόπουλος, περ. Ανθρωποθεωρία, τχ. 3-4/1992, ό.π.

Φρειδερίκος Νίτσε, Η γέννηση της τραγωδίας, μετ. Γιάννη Λάμψα, Κάκτος, 2006.

Jerome Bruner, Δημιουργώντας Ιστορίες Νόμος, Λογοτεχνία, Ζωή, επιστ. επιμ. Γιάννης Κουγιουμουτζάκης, Ελληνικά Γράμματα, 2004.

Alan Watts, «Πνευματικότητα, Αισθησιασμός», μετ. Χαρ. Τσαρούχης, περ. Ανθρωποθεωρία, τχ. 5-6/ 1993, σ. 135 επ.

Betty Edwards, «Η μη λεκτική γλώσσα της τέχνης», μετ. Γιάννης Χατζηπανταζής, περ. Ανθρωποθεωρία, τ. 3-4/1992, σ. 183 επ.

Ουμπέρτο Έκο, Θεωρία Σημειωτικής, μετ. Έφη Καλλιφατίδη, Γνώση 1994.

[x] Βλ. Σ. Λ. Σκαρτσής, Εισαγωγή στη λαϊκή λογοτεχνία, Ελληνικά Γράμματα, 1994, σ. 11 επ., 96.

[xi] Ε.Λ.Ι.Α., Ιστορία της ελληνικής γλώσσας  Επιστ. επιμ. Μ. Ζ. Κοπιδάκης, Αθήνα 1999.

Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, επιστ. επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης, έκδ. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη], 2004.

Μ. Ζ. Κοπιδάκης, Η γλώσσα είναι Πατρίδα, Μικρός Ναυτίλος, Ηράκλειο, 2000.

Κωνσταντίνος Γ. Νιάρχος, Γλώσσα και υπερβατική πραγματικότης στην αρχαία ελληνική διανόηση, Καρδαμίτσας, 1984.

Ιωάννης Προμπονάς, «Η εξελικτική πορεία της ελληνικής γλώσσας», στο: Μια πολυεπιστημονική θεώρηση της γλώσσας, ό.π., σ. 57 επ.

Μιχαήλ Γ. Μερακλής, Πέντε λαογραφικά δοκίμια για τη γλώσσα και την ποίηση, Φιλιππότης, 1985.

Claud Levi-Strauss, 1.Δομική Ανθρωπολογία τ. 1ος, μετ. Θεόδ. Παραδέλλης, Κέδρος, 2010. 2.Η Ανθρωπολογία και τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου, μετ. Ευγ. Γραμματικοπούλου, Πατάκης, 2012.

George Thomson, H Ελληνική Γλώσσα Αρχαία και Νέα, Κέδρος, 1964,

Σωκράτης Λ. Σκαρτσής, 1.Η προφορικότητα, Ελληνικά Γράμματα, 2002. 2.«Γλώσσα», περ. Όστρακο τχ. 1-7/1986,87 εκδ. Όστρακα.

Βούλα Επιτροπάκη, 1.«Η ηθική συνείδηση στο δεκαπεντασύλλαβο της Ανατολικής Κρήτης», στο: 2ο Διεθνές Συνέδριο “Η λαϊκή ποίηση και η λογοτεχνία στην Ανατολική Κρήτη” Σητεία, 22 Ιουλ. 2015, Πρακτικά 1ης ημέρας «Ψηλαφίζοντας το γραπτό και προφορικό λόγο στην ανατολική Κρήτη», εκδ. Κέντρο Ερευνών και Μελετών Κρητικού Πολιτισμού-Δήμος Σητείας. 2.«Ποίηση: Ένας θεσπισμένος κώδικας φυσικού δικαίου», στο: Πρακτικά εικοστού εβδόμου συμποσίου ποίησης, Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο Πανεπιστημίου Πατρών, 28 Ιουν.-1 Ιουλ. 2007, επιμ. Ξένη Σκαρτσή, εκδ. Περί τεχνών, 2008.

[xii]Filippe La Sagna, ό.π.

Ανδρέας Μαππουρίδης, ό.π.

[xiii] Ius praecepta sunt haec: honeste vivere, alterum non laedere, suum cuique tribuere: Ουλπιανός, D. 1.1.20.2.

[xiv]Δημήτρης Θ. Τσάτσος, 1.Σύνταγμα και πολιτική πραγματικότητα. Κείμενα για τη διαλεκτική σχέση δικαίου και πολιτικής,Σάκκουλας, 1980. 2.Η κρίση του πολιτικού λόγου, Θεμέλιο, 1983.

Ανδρέας Μαππουρίδης, ό.π. <http://www.law.gov.cy>.

[xv] Κωστας Βάρναλης, ποίημα «Η Μαγδαληνή», Το φως που καίει, στο: Άπαντα τα ποιητικά 1904-1975, Κέδρος, σ. 190).

[xvi] ἀκμή (ἀκή), «αιχμή, άκρη, κόψη, χείλος· παροιμ., το ψηλότερο, κρισιμότατο σημείο, όριο, άνθος, σιτάρι έτοιμο για θερισμό, η καταλληλότερη περίοδος».

[xvii] Βούλα Επιτροπάκη, «Η ηθική συνείδηση στο δεκαπεντασύλλαβο της Ανατολικής Κρήτης», ό.π.

[xviii] Ποινικός Κώδικας, άρθρο 14.

[xix] Ας μην ξεχνάμε ότι ο συγγραφέας Στ. Καστρινάκης διετέλεσε και Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου, στον οποίο προώθησε πλείστα ειδικά επαγγελματικά θέματα, αλλά και θέματα Πολιτισμού.





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *