Ο κάτης, μουζουδιές και τυρόφετσες. Αθιβολές με το Χρύσανθο Αγγελάκη

Οι πατεράδες, οι μανάδες κι θειοί του χωριού στους γιαλούς στις δουλειές λείπανε, τσοί παππούδες όλους τους σκότωσαν, δυό γέροι είχαν μείνει, εμάς τα κοπέλια στσοι γιαγιάδες αμανάτι μας αφήσανε.
Οι γράδες κι οι κοπελιές στον Αη Γιάννη ξημεροβραδιάζοταν, το νε πλύναν, τονε ασβεστώσαν, του γυαλίσανε τα μανουάλια και το πολυέλαιο με τη μπρουτζαλοιφή, Πάσχα περίμεναν.
Το νεκροταφείο σκουπίσαν και τους πέτρινους τάφους, τω αντρώ και τω πατεράδω τους ασβέστωσαν, λουλούδια και καντήλια άναψαν, Μεγάλη Παρασκή μέρα του θάνατου…
Η γιαγιά η πιο καλή από τσοι τρείς, το Χρυσό το Πενταρφανο, που καλά με τάιζε, είχε πεθάνει, στο πέτρινο τάφο τση καντουφές λέγαν πως φύτρωσε.
Το άλλο Χρυσό χε τα πάντα στο σπίτι τση, όλα σε τάξη, κάθε πράμα στη θέση ντου.
– Πιο πολλές είν΄ οι μέρες παρά τα λουκάνικα.!!!
– Μπορεί να ρθεί κανείς μουσαφίρης νάχω να τον κεράσω.! Τοχε σημαία της.
Εξε εγγόνια αρσενικά δε τα προλάβαινε. Κι όλα τα κρυβε.!

Λουκάνικα, σύγλινο στο να κουρουπάκι, λαδοτύρι στ άλλο, κουραμπιέδες στη ρούμπα με τσοι μπατανίες κριμένα, τα γλυκά του κουταλιού στο βαρέλι με τα γκιγκιόνια έχωνε.
Τσοι μποτίλιες με τα λικέρια τα χρωματιστά, που ήταν μαστόρισσα σαυτά, στο πιθάρι με το κριθάρι τάχωνε.
Καρύδια, αμύγδαλα κι αβγά στο πιθάρι μαζί με το στάρι θαμμένα.!
Ηντά να μην έχω να πέσουνε τα μούτσουνα μου κάτω, άμα ρθεί κιανείς.! Ελεγε.
Τη Μεγαλοδευτέρα παπούλες, φακή, στάρι και μια χούφτα ροβίθια έβρασε, ένα μαύρο πράμα ήταν κι ανάλαδα τα φάγαμε, τη Τρίτη τα γιάχνισε, τη Τετράδη, ετσά την έλεγε, τα ξέπλυνε κι έφαγε αυτή, τη Πέμπτη μια απ τα ίδια, από βραδύς με λουσε, μεγάλη μέρα ναι αύριο.
– Θέσε παιδί μου κι η Παναγία α σε χορτάσει. Μας έλεγε.!!!

Μα εγώ κουρούπια με λουκάνικα νειρευόμουνα.
Προσευχές και νηστείες στο σπίτι δεν είχαμε, γάλα, τυρί και κρέας ποτέ δε μας έλειψε.
Παρασκευή ταχινή με έντυσε, άσπρο πατελονάκι κοντό κι άσπρο καλοσιντερωμένο με μακρύ μανίκι ποκάμισο, τα άσπρα τα παπούτσια, δώρο του νονού, τα δερμάτινα.
Κι αυτή τα καλά τση, φουντάλλαξε, μαύρο μεταξωτό τσεμπέρι, τα καλά τα παπούτσα που γυαλίζανε, φούστα με δερμάτινη ζώνη, ξομπλιαστό γελέκο και σάλι στους ώμους, το καλό το μπαστούνι με τη κοκάλινη λαβή και τα τρία κλειδιά δεμένα στη μέση τση.

Στον Αη Γιάννη, από τη μερά των αντρώ πρώτο στασίδι δικό της κι ο κάτης στα πόδια τση, όπου πήγαινε κι κάτης μαζί.
Ο επιτάφιος με μαχαιρήδες κι αγιόκλημα ολοστόλιστος, ο Ιερόθεος κι οι ψαλτάδες όλοι στη θέση ντως.
– Ε γιαγιά πάω στο σπίτι να κατουρήσω, προφασίστηκα, και τα τρία κλειδιά με τρόπο από τη ζώνη τση έλυσα.
Κατευθείαν στο πόρτεγο κι από κεί μπαίνω τη κάμερα, αποθήκη ολοσκότεινη, γύρω τα πιθάρια, τα πιθαράκια και τα κουρουπάκια στη σειρά αραδιασμένα.

Αρχίζει η μεγάλη εξερεύνηση.!
Σκαμνί για να φτάνω και στο πιθάρι με το στάρι χώνω τη χέρα μου σκαλίζω πράμα δε βρίσκω.
Στο πιθάρι με το κριθάρι βρήκα τα αυγά, και πιο δίπλα μποτίλιες ρακές και λικέρια.
Στο μπαούλο με τα ρούχα κουραμπιέδες βρήκα, βάνω έναν στο στόμα μου, βάνω και δεύτερο, σκαλίζω πιο κάτω μπιστόλι βρίσκω και σφαίρες, βάνω δυο στη τσέπη μου.

Με κουραμπιέδες μπούκωσα ντουντουρίζω και λικέρ κάτω να πάνε, πάλι δε χόρταινα.
Λουκάνικα για τυρί έψαχνα, σηκώνω ένα σκέπασμα κι ίσαμε τον ώμο μέσα στα τυρόλαδα η χέρα μου χώθηκε.!
– Οφού ο έρμος ηντά παθα.!!!
Πάει τ’ άσπρο ποκάμισο δυο οκάδες τυρόφετσες γέμισε, ήκαμα το σπίτι ολολάδωτο όπου πάταγα λάδια και ζουμιά σύρωνα.!
– Αργεί το κοπέλι να ρθεί, σκέφτηκε και νάτη ναι.
Η πόρτα ανοιχτή και λαδιές παντού στα πατώματα.!!!
– Βοήθεια.!!! Εκλέψανε με χωριανοί.!!!
– Εσπάσανε μου το σπίτι και τα λάδια μου πήρανε.!!! Φώνιαζε.
Μετά άμα κλέφτες δεν είδε με το κάτη τάβαλε.!
– Πιχχχ.!!! Πιχιιιι.! Ε ντό μπαντέρμο κάτη και το πιθάρι μου σπασε.!!!
Είχε πιαστεί ένας κάτης στη μπαγίδα για το μποντικό, μια φορά και το μεγάλο πιθάρι με το λάδι έσπασε κι ήξερε.!
– Εντάξει, τη γλύτωσα, την έλεθρα ο κάτης έκανε.!!! Σκέφτηκα…
Τα υπόλοιπα δε ντα θυμούμαι τα λικέρια καλά με πιάσανε, σα ντο Βάκχο κοιμήθηκα, ο κάτης έφτεγε.!

Στη γιαγιά το Χρυσό ποτέ πιά δε μας αφήσανε.
– Να πηγαίνεις στο σπίτι να το σε μαγερεύεις και να τους πλύνεις τα πιάτα και τα ρούχα.!
Ο πατέρας αυστηρά την υποχρέωσε…





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *