Με δυο ρέγκες πίτα. Αθιβολές με το Χρύσανθο Αγγελάκη

 

– Σύμπαλε λεβέντη μου τη φωθιά κι απόκειας πήγαινε στο ντουκιάνι του Καβέ να πάρεις δυο καπνιστές ρέγκες καλές.
– Ξάνοιξε νάναι παχουλές μη σου δώσει πράμα μπαγκατέλες, γιατί α τσοι του πετάξω στα μούτρα, ετσά μουπε η γιαγιά μου να του πείς.!
Στο μεταξύ έχει βάλει σε μια πήλινη μοσόρα αλεύρι, γάλα και διάφορα, ποτέ δε μου πε τη συνταγή, κι έχει μαλάξει χυλό και την έχει σκεπασμένη μ’ ένα άσπρο πανί.
Τα ποδέλοιπα τα ξέρω.
Βάζει τσοι ρέγκες πάνω στα κάρβουνα, τσοι γυρίζει δυο φορές, ίσα να φουσκώσει η φλούδα ντως, τσοι ξεφλουδίζει και τσοι σκίζει στη μέση.
– Βάλε τσοι δα στο τηγάνι και βγάλε το μεγάλο κόκκαλο και τα μικιά εσύ που θωρείς καλά.!
Στένει το τηγάνι στη παραστιά που ‘χει πυρώσει, ένα προπολεμικό, μαντεμένιο, ασήκωτο και κατάμαυρο μέσα κι όξω, ρίχνει μια σταλιά λάδι και με το που τσιστιρήσει ρίχνει το χυλό, το σταυρώνει τρεις φορές, μουρμουρώντας μερικά ακαταλαβίστικα.
– Εδά παιδί μου α το γυρίσομε αγάλι – αγάλι τρείς φορές, να ροδίσει κι από τσοι δυό μερές η πίτα, ούτε να σπάσει, μα ούτε να μείνει κι άψητη.
ΥΓ. Πενήντα πέντε χρόνια περάσαν, τέτοια νοστιμιά δε ξαναγεύτηκα , τέτοια πίτα όσο και να προσπάθησα δε τη κατάφερα.
Το αλεύρι έφταιγε, το τηγάνι έφταιγε, η παραστιά έφταιγε, η μυστική συνταγή φταιγε, η πείνα φταιγε, ποτέ δε κατάλαβα.





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *