Η Ελισάβετ της Κρήτης-Το φάντασμα της Ιστορίας

«Αθλία γύναι! Ηθελες λατρείαν των ανθρώπων /

και τον αγνόν εξέλεξες της γενετής σου τόπον! /
Αλλ’ εις αυτόν προσφέρουσιν εις τον Θεόν λατρείαν / και την Ελευθερίαν/
αι μόν’ οι Τούρκοι πίπτουσιν, ως εις Ηλίου δύσιν /
εις πόδας φαύλων γυναικών, με προθυμίαν ίσην!»

«Η προδότρια Ελισάβετ Κονταξάκη», εφ. Το Φως, 20/10/1867

Παρουσία δυναμική και ενθουσιώδης, ικανή συζητήτρια με διανοούμενους Ελληνες, Ευρωπαίους και Αμερικανούς, η Ελισάβετ Β. Κονταξάκη εντυπωσίαζε με την ευφυΐα, την οξυδέρκεια, την ευρυμάθεια, την ισχυρή μνήμη, τη γλωσσομάθειά της (μιλούσε και έγραφε άπταιστα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά), τη βαθιά γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και γραμματείας και της λατινικής και της αγγλικής λογοτεχνίας.

Θα προκαλούσε την προσοχή οπουδήποτε στην Ευρώπη, παρ’ όλο που δεν είχε τίποτε φανταχτερό στην εμφάνισή της.

Μέτριου αναστήματος, λεπτοκαμωμένη, με κατάμαυρα μαλλιά, με χλομό πρόσωπο και πλατύ μέτωπο, τη φώτιζαν ολόκληρη τα μεγάλα, διαπεραστικά, λαμπερά και φλογερά μαύρα μάτια της.

Ασκητικά εγκρατής και σιδερένιας αντοχής, ταξίδευε και κυκλοφορούσε άφοβα μόνη της ντυμένη ευρωπαϊκά, με μοναδική προστασία τον σεβασμό που απέπνεε.

Κάποιοι την αποκάλεσαν «θαύμα και έκπληξη», άλλοι «κόσμημα του έθνους της».

Η αθηναϊκή περίοδος (1831-1855)
Γεννήθηκε στον Αλικιανό Κυδωνίας Χανίων γύρω στα 1819 και ορφάνεψε από πατέρα πριν σαραντίσει.

Κατά την Επανάσταση η μητέρα της κατέφυγε με τα δύο παιδιά της στα σφακιανά βουνά.

Το 1824 μαζί με άλλους Κρητικούς επιβιβάστηκαν σε κάποιο ελληνικό πλοίο και κατέληξαν πρόσφυγες στη Σύρο, όπου η Ελισάβετ αργότερα θα φοιτήσει στο νεοϊδρυθέν ιεραποστολικό αγγλικανικό σχολείο.

Τον Σεπτέμβριο του 1831 κι ενώ δεν είχε ολοκληρώσει τις βασικές σπουδές της ούτε ήξερε λέξη αγγλικά, της ζητήθηκε και πήγε στην κατερειπωμένη μετεπαναστατική Αθήνα, για να εργαστεί ως βοηθός δασκάλα στο σχολείο που θα άνοιγε το ζεύγος των Αμερικανών ιεραποστόλων Τζον και Φράνσις Χιλλ, με δαπάνες της Ιεραποστολικής Εταιρείας της Επισκοπικής Εκκλησίας της Αμερικής.

Σαν ξωτικό είδαν οι Χιλλ τη δωδεκάχρονη «δασκάλα» που τους έστελνε ο διευθυντής του σχολείου της Σύρου.

Εκείνο το μικροκαμωμένο, ατημέλητο, άσχημο κοριτσάκι δεν τους φαινόταν καθόλου χρήσιμο, όμως, με τη σκέψη πως η απόφασή της να εργαστεί σ’ ένα προτεσταντικό σχολείο ήταν απόδειξη πνευματικού σθένους, την κράτησαν. Πρώτος ετήσιος μισθός της, 50 δολάρια.

Η μικρή Ελισάβετ έδειξε γρήγορα πόσο φιλομαθής και επιμελής ήταν και οι Χιλλ εκτιμώντας τις ικανότητές της την πήραν στο σπίτι τους κι άρχισαν να την προετοιμάζουν εντατικά για το διδασκαλικό επάγγελμα.

Δύο χρόνια μετά την όρισαν διευθύντρια του πολυπληθούς νηπιαγωγείου τους και τον επόμενο χρόνο του «Ανωτέρου Σχολείου των Κορασίων».

Εν τω μεταξύ, τον Δεκέμβριο του 1834 η πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα και όλοι οι πολιτικοί (Κουντουριώτης, Καλλέργης, Μαυρομιχάλης, Κριεζής κ.ά.) αναζητούσαν στο Σχολείο των Κορασίων των Χιλλ μια θέση για τις θυγατέρες τους.

Η Ελισάβετ, η πρώτη δασκάλα των Χιλλ, αποδείχτηκε το σημαντικότερο στήριγμα και η αίγλη της σχολής τους.

Στους γονείς και στους μεγαλόσχημους επισκέπτες, Ελληνες και ξένους, κόμητες και κοντέσες, λόρδους και πρεσβευτές, Αγγλους και Ρώσους αξιωματούχους, πολιτικούς και εκκλησιαστικούς άνδρες, προκαλούσε εντύπωση, γοητεία και θαυμασμό η ταλαντούχα νεαρή από την Κρήτη.

Πολλοί στις επιστολές και στα περιηγητικά κείμενά τους έγραφαν επαινετικά για την Ελισάβετ της Κρήτης.

Ταχύτατα η φήμη της ξεπέρασε τα όρια του σχολείου και της Αθήνας κι έφτασε ώς την Αμερική.

Ετσι, όταν οι Χιλλ πρότειναν στην Ιεραποστολική Εταιρεία τους την ίδρυση σχολής και στην Κρήτη, η συγκινητική επιστολή της δεκαεφτάχρονης Κονταξάκη, γραμμένη στα νεοελληνικά με λογοτεχνικό ύφος και υπογραφή «το ταπεινό κορίτσι της Κρήτης», ίσως βάρυνε περισσότερο από τις επίσημες επιστολές-αιτήσεις (ανάμεσά τους και του Οθωνα) που μετέφερε στην Αμερική η ίδια η Φράνσις το καλοκαίρι του 1836.

Η Ελισάβετ της Κρήτης

Οι Αμερικανοί αποδέχτηκαν την πρόταση και η σχολή, ύστερα από πολλές δυσκολίες, άνοιξε στα Χανιά τον Σεπτέμβριο του 1837, χωρίς την Ελισάβετ, που οι Χιλλ την κράτησαν στην Αθήνα.

Δεν ήθελαν να απογυμνώσουν τη σχολή τους από μια ικανότατη και αφοσιωμένη στην ιεραποστολή δασκάλα.

Τα αμερικανικά ιεραποστολικά περιοδικά και οι αθηναϊκές εφημερίδες, μετά τις ετήσιες δημόσιες εξετάσεις της σχολής, δημοσίευαν πάντα επαίνους για τις διδακτικές ικανότητες και επιτυχίες της νεαρής Κρητικιάς, που οφείλονταν και στα σχολικά χειρόγραφα βιβλία της που χρησιμοποιούσαν παιδιά και δάσκαλοι.

«Η Ελληνίδα Σκλάβα»

Η Ελισάβετ της Κρήτης

Το καλοκαίρι του 1842, μετά τα πολύμηνα δυσάρεστα γεγονότα εναντίον τους, τα γνωστά ως «Χίλλεια» (κατηγορίες για προτεσταντικό προσηλυτισμό), οδηγήθηκαν οι Χιλλ στην απόφαση να παραδώσουν τη σχολή τους στη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία και να φύγουν για τετράμηνο ταξίδι αναψυχής στην Ιταλία. Μαζί τους πήραν την Ελισάβετ και την Αμερικανίδα δασκάλα τους, Mary.

Επισκέφθηκαν πολλές ιταλικές πόλεις, μουσεία, πρεσβευτές και προξένους της Βρετανίας και των ΗΠΑ, πολιτικούς, διανοούμενους και καλλιτέχνες.

Στη Φλωρεντία συνάντησαν τον διάσημο Αμερικανό γλύπτη Hiram Powers. Στο στούντιό του είδαν το μισοτελειωμένο πρόπλασμα του αγάλματος «The Greek Slave» («Η Ελληνίδα Σκλάβα»).

Ο Χιλλ νομίζοντας ότι η κόμμωση της «Ελληνίδας» δεν ήταν ελληνική, πρότεινε στον γλύπτη να του δείξει η Ελισάβετ τον ελληνικό τρόπο χτενίσματος.

Την επομένη το πρωί, μετά το «μάθημα» κομμωτικής, πήγαν μαζί του στο τουρκικό κατάστημα της πόλης, από όπου εκείνος αγόρασε το ανατολίτικο ύφασμα που διάλεξε η Ελισάβετ για να «ντύσει» τη γυμνή Ελληνίδα.

«Νομίζω ότι θα το σμίλευα ωραία σε μάρμαρο», είπε ο γλύπτης. Η Mary έγραψε μετά στην αδελφή της: «Αν ποτέ δείτε στην Αμερική το άγαλμα της “Ελληνίδας Σκλάβας”, θα ξέρετε ότι κάποια από μας είχε την τιμή να διαλέξει την εσθήτα του».

Το πρόπλασμα της «Ελληνίδας Σκλάβας» ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 1843, αλλά ο γλύπτης την άφησε γυμνή, αποδίδοντας συμβολισμό στη γυμνότητά της.

Τυλιγμένο στο δεξί χέρι της κρατάει κροσσωτό ύφασμα που φτάνει ώς κάτω από τα πόδια της· ίσως απεικονίζει εκείνο που είχε διαλέξει η Ελισάβετ.

«Η καλύτερη απάντηση»
Μετά τον γυρισμό της από την Ιταλία η Κονταξάκη κατέβηκε στα Χανιά, για να διευθετήσει τα περιουσιακά θέματά της στον Αλικιανό.

Η χριστιανική κοινότητα των Χανίων την προσέλαβε αμέσως ως δασκάλα στο νεοϊδρυθέν σχολείο της για κορίτσια. Εκείνη, εθελοντικά, βοηθούσε και την Αμερικανική Σχολή Κρήτης μέχρι που την έκλεισε τον Ιούλιο του 1843 η εταιρεία που την ίδρυσε.

Παρέμεινε διδάσκοντας στην ιδιαίτερη πατρίδα της για μια πενταετία. Μακριά από την Αθήνα και τους Χιλλ ένιωθε την παραμονή της εκεί σαν δυσάρεστη και αναγκαστική ξενιτιά.

Εχοντας διαφορετικές εμπειρίες από τη σχεδόν κοσμοπολίτικη ζωή της Αθήνας, αισθανόταν να πνίγει την ανθηρή νιότη της ο σφιχτός κλοιός των ποικίλων δεσμεύσεων, η απουσία ανοιχτών οριζόντων.

Επέστρεψε μετά το καλοκαίρι του 1847. Οι Χιλλ την προσέλαβαν αμέσως ως διευθύντρια στο νέο ιεραποστολικό σχολείο που μετά την επιστροφή τους από την Ιταλία είχαν ιδρύσει.

Οι συνεχιζόμενες επιτυχίες της στη σχολή εξακτίνωσαν τη φήμη της περισσότερο και οι γνωριμίες και οι φιλίες της πολλαπλασιάστηκαν.

Το 1849 βρισκόμενος στην Αθήνα ο Ιταλός ποιητής και φίλος του Διονυσίου Σολωμού Giuseppe Regaldi την ερωτεύτηκε και της έκανε πρόταση γάμου, που απέρριψε ασυζητητί. Εκείνος, απογοητευμένος και προσβεβλημένος, εγκατέλειψε για πάντα την Ελλάδα.

Τον Απρίλιο του 1850 γνωρίστηκε με τη συνομήλική της Φλωρεντία Ναϊτινγκέιλ, που θαύμασε το γνήσιο ιεραποστολικό πνεύμα της που το διέκρινε στις συζητήσεις, στους περιπάτους, στις εκδρομές, στις κοινωνικές εκδηλώσεις.

Στενή φιλία τις συνέδεσε, που διατηρήθηκε με αλληλογραφία για χρόνια.

Το 1853 οι Χιλλ, έχοντας διακόψει την οικονομική εξάρτησή τους από την Αμερικανική Ιεραποστολική Εταιρεία, ίδρυσαν ιδιωτικό διδασκαλείο-παρθεναγωγείο, όπου η Ελισάβετ εξακολούθησε να εργάζεται, μένοντας πάντα κοντά τους ως αγαπημένη θυγατέρα τους.

Δεν είχαν παιδιά, την έπαιρναν πάντα και παντού μαζί τους στις ποικίλες υψηλές συναντήσεις τους: με τον πρεσβευτή της Βρετανίας στην Αθήνα sir Thomas Wyse, με τον Αμερικανό πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Carroll Spence, με τον ελληνιστή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ Cornelius Conway Felton, μέλος του Ιδρύματος Smithsonian, με τον Αγγλο γιατρό, πολέμιο της δουλείας, Thomas Winterbottom, με τον Βρετανό πολιτικό κόμη George W.F. Howard και πολλούς άλλους.

Ο τελευταίος, έπειτα από κάποια συνάντησή τους, σχολίασε στο βιβλίο του (29/4/1854): «Η νεαρή Κρητικιά, επί μακρόν μαθήτρια και φίλη των Χιλλ, θα μπορούσε και στην προδιάθεση και στα επιτεύγματα να δώσει την καλύτερη απάντηση σε μια θεωρία που άκουσα να υποστηρίζεται αλλού, ότι οι Ελληνες με την ευφυΐα τους και με το εμπορικό πνεύμα τους μπορούν να δημιουργήσουν μια ευδοκιμούσα κοινότητα, όπως οι Εβραίοι και οι Πάρσοι· αλλά ότι, εξαιτίας της μεγάλης ματαιοδοξίας τους, της έλλειψης συνοχής, της στέρησης εφευρετικών και καλλιτεχνικών ικανοτήτων, είναι ακατάλληλοι να δημιουργήσουν έθνος».

Ηταν η εποχή του Κριμαϊκού Πολέμου και των συνακόλουθων επαναστατικών κινημάτων στις τουρκοκρατούμενες περιοχές της Ελλάδας (Ηπειρο, Θεσσαλία, Μακεδονία).

Η Κονταξάκη, ελπίζοντας ίσως πως σύντομα θα ερχόταν και η σειρά της Κρήτης, είχε αποδεχτεί με ενθουσιασμό την προ δεκαετίας γεννημένη Μεγάλη Ιδέα.

Ενστερνιζόταν τις θέσεις που κυκλοφορούσαν τότε ακόμη και για την αναγέννηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Πίστευε κι εκείνη ότι είναι «ματαία και ανωφελής η προσπάθεια» των ευρωπαϊκών δυνάμεων να καταδικάζουν από συμφέρον τους χριστιανούς της Ανατολής να είναι αλυσοδεμένοι «εις την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» και ότι «η εκδίωξις των Τούρκων θέλει πάντοτε είσθαι απόκτημα του γενικού πολιτισμού».

«Ουράνιον μάννα» και «Κλασική Ανθοδέσμη»

Η Ελισάβετ της Κρήτης

Οι Χιλλ ανέθεταν στην Ελισάβετ ακόμη και την τυπογραφική επιμέλεια μικρών βιβλίων, όπως του ημερολογίου-βιβλίου του 1854 «Ουράνιον μάννα», που το έδιναν ως πρωτοχρονιάτικο δώρο σε επισήμους.

Είχε επιλέξει η ίδια για την κάθε μέρα στίχους από την Καινή και την Παλαιά Διαθήκη, ποιήματα και προσευχές.

Ο αρχιεπίσκοπος Αχαΐας και Ηλιδας Μισαήλ Αποστολίδης σχολίαζε: «Ούτε εγώ ούτε κανείς θεολόγος από όσους γνωρίζω μπορούσε να συντάξει ένα τέτοιο έργο» (περ. «The Spirit of Missions», τ.XIX, Απρ. 1854, σελ. 141).

Εκείνο όμως το έργο της που προκάλεσε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το λεύκωμα που εμπνεύστηκε με τίτλο «Κλασική Ανθοδέσμη» με το οποίο συμμετείχε στην 1η Παγκόσμια Εκθεση των Παρισίων το 1855.

Για την υλοποίησή του συνεργάστηκε με έξι νέους καλλιτέχνες του «Σχολείου των Τεχνών» της Αθήνας.

Το λεύκωμα, τοποθετημένο σε σκαλιστό κουτί από ξύλο αθηναϊκής ελιάς, πουλιόταν 2.500 φράγκα.

Ηταν το μοναδικό ελληνικό έργο, στον τομέα των Καλών Τεχνών, που έλαβε εύφημη μνεία για την «καλλιγραφία του και τη συλλογή ανθέων».

Η κρητική περίοδος (1855-1879)
Η Ελισάβετ έμεινε στους Χιλλ μέχρι τις 7 Ιουνίου του 1855 που κατέβηκε στην Κρήτη για να διευθετήσει δικαστικά τα θέματα της πατρικής αγροτικής περιουσίας.

«Μου έλαχε να αποχωριστώ ξανά το αγαπημένο μου παιδί», που «από κάθε άποψη έχει εκπληρώσει προς εμένα καθήκοντα τέκνου», έγραψε η Φράνσις Χιλλ στο ημερολόγιό της.

Και σαν να διαισθανόταν ότι δεν θα την ξανάβλεπε, συμπλήρωνε: «Είναι πολύ αμφίβολο αν ξανάχουμε ποτέ τόσο κοντινές και στενές σχέσεις όπως τα προηγούμενα χρόνια».

Ικανοποιημένη όμως για τη συμβολή της στη δημιουργία της σπουδαίας προσωπικότητάς της ευχόταν να την ευλογεί ο Θεός και να την κάνει όργανο του καλού όπου κι αν βρεθεί.

Οταν η Κονταξάκη έφτασε στα Χανιά, πρωτεύουσα τότε της Κρήτης, αντιλήφθηκε ότι αποτελούσε την απόλυτη εξαίρεση ανάμεσα στις γυναίκες και ότι ξεπερνούσε πολλούς άνδρες του νησιού.

Σχετικά εύκολα δημιούργησε τον κοινωνικό κύκλο της με την ελίτ της πόλης και έξω από αυτήν.

Είναι «από τις πιο αξιόλογες και πιο ενημερωμένες γυναίκες που γνώρισα ποτέ», θα γράψει ο Carroll Spence, πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Κωνσταντινούπολη.

Δύο νέοι μορφωμένοι Ηρακλειώτες, οι Σταύρος Μαρκόπουλος και Χριστόφορος Αργυράκης, γραμματείς της Αρχιεπισκοπής, τη θαύμασαν πολύ και συνεργάστηκαν μαζί της· με τον δεύτερο μάλιστα αρραβωνιάστηκε, αλλά δεν προχώρησε σε γάμο.

Το σπουδαιότερο, η Κονταξάκη δημιούργησε στενές επαφές με την τουρκική αυλή και συνδέθηκε φιλικά με τον σχεδόν συνομήλικό της, ωραίο, λυγερόκορμο και ελκυστικό νέο γενικό διοικητή Βελή Πασά.

Γοητευμένη κυρίως από την ευρωπαϊκή εμπειρία του, τη γαλλική παιδεία του και την παρασημοφόρησή του από τον αυτοκράτορα της Γαλλίας Λουδοβίκο Ναπολέοντα Γ’, δεν δίστασε να σταθεί αμέσως δίπλα του θερμή συμπαραστάτρια και σύμβουλος.

Είχε ίσως εκτιμήσει ότι ήλθε στη φτωχή γενέτειρά του Κρήτη, αφήνοντας τη θέση του πρεσβευτή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Παρίσι, όπου το 1854 είχε υπογράψει τη συμμαχία των Τούρκων με την Αγγλία κατά των Ρώσων στον Κριμαϊκό Πόλεμο.

Μετά την υπογραφή του Χάτι Χουμαγιούν (Φεβρ. 1856) που έδινε θρησκευτικές ελευθερίες σε χριστιανούς, κάποιοι μουσουλμάνοι βαφτίστηκαν και οι κρυπτοχριστιανοί φανερώθηκαν.

Ομως οι οθωμανικοί συντηρητικοί κύκλοι της Κρήτης αντέδρασαν έντονα. Δημιούργησαν ακόμη και «εταιρεία» συνωμοσίας κατά του Βελή και έγραψαν επιστολή προς τον σουλτάνο με καταγγελίες εναντίον του.

Η Κονταξάκη, θεωρώντας τις αντιδράσεις αυτές επικίνδυνες για τη διατήρηση της εξουσίας του Βελή, ανέλαβε πρωτοβουλίες στήριξής του.

Δημιούργησε μια ολιγοπρόσωπη υποστηρικτική ομάδα, την «υπέρ προόδου εταιρεία», κι έκανε το σπίτι της κέντρο πολιτικών συναντήσεων, όπου λαμβάνονταν κατευθυνόμενες από εκείνη αποφάσεις, συχνά, όπως την κατηγορούσαν, προς όφελος του Βελή Πασά.

Εκεί γράφτηκε ευχαριστήρια αναφορά για το Χάτι Χουμαγιούν και για τον τρόπο με τον οποίο το εφάρμοζε ο Βελή Πασάς. Την υπέγραψαν 2.500 άτομα.

Επαφές στη Βασιλεύουσα

Η Ελισάβετ της Κρήτης

Αρχές του 1857 η Ελισάβετ συνοδευόμενη από αντιπροσώπους του Ηρακλείου και των Χανίων ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη για να παραδώσει την αναφορά στον σουλτάνο.

Αποσκοπώντας δε να επηρεάσει τις εκεί ξένες πρεσβείες υπέρ του Βελή επιδίωξε συναντήσεις με τους πρεσβευτές της Βρετανίας, Stratford Canning, των ΗΠΑ, Carroll Spence, φίλο των Χιλλ, της Γαλλίας Edward Thouvenel, με ανώτερους αξιωματούχους της κρατικής μηχανής, με τον Ελληνα Οικουμενικό Πατριάρχη και με τον νέο αρχιεπίσκοπο Κρήτης Ιωαννίκιο, του οποίου κέρδισε την απόλυτη εμπιστοσύνη, αν και δεν είχε ακόμη αναλάβει τα καθήκοντά του.

Η Κονταξάκη επέστρεψε στα Χανιά με επιτυχίες. Ο Βελής έλαβε αυτοκρατορικό φιρμάνι που του αναγνώριζε τις υπηρεσίες και η ίδια συστατικές επιστολές προς τον Βελή και προς το αγγλικό προξενείο για ευνοϊκή εκδίκαση της υπόθεσης για τα κτήματά της, που εκκρεμούσε στα δικαστήρια.

Επειτα από αυτή την εξέλιξη ο θαυμασμός του Βελή και η εμπιστοσύνη του στη δυναμική προσωπικότητά της αυξήθηκαν, όπως έγραφε η ίδια από τα Χανιά στον Spence (28/7/1857): «Ζητάει τη γνώμη μου σχεδόν για καθετί! Και επιθυμεί να τον συμβουλεύω σαν αδελφό και να μοιράζομαι μαζί του όλα που θεωρώ αναγκαία για τη βελτίωση της κατάστασης των υπηκόων του».

Και σε επόμενη επιστολή της στον Spence (2.10.1857) σχολίαζε: «Η εμπιστοσύνη που έχει εναποθέσει πάνω μου αυτός ο διακεκριμένος άνθρωπος σε θέματα υψηλής σπουδαιότητας είναι πράγματι αξιοσημείωτη» και μετέφερε ακριβώς την ικεσία του: «Δεσποινίς, σας παρακαλώ, μη μου στερήσετε ποτέ τη φιλική υποστήριξή σας! Η συνηγορία σας και η συμβουλή σας πάνω σε θέματα που αφορούν τη βελτίωση αυτής της χώρας είναι πολύ αναγκαία σε κάθε περίπτωση!».

Η Ελισάβετ της Κρήτης

Η Κονταξάκη απέδιδε την εύνοιά του στο σχέδιο του Θεού να προσηλυτίσει εκείνη στον προτεσταντισμό τον Βελή.

Κι άρχισε πιο ενεργά και με εξαιρετικά μεγάλη άνεση να ανακατεύεται στα πολιτικά πράγματα της νήσου και να τον επηρεάζει.

Ο Carroll Spence σε αυτόγραφο σημείωμά του στις επιστολές της Κονταξάκη υποστήριζε ότι εξαιτίας της έγινε ο Βελής «μεταρρυθμιστής».

Η πρόκληση
Ομως οι συμπατριώτες της, βλέποντας τις διασυνδέσεις της με τους Οθωμανούς αξιωματούχους και με τον Αγγλο πρόξενο στα Χανιά και κυρίως τη μεγάλη εξάρτηση του Βελή από εκείνη, είχαν την απόλυτη βεβαιότητα ότι εργαζόταν προς όφελος Τούρκων και Αγγλων.

Την οργή τους πυροδότησε τον Ιούνιο του 1857 η ανάμιξή της στα επεισόδια που δημιουργήθηκαν εναντίον δύο νεαρών Οθωμανίδων που βαφτίστηκαν χριστιανές.

Αθηναϊκές και συριανές εφημερίδες διαπίστωναν αλλαγή στη στάση του Βελή απέναντι στους χριστιανούς και την απέδιδαν σε εκείνη και στην εταιρεία της.

Και στα πύρινα άρθρα τους γραφόταν ότι «έσυρεν από την μύτην» τον Βελή Πασά, ότι έγινε «απόλυτος τύραννος του πνεύματος του πρώην αγαθού και έμφρονος Διοικητού», ότι εκείνη είναι «ο μοχλός της διευθύνσεως των πολιτικών και άλλων υποθέσεων της νήσου».

Καταγγελλόταν μάλιστα ότι η «σεμνόβιος κυρία» Κονταξάκη, αν και γνώριζε πολύ καλά τις προηγηθείσες βιαιότητες εναντίον των νεοφώτιστων κοριτσιών, τις συνόδευσε στο όχημα που τις μετέφερε στον τόπο των ανακρίσεων και τις υπέβαλε σε εξετάσεις θρησκευτικών γνώσεων.

Επιπλέον τη φιλοδωρούσαν με βαρείς χαρακτηρισμούς: «εξωμότις», «σκανδαλοποιός», «όργανον ξένης επιβουλής», «σατανική γυναίκα», «κακογύναιον» κ.ά.

Τότε ο μητροπολίτης Κρήτης Ιωαννίκιος, με τον οποίο είχε αναπτύξει πατρική σχέση (την αποκαλούσε «κόρη» του κι εκείνη «μπαμπά» της), ενταγμένος στην εταιρεία της και όντας υπό «τον απόλυτο έλεγχό της», διέταξε τους γραμματείς της μητρόπολής του κι έγραψαν εκτενή «διατριβή» αναιρώντας τις κατηγορίες εναντίον του, εναντίον του Βελή και της Ελισάβετ· δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τηλέγραφος του Βοσπόρου και Βυζαντίς» της Κωνσταντινούπολης (11/1/1858).

Ομως η κατακραυγή και οι διαμαρτυρίες εναντίον του γενικού διοικητή που συνεχώς δημοσιεύονταν σε ελληνικές και ευρωπαϊκές εφημερίδες και κυρίως η αποτυχία του να αντιμετωπίσει το επαναστατικό κίνημα του 1858, ανάγκασαν την Πύλη να τον ανακαλέσει.

Αναχωρώντας τον Ιούλιο, παρά τη θέλησή του και με εξευτελιστικό τρόπο, έλεγε με βεβαιότητα πως δεν θα αργούσε να ξεσπάσει νέα επανάσταση στην Κρήτη.

Υπήρχε φήμη ότι ήταν πρόβλεψη (ή κατ’ άλλους υπόσχεση) της Κονταξάκη, ώστε να χτυπήσουν οι Τούρκοι τους Κρητικούς και να πάρει εκδίκηση ο Βελής ή, στην ανάγκη, να ζητήσουν την προστασία της Αγγλίας και να γίνει η Κρήτη το κέντρο των νήσων του ανατολικού Αιγαίου και της Κύπρου υπό αγγλική αρμοστεία, όπως η Κέρκυρα ήταν το κέντρο των Επτανήσων (Στυλιανός Παπαδάκης, «Κρητικαί σελίδες ή Κρητικά απομνημονεύματα», Αθήνησι 1911).

Τον Ιούλιο επίσης συνέβη και ο «άδικος», κατά την Ελισάβετ, θάνατος του Ιωαννίκιου, του «πιστού και αγαθού της Πύλης υπαλλήλου», όπως τον χαρακτήριζε και κατηγορούσε τον «Αγιο Μέγα Πατριαρχικό Εξαρχο», που «ως επιδέξιος δήμιος εξεπλήρωσε την επιθυμίαν» των ισχυρών του νησιού να βγάλουν από τη μέση τον μητροπολίτη τους, «τουρκοπολίτη» επονομαζόμενο από τους ντόπιους, λόγω της φιλοτουρκικής στάσης του.

Η Ελισάβετ της Κρήτης

Η Κονταξάκη, παρ’ όλο που τον Ιούλιο του 1858 έχασε όλα τα στηρίγματά της (είχε ανακληθεί και ο Αγγλος πρόξενος Ongley), παρέμεινε στα Χανιά.

Κάνοντας νέες συμμαχίες με τον προσωρινό αναπληρωτή του Ongley, διπλωμάτη Longworth, και με τον Αγγλο πολεοδόμο Woodward («Ιγγλέζου κόμμα» αποκαλούσαν την τριάδα) συνέχισε να συνεργάζεται στενά με όλους τους επόμενους γενικούς διοικητές.

Ακόμη κι όταν ο γενικός διοικητής Σαμή Πασά ανακλήθηκε στην πρωτεύουσα, εκείνη τον ενημέρωνε με επιστολές για τα τεκταινόμενα στο νησί και έκανε υποδείξεις δράσης.

Τον Ιούνιο του 1859 του έγραψε: «Σας πληροφορώ ότι η πολιτική μηχανή μας εχάλασεν ολοτελώς!!! […] Πιστεύσατε λοιπόν αυθέντα μου ότι ο τόπος καθώς κατήντησε ευρίσκεται εις παραμονάς σοβαράς επαναστάσεως και ότι εάν η Σ.[εβαστή] Κ.[υβέρνηση] δεν στείλει άνθρωπον γνωστικόν με χρήματα και στρατιωτικάς δυνάμεις, η Κρήτη θα γλυστρήσει από τας χείρας της Κυβερνήσεως του Σουλτάνου και δεν θα περάσει καιρός!!».

Η συγγραφέας Anna (Lindau) Vivanti γράφει το 1865 στο βιβλίο της ότι ο γενικός διοικητής Ισμαήλ Χεκίμ Πασάς «σπάνια παραλείπει να τη ρωτήσει τη γνώμη της για τα μεταρρυθμιστικά μέτρα που θέλει να εισαγάγει, καθώς γνωρίζει πόσο καλά εκείνη μπορεί να κρίνει τη σπουδαιότητα και τη χρησιμότητά τους και ότι δεν είναι εχθρική προς την Κυβέρνηση του Σουλτάνου».

Η Ελπίς Μέλαινα σε ερώτησή της «να εξηγήσει τη στάση της που ήταν ίδια κι απαράλλαχτη απέναντι σε όλους τους γενικούς διοικητές, ομολόγησε ανοιχτά ότι είναι αρχή της να προσκυνά κάθε νέο ανατέλλον άστρο της πολιτικής. Τότε άρχισα να κατανοώ ότι ο διαμεσολαβητικός ρόλος που διαδραμάτιζε ανάμεσα στους Κρητικούς και στην τουρκική διοίκηση αποσκοπούσε τελικά στην απόκτηση οικονομικών προνομίων και αξιωμάτων!».

Αλλά το μόνο που τελικά πέτυχε η «τουρκόφιλη Ελισάβετ» ήταν «η ανάδειξη του αδελφού της σε υποδιοικητή του Αλικιανού» και η εξασφάλιση «σε εκείνον και στον εαυτό της μιας καλής ισόβιας σύνταξης».

Στις αρχές του 1860 μετοίκησε στην Κωνσταντινούπολη και προσελήφθη ως δασκάλα των τέκνων του γιατρού Ισμαήλ Χεκήμ Πασά.

Μετά τον διορισμό του ως γενικού διοικητή Κρήτης τον Ιούλιο του 1861, η Ελισάβετ επέστρεψε στα Χανιά ως δασκάλα της ενδεκάχρονης θυγατέρας του, Λεϊλά Χανούμ.

Κατοίκησε ξανά στο μικρό πατρικό σπίτι της απέναντι από την επισκοπή και τον ναό των Αγίων Αναργύρων.

Στο δωμάτιό της, γράφει η Vivanti, δέσποζε η μεγάλη βιβλιοθήκη της με βιβλία κλασικών Ελλήνων και Λατίνων αλλά και νεότερων ξένων συγγραφέων· πάνω από το γραφείο της κρεμόταν το πορτρέτο της βασίλισσας της Αγγλίας και ως μοναδικά στολίδια στον χώρο υπήρχαν κάποια κρητικά αρχαία αντικείμενα από μάρμαρο και τερακότα.

Η πτώση
Η αθηναϊκή εφημερίδα «Το Φως» (20/10/1867) με το πρωτοσέλιδο ποίημα «Η προδότρια Ελισάβετ Κονταξάκη»

Η Ελισάβετ της Κρήτης

Η μεγάλη επανάσταση του 1866 τη βρήκε στο νησί. Δεμένη με το τουρκικό σεράι και με τους αγγλικούς κύκλους αποδείχτηκε το σπουδαιότερο και πιο προβεβλημένο μέλος του μικρού κύκλου των αντεπαναστατών στα Χανιά.

Μετά το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου (8/11/1866), ο Ομέρ Πασάς, σταλμένος από την Υψηλή Πύλη στα Χανιά για να καταστείλει την επανάσταση, της ζήτησε να συμπαρασταθεί στην τουρκική κυβέρνηση με όλες της τις δυνάμεις και της έδωσε εντολή να πείσει με κάθε τρόπο τους καπετάνιους να σταματήσουν την επανάσταση.

Τον Σεπτέμβριο του 1867, σε διάστημα οκτώ ημερών, η Κονταξάκη έστειλε αυστηρές επιστολές σε καπετάνιους της επανάστασης, με ποικίλες υποσχέσεις και προτροπές να παύσουν «να ενεργούν τα άνομα».

Η Ελισάβετ της Κρήτης

Εκείνοι μαζί με τις απαντήσεις τους τις δημοσιοποίησαν σε εφημερίδες της Αθήνας και της Σύρου.

Το περιεχόμενό τους προκάλεσε εναντίον της την οργή Κρητικών και μη. Η Φράνσις Χιλλ απογοητεύτηκε τόσο από την αγαπημένη «θυγατέρα» της, που της απηύθυνε ανοιχτή επιστολή αποδοκιμασίας (δημοσιεύτηκε σε αθηναϊκές εφημερίδες: «Αιών» 5/10/1867, «Εφημερίς των Φιλομαθών» 20/10/1867 και, στα γαλλικά, στη «L’Indépendance Hellénique» 24/10/1867), με την οποία προσπαθούσε να τη συνετίσει.

Είναι χαρακτηριστικές δύο ρητορικές ερωτήσεις της: «Διά υλικόν άραγε συμφέρον εθυσιάσατε τα εκ της ευφυΐας και της εκπαιδεύσεώς σας πλεονεκτήματα, τα υπό του Θεού δοθέντα επ’ αγαθώ, ουχί δε προς βλάβην της ανθρωπότητος; Σας απεπλάνησε τάχα η κενοδοξία και το φιλόπρωτον;».

Η Κονταξάκη όμως δεν άλλαξε στάση. Εζησε στα Χανιά για περίπου μια δεκαετία ακόμη (πολιτικά σιωπηρή;) και μαζί με τον αδελφό της συμμετείχαν στην επιχειρηματική δραστηριότητα κάποιου σφουγγαρά απατεώνα.

Τον εμπιστεύτηκαν, εγγυήθηκαν για χάρη του και έχασαν όλη την περιουσία τους. Για την άρση της κατάσχεσης των κτημάτων τους στον Αλικιανό πήγε η ίδια στην Κωνσταντινούπολη· «πλην εις μάτην πάντα και δη μεθ’ όλας τας υπέρ του τουρκικού έως τότε καθεστώτος εκδουλεύσεις αυτής» (Ψιλάκης, «Ιστορία της Κρήτης», τ. Δ’, σ. 2107).

Τελικά, πάμπτωχη, μόνη, καταφρονεμένη και απελπισμένη πέθανε «φυματική» εκεί, «εν μαγειρείω τινί» και «κηδεύτηκε σαν την τελευταία ζητιάνα με δαπάνη του φιλόπτωχου ταμείου της αγγλικής πρεσβείας» (Ελπίς Μέλαινα, σ. 118).

Στις 3 Αυγούστου του 1879, έξι η ώρα το πρωί, το εφιαλτικό όνειρο του θανάτου της είχε ξυπνήσει τη Φράνσις Χιλλ.

Συμπερασματικά
Η Ελισάβετ της Κρήτης από τα 12 ώς τα 23 της διαμόρφωσε τον χαρακτήρα της, καλλιέργησε το πνεύμα της, απέκτησε γνώσεις, έμαθε άπταιστα ξένες γλώσσες, ανέδειξε ικανότητες που ποτέ δεν αμφισβητήθηκαν και εξελίχθηκε σε αφοσιωμένη ιεραπόστολο και ικανή διδασκάλισσα των Χιλλ.

Η αξιοθαύμαστη και ελκυστική προσωπικότητά της κέρδιζε την εκτίμηση και την αγάπη των Χιλλ και του κύκλου τους· δημοσιογράφοι και συγγραφείς την ανέφεραν με θαυμασμό στα κείμενά τους.

Από τα 23 ώς τα 36 της απέκτησε υπερβολική αυτοπεποίθηση, την οποία δεν κατάφερε να δαμάσει.

Σταδιακά κι «ανεπαισθήτως» φαίνεται πως άρχισε να αποδομείται ό,τι είχε με κόπο χτίσει στον χαρακτήρα της κατά την πρώτη νιότη της στην Αθήνα.

Μετά τα 36 της, κατά την ηλικιακή ακμή της, οι νεανικοί στόχοι και τα ιδανικά «του ταπεινού κοριτσιού της Κρήτης» διολίσθησαν προς τη φιλοχρηματία και τη φιλοδοξία.

Το 1857 θα χαρακτηριστεί ειρωνικά «η νέα ηγεμονίς» της Κρήτης και «η κυρία του κυρίου», η μόνη που επηρέαζε τον γενικό διοικητή Βελή Πασά.

Κατά τη μεγάλη επανάσταση του 1866, άτεγκτη και μαχητική αντεπαναστάτρια, οπαδός μιας υποταγμένης και αδιέξοδης ειρήνης, θα διατηρήσει αμετάβλητες τις πολιτικές ιδέες του 1858.

Νέα κείμενα στις εφημερίδες με νέους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς τη στιγμάτισαν: «αθλιεστάτη γυναίκα», «κακάσχημον, κακόβουλον και αποτρόπαιον γραΐδιον», «μάγισσα», «αγνός τύπος πιθηκικής σωματικής ωραιότητος» κ.ά.

Ακόμη και οργισμένο στιχούργημα εναντίον της με τίτλο «Η προδότρια Ελισάβετ Κονταξάκη» δημοσιεύτηκε ανώνυμα σε εφημερίδα το 1867.

Ομως όταν πέθανε οι εφημερίδες σιώπησαν. Και, το χειρότερο, η νεότερη επίσημη Ιστορία την έχει ώς τώρα αγνοήσει και διαγράψει, κι ας ήταν μια γυναίκα που, κατά την εκτίμηση του Νικόλαου Β. Τωμαδάκη, «όμοιά της δεν είδε η Ελλάδα ώς τη Σοφία Τρικούπη».

Πηγή

efsyn.gr





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *