Τα εγκαίνια του Αγίου Μηνά στις 16 Απριλίου 1895

Σχεδόν 4 ημέρες είχαν διαρκέσει οι πανηγυρικές εκδηλώσεις στο Μεγάλο Κάστρο για τα εγκαίνια του ναού του Αγίου Μηνά, τον Απρίλιο του 1895. Οι εργασίες είχαν ξεκινήσει το 1862 και ολοκληρώθηκαν 33 χρόνια αργότερα. Το κόστος της ανέγερσης ξεπέρασε τα 2,3 εκατομμύρια γρόσια, ποσό τεράστιο για την εποχή. Ανάμεσα σ’ όσους είχαν δώσει χρήματα ήταν και ο σουλτάνος Αμπντούλ Αζίζ. Τα ρεπορτάζ της εφημερίδας “Ηράκλειον” της εποχής.

Ο μεγαλοπρεπής ιερός μητροπολιτικός ναός του Αγίου Μηνά, που χθες γιόρταζε, μαζί με την πόλη του Ηρακλείου η οποία έχει ανακηρύξει ως προστάτη της τον Αιγυπτιώτη Άγιο, εγκαινιάστηκε την Κυριακή των Μυροφόρων, στις 16 Απριλίου 1895, με εκδηλώσεις που ουσιαστικά διήρκεσαν τέσσερις ημέρες, από το Σάββατο 15 μέχρι και την Τρίτη 18 Απριλίου. Ποτέ άλλοτε, στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, η πόλη δεν είχε γνωρίσει τέτοιες λαμπρές ημέρες, στιγμές θρησκευτικής έξαρσης. Ήταν και μια αφορμή για τον απλό λαό να τονίσει την εθνική και θρησκευτική του ταυτότητα. Για τον απλό λαό, όμως, γιατί για τους τότε προύχοντες του Ηρακλείου τα εγκαίνια ήταν παράλληλα μια αφορμή να υμνήσουν ακόμη και το σουλτάνο και να δηλώσουν πίστη σ’ αυτόν, ως συνεπείς υπήκοοί του (!), καθώς ο προκάτοχος του Αμπντούλ Αζίζ Χαν, ο σφαγέας του κρητικού λαού στην επανάσταση 1866-69, είχε συνεισφέρει οικονομικά στην ανέγερση του ναού. Αυτή η συνεισφορά, φυσικά, δε ήταν κάτι το παράξενο, καθώς οι Τούρκοι δυνάστες είχαν ως πολιτική την κατ’ επίφαση θρησκευτική «ελευθερία» των Κρητών προκειμένου να δίνουν δείγματα «φιλελεύθερου καθεστώτος» στη χριστιανική Ευρώπη, την οποία ήθελαν σύμμαχο στην παράταση της κυριαρχίας τους στο μεγάλης στρατηγικής σημασίας νησί.

Παρά το γεγονός ότι εκείνες οι εκδηλώσεις είχαν αυτό το στοιχείο της επιβεβαίωσης της τουρκικής κυριαρχίας, ασφαλώς αποτελούν ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός για τον χριστιανικό κόσμο, καθώς παρέδιδαν στη λατρεία των καταπιεσμένων χριστιανών, που λίγους μήνες αργότερα θα προχωρούσαν σε μια νέα εθνική επανάσταση, μια μεγαλοπρεπή εκκλησία αφιερωμένη στον προστάτη της πόλης Άγιο Μηνά, στον οποίο αποδίδονται μάλιστα πολλά γνωστά θαύματα υπεράσπισης των χριστιανών από τις τουρκικές διαθέσεις. Άλλωστε ο Άγιος Μηνάς λατρευόταν αιώνες πριν στο Μεγάλο Κάστρο, ενώ η μεγάλη εκκλησία ανεγέρθηκε δίπλα στη μικρή που προϋπήρχε.

Ο ναός θεμελιώθηκε το 1862, επί αρχιερατείας του μητροπολίτη Κρήτης Διονυσίου, που είχε καταγωγή από την Αδριανούπολη, έναν ιεράρχη που κατηγορήθηκε ότι στην επανάσταση του 1866 έπαιζε το παιχνίδι των Τούρκων. Αργότερα έγινε Οικουμενικός Πατριάρχης και πέθανε το 1891. Τα εγκαίνια έγιναν επί Τιμοθέου Καστρινογιαννάκη, στη διάρκεια της αρχιερατείας του οποίου οι εργασίες επαναλήφθηκαν και ολοκληρώθηκαν. Ο μεγαλοπρεπής ναός παραδόθηκε, δηλαδή, 33 χρόνια μετά τον θεμέλιο λίθο, αλλά στην πραγματικότητα οι εργασίες διήρκεσαν πολύ μικρότερο χρόνο, καθώς από το καλοκαίρι του 1866 σταμάτησαν λόγω της μεγάλης επανάστασης και ξανάρχισαν τον Μάρτιο του 1883. Σ’ έναν οικονομικό απολογισμό που λίγες ημέρες πριν από τα εγκαίνια δημοσίευσαν στην εφημερίδα «Ηράκλειον», που εξέδιδε ο Στυλιανός Αλεξίου με διευθυντή το βουλευτή Αντώνιο Βορεάδη, ο λογιστής της Χριστιανικής Δημογεροντίας Φωκάς και ο τότε διαχειριστής των οικονομικών του έργου Γεώργιος Καπνιστός, αναφέρουν οτι για την ολοκλήρωση των εργασιών είχαν δαπανηθεί από το 1862, 2.374.667 ¾ γρόσια, ποσό φυσικά τεράστιο, το οποίο αντιστοιχούσε σε περίπου 30.000 λίρες. Είχε συγκεντρωθεί κυρίως από τις συνεισφορές πτωχών και πλουσίων χριστιανών, αλλά και τις χορηγίες Τούρκων επιφανών, όπως του σουλτάνου Αμπντούλ Αζίζ Χαν, αλλά και του αντιβασιλέα της Αιγύπτου Σαΐτ πασά, οι οποίες έγιναν για άλλους λόγους. Από τη ροή των χρηματοδοτήσεων μπορούμε να συμπεράνομε ότι μέχρι την επανάσταση του 1866 οι εργασίες θα πρέπει να είχαν προχωρήσει ικανοποιητικά, καθώς μέχρι τότε είχαν δαπανηθεί σχεδόν τα μισά χρήματα, δηλαδή λίγο πάνω από 1 εκατομμύριο γρόσια.

Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε στις 25 Μαρτίου 1862, με βάση τα σχέδια του Ηπειρώτη αρχιτέκτονα Αθανασίου Μούση, ο οποίος είχε αυτή την ευθύνη μέχρι σχεδόν την ολοκλήρωση των εργασιών. Πέθανε, όμως, λίγους μήνες πριν τα εγκαίνια, τον Αύγουστο του 1894. Πάντοτε υπήρχε επιτροπή επί της οικοδομής, που συντόνιζε και το έργο της συγκέντρωσης χρημάτων. Στην πρώτη ήταν πρόεδρος ο Κρήτης Διονύσιος και μέλη επιφανείς Ηρακλειώτες, οικονομικοί παράγοντες της εποχής, όπως ο πατέρας των Λυσίμαχου και Μίνωος Καλοκαιρινού, Ανδρέας, ο Γεώργιος Καστρινογιαννάκης, ο Κωνσταντίνος Παπαδάκης, ο Κωνσταντίνος Σωμαράκης, ο Γεώργιος Ζωγραφάκης, ο Γεώργιος Καπνιστάκης και ο Ιδομενέας Μαρκατάτος.

Η επιτροπή που παρέδωσε το 1895 στους πιστούς το ναό είχε πρόεδρο τον Κρήτης Τιμόθεο και μέλη τους Γεώργιο Καπνιστό, Πολυχρόνη Ρασιδάκη, Μιχαήλ Μελισσότη, Εμμανουήλ Καστρινάκη, Γεώργιο Βουγιουκλάκη, Δημήτριο Μελισείδη και Ιωάννη Παπαδάκη.

Αφιερωμένος

παράλληλα

στον Απόστολο Τίτο

και στους Αγίους Δέκα

Δεν είναι, ίσως, πολύ γνωστό ότι ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Μηνά ήταν παράλληλα αφιερωμένος στον Απόστολο Τίτο, πρώτο Επίσκοπο Κρήτης αλλά και στους Αγίους Δέκα Μάρτυρες, τους Κρήτες που μαρτύρησαν επί Δεκίου.

Παραμονές των εγκαινίων το «Ηράκλειον» των Αλεξίου και Βορεάδη έδινε μια εικόνα των προετοιμασιών που γίνονταν. Στο φύλλο 88 της Πέμπτης 13 Απριλίου 1895, έγραφε:

«Σύμπασα η Χριστιαν. Κοινότης της ημετέρας πόλεως παρασκευάζεται, όπως πανηγυρίση μεγαλοπρεπέστατα τα εγκαίνια του μεγίστου και περικαλλεστάτου τούτου ναού, πυρετώδεις δε καταβάλλει ενεργείας, όπως διακοσμηθώσι λαμπρώς ο ναός εντός και εκτός και αι κεντρικώτεραι της πόλεως οδοί, δι’ ων θα διέλθη η μεγαλοπρεπής εκκλησιαστική πομπή. Αι οικίαι και τα καταστήματα τα εκατέρωθι των οδών τούτων εστολίσθησαν μυρσίναις μετά πολλής καλαισθησίας, αψίδες δε πολλαί και μεγάλαι επήχθησαν ζευγνύουσαι τας οδούς, εν δε τη «Πλατειά Στράτα» λεγομένη κατεσκευάσθησαν άλλαι μικρότεραι αψίδες προ της εισόδου εκάστου εργαστηρίου, απτόμεναι αλλήλων. Τα πεζοδρόμια της «Πλατειάς Στράτας» μετεβλήθησαν ούτως εις δύο μακράς μυρσινοστολίστους στοάς.

Αι μεγάλαι αψίδες, αι ζευγνύουσαι τας οδούς είνε περί τας 15, άπειροι δ’ αι προ της εισόδου των εργαστηρίων μικρότεραι. Ο νεόδμητος ναός εστολίσθη μετά πολλής φιλοκαλίας δια μυρσινών, αι δε μεγάλαι των συντεχνιών σημαίαι κυματίζουσιν επί των υψηλών κωδωνοστασίων του.

Πλήθος μέγα λαού συρρέει εις την πόλιν χάριν της εορτής δια ξηράς και δια θαλάσσης από των επαρχιών και από των άλλων της Κρήτης πόλεων. Η «Κνωσός» μεταφέρει τους πανηγυριστάς εκ των ανατολικών της Κρήτης επαρχιών, εκ Χανίων δε θα φθάσωσιν αύριον 2 ατμόπλοια φέροντα τους εκ των Τμημάτων Χανίων, Σφακίων και Ρεθύμνης πανηγυριστάς και τους Θεοφ. Επισκόπους Κυδωνίας και Αποκορώνου, Κισσάμου και Σελύνου, Λάμπης, και Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου. Οι Θεοφ. Επίσκοποι Χερρονήσου, Πέτρας, Ιεροσητείας αφίκοντο ήδη εις την ημετέραν πόλιν. Ο Θεοφ. Επίσκοπος Αρκαδίας θα έλθη πιθανώς αύριον.

Η Α. Εξ. ο Γεν. Διοικητής Α. Καραθεοδωρή πασάς προσεκλήθη εις τα εγκαίνια, αλλ’ άδηλον, αν κατά τας παραμονάς της συνόδου της Γεν. Συνελεύσεως θα επιτρέψωσιν αυτώ τα καθήκοντά του να έλθη.

Η Α. Υψ. Ο ηγεμών της Σάμου Γ. Βέροβιτς πασάς, προσεκλήθη ωσαύτως εις τα εγκαίνια. Καίτοι δ’ η Α. Υψ. ο ηγεμών επόθει διακαώς να παραστή εν τη τελετή ταύτη, διότι και μακράν της Κρήτης ευρισκόμενος ουδέποτε επαύσατο αγαπών αυτήν, όμως η μεγάλη απόστασις και τα εν Σάμω καθήκοντά αυτού δεν τω επέτρεψαν την πλήρωσιν του πόθου τούτου. Εν τούτοις η Α. Υψηλ. μη θέλουσα να μένη όλως αμέτοχος της ευφροσύνου εορτής ενετείλατο τω βουλευτή Λασιθίου και διευθυντή του «Ηρακλείου» κ. Α. Βορεάδη να αντιπροσωπεύση Αυτήν εν τη τελετή των εγκαινίων».

Τα εγκαίνια

Η τελετή των εγκαινίων ήταν μεγαλοπρεπής. Όσο άξιζε στη μεγαλοπρέπεια του νεόδμητου ναού, αλλά και στη σημασία του γεγονότος της παράδοσής του στους χριστιανούς της πόλης. Όπως έχομε αναφέρει, τα εγκαίνια έγιναν την Κυριακή των Μυροφόρων, 16 Απριλίου 1895.

Η εφημερίδα «Ηράκλειον» παρουσίασε σε όλες τις εκδηλώσεις της τελετής στο φύλλο της 20ης Απριλίου, αφιερώνοντας ολόκληρη την πρώτη και τη δεύτερη σελίδα στο ιστορικό γεγονός. Στη συνέχεια στις σελιδες 16 και 17 θα παρουσιάσομε τα ρεπορτάζ της εφημερίδας, μαζί με την ομιλία που εκφώνησε ο Μητροπολίτης Κρήτης Τιμόθεος Καστρινογιαννάκης, που ασφαλώς έβαλε την προσωπική του σφραγίδα στο έργο.

Τα εγκαίνια του Αγίου Μηνά
To ρεπορτάζ της εφημερίδας “Ηράκλειον” στις 20 Απριλίου 1895

 

Αμφιβάλλομεν, αν άλλοτε ποτέ το Ηράκλειον είδε θρησκευτικήν πανήγυριν ούτω λαμπράν και επιβάλλουσαν, οία υπήρξεν η της παρελθούσης Κυριακής επί τοις εγκανίοις του νεοδμήτου καθεδρικού ναού του Αγ. Μηνά. Άπειρον ήτο το πλήθος το πανταχόθεν της νήσου συρρυθέν, όπως παραστή εις την μεγαλοπρεπή τελετήν, πρωτοφανής δε η γενομένη διακόσμησις της ημετέρας πόλεως και μοναδική η τηρηθείσα πανταχού καθ’ όλην την διάρκειαν της πανηγύρεως ευκοσμία. Ο ενθουσιασμός των πανηγυριστών ήτο απερίγραπτος. Περιεσκόπουν τον νεόδμητον ναόν μετά πολλής περιεργείας και η καρδία αυτών επληρούτο χαράς και δεν εκορέννυντο αποθαυμάζοντες το κάλλος και το μέγεθος αυτού. Οι οφθαλμοί πάντων επληρούντο δακρύων χαράς, θερμαί δ’ ευχαριστίαι ανεπέμποντο νοερώς προς τον Ύψιστον, τον καταξιώσαντα αυτούς να ίδωσι συντελεσθέντα και εγκαινιαζόμενον εν ταις ημέραις αυτών τον περικαλλή ευκτήριον οίκον, προς αποπεράτωσιν του οποίου επί όλον τρίτον αιώνος έκαστος συνεισέφερεν αγογγύστως τον οβολόν του. Και όντως έργον τοσούτον μέγα, έργον απαιτήσαν δαπάνην 30 περίπου χιλ. λιρών, μη συνυπολογιζομένης της προσωπικής εργασίας, συνετελέσθη κυρίως εκ της μικράς μεν εκάστοτε, αλλ’ ανεξαντλήτου πάντοτε συνδρομής των Χριστιανών, και συνετελέσθη ουδέν φέρον βάρος χρέους. Όταν αναλογισθή τις ότι τα μεταλλικά, τα οποία ερρίπτοντο καθ’ εκάστην Κυριακήν εις τον δίσκον ή το περιφερόμενον εν τη αγορά κυτίον του Αγίου Μηνά και οι καρποί τους οποίους προσέφερον καθ’ εκάστην συγκομιδήν οι γεωργοί μας εις τους περιερχομένους τα χωρία προς συλλογήν τοιούτων εράνων υπέρ του εγειρομένου ναού απετέλεσαν το ποσόν τοσούτων χιλιάδων λιρών, δεν δύναται να μη ενθυμηθή το του Ησιόδου:

Ει γαρ κενκαί σμικρόν επί σμικρώ καταθείο

Και θαμά τούτ’ έρδοις τάχα κεν μέγα και το γένοιτο.

Τί δύναται να κατορθώση η λαϊκή συνδρομή! Ηλίκα έργα δύναται η των πολλών σύμπραξις να επιτελέση, όταν τύχη καλής διευθύνσεως! Και έτυχε τοιαύτης εν τη παρούση περιστάσει, διότι πάντες ανεξαιρέτως οι πρόκριτοι της ημετ. πόλεως από της καταθέσεως του πρώτου θεμελίου λίθου μέχρι της επιθέσεως της κορωνίδος του έργου ειργάσθησαν μετ’ αξιεπαίνου ζήλου προεξαρχούσης και καθοδηγούσης της ανωτάτης ημών παρ’ ημίν εκκλησιαστικής αρχής, προς ην δικαίως εξεδήλωσαν τα αισθήματα της αγάπης και της ευγνωμοσύνης αυτών οι ημέτεροι συμπολίται κατά την εορτήν των εγκαινίων αναρτήσαντες πολλαχού επί των πηχθεισών μυρσινοστολίστων αψίδων περιεστεμμένας και μετά τιμητικών επιγραφών τας εικόνας των δύο σεπτών ιεραρχών, ήτοι του αιδίμου Διονυσίου του Ε΄ του εξ Αδριανουπόλεως, επί της αρχιερατείας του οποίου εθεμελιώθη ο ναός, και του νυν αρχιερατεύοντος Σεβ. Τιμοθέου Καστρινογιαννάκη, εφ’ ου εις πέρας αχθείς ενεκαινίσθη. Αλλά και προς τας πολιτικάς αρχάς και ιδία προς την Α.Α.Μ. τον Σεπτόν ημών Μονάρχην διετράνωσε κατά την εορτήν των εγκαινίων ο λαός την αφοσίωσιν και τα αισθήματα του σεβασμού, άπερ τρέφει προς τας αρχάς ταύτας. Δεν ελησμόνησεν ο λαός, ότι ο αοίδιμος αυτοκράτωρ Σουλτάν Αβδούλ Αζίζ προσήνεγκεν υπέρ του ναού τούτου γενναίαν συνδρομήν, 40.000 γρόσια. Αισθάνεται καλώς οίαν οφείλει ευγνωμοσύνην και προς τον Μονάρχην εκείνον και προς τον νυν ευκλεώς ανάσσοντα, υπό την κραταιάν αιγίδα και την πατρικήν προστασίαν των οποίων ηδυνήθη να περατώση αισίως τον περίλαμπρον τούτον ιερόν οίκον, το αγλάισμα της ημετέρας πόλεως. Δια τούτο και σεπταί εικόνες της Α.Α.Μ. του Σουλτάνου και παρ’ αυτάς αι των διαπρεπών αυτού λειτουργών, του τε Εξοχ. Γεν. Διοικητού Αλεξάνδρου Καραθεοδωρή πασά και του Εξοχ. Διοικητού Ηρακλείου υποστρατήγου Χασάν Ταξίν πασά ανεστηλώθησαν εν τοις μάλιστα περιόπτοις σημείοις, ευχαί δε διάπυροι ανεπέμφθησαν κατά την λιτανείαν υπέρ υγείας και ευκλείας της Α.Α.Μ. και των Εξ. Διοικητών, πιστών και προθύμων εκτελεστών των υψηλών Αυτής εφέσεων. Αι αυθόρμητοι αύται εκδηλώσεις των αισθημάτων του λαού προς τε την θρησκευτικήν και πολιτικήν αρχήν δεικνύουσιν, ότι ούτος γινώσκει να εκτιμά προσηκόντως τους των καλών εργάτας. Η υπό πάσαν έποψιν αξιέπαινος συμπεριφορά των κατοίκων του Ηρακλείου αρίστην ενεποίησε πάσιν εντύπωσιν.

Ας προβώμεν νυν εις την περιγραφήν των καθ’ εκάστα της τελετής των εγκαινίων.

Κίνησις-Διάκοσμος

Από των μέσων της παρελθούσης εβδομάδος ήρξαντο συρρέοντες οι φιλέορτοι εις την ημ. Πόλιν. Το Σάββατον η κίνησις εν τη αγορά και ένα ταις οδοίς της πόλεως ήτο λίαν ζωηρά. Επαρχιώται και χαρίεσσαι και ροδόχροι επαρχιώτισσαι, απερίττως μεν αλλά επιχαρίτως ημφιεσμέναι, περιήρχοντο τας οδούς βραδεί τω βήματι και απλήστως εθεώντο τας αψίδας, τας σημαίας, τας εικόνας, τας επιγραφάς και τον άλλον διάκοσμον, εξέφραζον δε συχνάκις τον θαυμασμόν και την ευχαρίστησιν αυτών επί τοις ορωμένοις δι’ αφελεστάτων επιφωνήσεων και απλάστου φαιδρότητος. Και ήτο τω όντι λίαν μαγευτική η θέα της εορταζούσης πόλεως, ιδίως κατά την μεταξύ της Κυριακής και της Δευτέρας νύκτα, καθ’ ας ήσαν πλουσίως φωταγωγημέναι αι αψίδες και αι προσόψεις των οικιών και των καταστημάτων δια κανδηλίων και κηρίων και ενετικών φανών, αντίθετα δε ρεύματα λαού διέθεον την αγοράν, όμιλοι δε φαιδρών εορταστών εχόρευον εν ταις πλατείαις την εγχώριον όρχησιν ευπετείς υπό τους ήχους της Κρητικής λύρας. Η των οικιών και των καταστημάτων διακόσμησις γενομένη όλως αυτοσχεδίως ήτο ποικίλη, αλλ’ ακριβώς δια την ποικιλίαν ταύτην παρείχε μείζονα τέρψιν τοις θεωμένοις. Έκαστος πολίτης εκόσμησε το ανήκον αυτώ μέρος κατά τας υφηγήσεις της ιδίας καλαισθησίας. Ομοία ποικιλία παρατηρείται και εν ταις επιγραφαίς, ων τινάς δεν θεωρούμεν άσκοπον να παραθέσωμεν εδώ:

Επιγραφαί

Εν τη συνοικία «Δερμιτζίδικα» επί αψίδος ήτο γεγραμμένον εντός πλαισίου χρυσοίς γράμμασι «Ζήτω ο Κρήτης Τιμόθεος – Ζήτωσαν οι κτίτορες του ναού του Αγ. Μεγαλομάρτυρος Μηνά». Επί μιάς των αψίδων της αγοράς «Μεϊντάνι» και έμπροσθεν του καταστήματος του κ. Γ. Κανετάκη τα ψηφία Ζ. Κ. Τ. (= Ζήτω ο Κρήτης Τιμόθεος). Επί μεγαλοπρεπούς αψίδος παρά το «Σαντριβανάκι» ήτο ανεστηλωμένη η εικών της Α.Α.Μ. του Σουλτάνου περιεστεμμένη δι’ ωραίων φυσικών ανθέων και εκατέρωθι αυτής αι εικόνες του Εξοχ. Γεν. Διοικητού και του Εξοχ. Διοικητού Ηρακλείου. Παρά την αψίδα ταύτην παρετείνετο εγκαρσίως από τους ενός εις το άλλο άκρον της οδού πλατεία ερυθρά ταινία, εφ’ ης επεγέγραπτο μεγάλοις χρυσοίς γράμμασι «Τον αρχιερέα ημών Τιμόθεον, Κύριε, φύλαττε». Επί της προσόψεως του εργαστηρίου του κ. Ν. Μπαμιεδάκη υπήρχον τα ψηφία Ζ. Κ. Τ., ων την σημασίαν ηρμηνεύσαμεν ανωτέρω. Τα αυτά ψηφία υπήρχον και επί της προσόψεως του εργαστηρίου του κ. Κ. Χουμεριανάκη και άνωθι αυτών αι εξής τρεις λέξεις «Πίστις- ελπίς- αγάπη». Τα ψηφία Ζ. Κ. Τ. διεκρίνοντο και επί της προσόψεως άλλων μαγαζείων της «Πλατειάς – Στράτας». Άνωθι της εισόδου του καφενείου του του κ. Ν. Σελάτου ανεγινώσκετο «Μηνάν μεγαλομάρτυρα- Τίτον ιεράρχην α΄- και 10 μάρτυρας Κρήτης τιμήσωμεν», άνωθι δε της εισόδου του καφενείου του κ. Ν. Καλόγνωμου υπήρχον εκατέρωθι σταυρού αι εικόνες του πρώην αυτοκράτορος της Ρωσσίας και της χήρας αυτοκρατείρας, κάτωθι δε του σταυρού «η ελπίς εν αυτώ». Προ του ξυλουργείου Καρτεράκη επί ενός πίνακος ανεγινώσκετο «Διονύσιος Ε΄ 1862, ο θέσας τον θεμέλιον λίθον του ενταύθα Ιερού ναού του Αγ. Μηνά» και επί ετέρου «Ζήτω ο Κρήτης Τιμόθεος, ο αποπερατώσας ταις πατρικαίς του ενεργείαις τον ναόν». Άνωθι της εισόδου του μαγαζείου του κ. Ι. Τσαγκαράκη υπήρχε «Διονύσιος Ε΄ έθηκε θεμέλιον λίθον – Κρήτης Τιμόθεος τα εγκαίνια τελεί». Προ του τυπογραφείου του κ. Γ. Μαρκοπούλου ήτο γεγραμμένον επί πίνακος το απολυτίκιον του Αγ. Μηνά. Άνωθι της εισόδου του καταστήματος του κ. Κωνστ. Δρακάκη τα ψηφία Ζ. Κ. Τ. Έξωθι της οικίας του Εξάρχου του Παναγίου Τάφου υπήρχεν ανηρτημένη εντός στεφάνου εξ ανθέων η εικών της Α.Μ. του γεραρού Πατριάρχου Ιεροσολύμων κ. Γερασίμου και περαιτέρω υπέρ την θύραν του ζωγραφείου του κ. Αλεξανδρίδου η εικών της Α. Εξ. του Γεν. Διοικητού και υπ’ αυτήν επί υφάσματος λευκού φιλοκάλως γεγραμμένα τα εξής: «Χαίρε, Μηνά, πολιούχε ημών – Χαίρε, Μηνά, η δόξα του Ηρακλείου». Εις το «Πλατύ σοκάκι» υπήρχον δύο αψίδες, ων η μία προ της οικίας του κ. Γεωργιάδου, η δ’ άλλη προ των οικιών των κ.κ. Ν. Χατζιδάκη, Σ. Μαρκίδου, Γ. Χαιρετάκη και Αντ. Βορεάδου. Επ’ αμφοτέρων των αψίδων τούτων υπήρχον αι εικόνες των μητροπολιτών Διονυσίου του Ε΄ και Τιμοθέου εστεμμέναι, υπό δε τας εικόνας αι χρονολογίαι 1862 και 1895. Μετά πολλής καλαισθησίας ήτο εστολισμένος ο εξώστης της οικίας του κ. Χατζιδάκη, εφ’ ου εκυμάτιζε μεγάλη Αμερικανική σημαία. Επί της θύρας της οικίας του κ. Βορεάδου, όστις αντιπροσώπευεν εν τη τελετή των εγκαινίων την Α. Υψ. τον Ηγεμόνα της Σάμου Γεώργιον Βέροβιτς –πασάν, εκυμάτιζον η του ηγεμόνος σημαία και η της ηγεμονίας Σάμου, υπό τας πτυχάς δε αυτών εντός διπλού στεφάνου εκ φυσικών ανθέων υπήρχεν η εικών της Α. Υψηλ. του ηγεμόνος.

Η τελετή

Την εσπέραν του Σαββάτου ευρίσκοντο εν Ηρακλείω πάντες οι επίσκοποι Κρήτης, πλην του αγίου Κυδωνίας και Αποκορώνου και του αγίου Ρεθύμνης, ελθόντων εκ των ιδίων επαρχιών τη μεταξύ του Σαββάτου και της Κυριακής νυκτί δια του ατμοπλοίου της εταιρείας Κουρτζή. Ο άγιος Λάμπης και ο άγιος Κισσάμου και Σελύνου αφίκοντο περί την μεσημβρίαν του Σαββάτου δια ξηράς. Εκτός των αρχιερέων ήλθον εις Ηράκλειον και 130 περίπου κατώτεροι κληρικοί, ηγούμενοι, αρχιμανδρίται, πρεσβύτεροι και διάκονοι χάριν της εορτής. Τη Κυριακή κατά την ανατολήν του ηλίου ο βαρύς ήχος του μεγάλου κώδωνος του νεοδμήτου ναού ανήγγελλε την έναρξιν της ιεροτελεστίας των εγκαινίων και προσεκάλει τους πανηγυριστάς εις αυτήν. Αμ’ ανοιχθεισών των θυρών του ναού αθρόον εισώρμησε το πλήθος εις αυτόν, σπεύδοντος εκάστου να καταλάβη κατάλληλον θέσιν, εξ’ ης να δύναται να βλέπη ακωλύτως την λαμπράν τελετήν, ήν ήτο ήδη γνωστόν, ότι ευηρεστήθησαν να τιμήσωσι δια της παρουσίας των η Α. Εξ. ο Γεν. Διοικητής και το εν Ηρακλείω προξενικόν σώμα.

Μέχρι της εσπέρας του Σαββάτου ουδεμία είδησις περί της αφίξεως εις την ημετ. πόλιν της Α. Εξ. του Γεν. Διοικητού είχε ληφθή, αλλά περί την 4 ώραν της νυκτός ηγγέλθη τηλεγραφικώς ότι η Α. Εξοχότης επέβη του αυτοκρ. ατμοπλοίου “Ισμαήλ” και κατευθύνετο εις Ηράκλειον, όπου υπελογίζετο, ότι έμελλε να φθάση τη πρωΐα της επιούσης Κυριακής. Πράγματι τη Κυριακή λίαν πρωί κατέπλευσεν εις την πόλιν μας το ατμόπλοιον “Ισμαήλ” φέρον την Α. Εξοχ. τον Γεν. Διοικητήν συνοδευόμενον υπό της Α. Εξ. του Διοικητού Ρεθύμνης Σουλεϊμάν Ασάφ-πασά και υπό του γυναικαδέλφου αυτού κ. Ιακ. Μουσούρου. Αμα τω κατάπλω του ατμοπλοίου η Α. Εξ. ο Διοικητής Ηρακλείου συνοδευόμενος υπό του χριστιανού αρχιγραμματέως της Διοικήσεως κ. Γεωρ. Οικονομίδου κατήλθεν εις τον λιμένα προς υποδοχήν της Α. Εξ. του Γεν. Διοικητού, συγχρόνως δε σχεδόν κατήλθον εκείσε προς τον αυτόν σκοπόν 6 μέλη της τελεταρχικής επιτροπείας, οι κ.κ. Ζ. Θιακάκης, Εμμ. Πολυχρονίδης, Χρόνης Ρασιδάκης, Γ. Στεργιάδης, Γ. Βουγιουκλάκης και Ιωάννης Δοκουμετζίδης, ως αντιπρόσωποι της κοινότητος και της Α.Σ. του Μητροπολίτου. Επί του ατμοπλοίου ανήλθεν η Α. Εξοχότης ο Διοικητής Ηρακλείου, μεθ’ ού μετ’ ού πολύ απέβη εις την ξηράν η Αυτού Εξοχότης, ο Γενικός Διοικητής μετά των συνοδευόντων αυτόν. Επί της προκυμαίας εδεξιώσαντο την Α. Εξ. τον Γενικόν Διοικητήν τα ανωτέρω μέλη της τελεταρχικής επιτροπείας, κατόπιν δ’ η Α. Εξοχότης συνοδευόμενη υπό της Α. Εξ. του Διοικητού Ηρακλείου και των μελών της τελεταρχικής επιτροπείας ανήλθεν εις το Διοικητήριον δια της αγοράς “Βεζίρ-Τσαρσί”, εν ή στρατός παρατεταγμένος εις δύο στίχους απένεμεν αυτή τας προσηκούσας τιμάς. Μετά βραχείαν εν των Διοικητηρίω ανάπαυλαν η Α. Εξ. ο Γεν. Διοικητής υπό των αυτών προσώπων συνοδευόμενος μετέβη εις τον εγκαινιζόμενον ναόν, εις όν εισελθών κατέλαβε την ωρισμένην αυτώ θέσιν εν δεξιά του θρόνου του Σεβ. Μητροπολίτου. Εν τοις εκατέρωθι του μεσαίου διαχωρίσματος του ναού, από του ιερού βήματος μέχρι των χορών των ψαλτών, στασιδίοις ίσταντο οι αξιότιμοι πρόξενοι, ο της Ρωσσίας κ. Ιωάννης Μητσωτάκης, ο της Γαλλίας και Ιταλίας κ. Α. Ιττάρ, ο της Αγγλίας κ. Α. Καλοκαιρινός, ο της Αυστροουγγαρίας κ. Μπερίντας, ο της Ελλάδος κ. Σπ. Δατσικας και ο της Γερμανίας κ. Α. Schwend μετά της ευγενεστάτης κυρίας του, ο γυναικάδελφος της Α. Εξ. του Γ. Διοικητού και ο αντιπροσωπεύων την Α. Υψ. τον ηγεμόνα της Σάμου. Ολόκληρος ο ναός ήτο κατειλημμένος υπό πυκνού πλήθους ανδρών, ο δε γυναικωνίτης ήτο υπέρμεστος κυριών, ών αι κεφαλαί απετέλουν ωραίας ανθοδέσμας. Και ο νάρθηξ δε και αι εκατέρωθι του ναού ευρείαι στοαί και όλος ο περίβολος ήσαν πλήρεις λαού. Η μεγάλη τελεταρχική επιτροπεία η αναδεξαμένη να φροντίζη, όπως τα της τελετής εν γένει διεξαχθώσιν εν τάξει και ευκοσμία απετελείτο εκ των κ.κ. Ζ. Θιακάκη, Α. Ανεμογιαννάκη, Γ. Στεργιάδου, Μιχ. Μελισσότου, Εμμ. Λογιάδου, Εμμ. Ξανθουδίδου, Εμμ. Πολυχρονίδου, Α. Ξενουδάκη, Εμμ. Μιχελάκη, Χριστ. Ανερράψη, Α. Νικολαΐδου, Ιω. Δρακοντίδου, Ιωαν. Δοκουμετζίδου, Ν.Α. Γερωνυμάκη, Ι.Γ. Βογιατζάκη, Κ. Ρασιδάκη, Γ. Βουγιουκλάκη, Ιω. Π. Παπαδάκη, Γ. Σμυρνάκη, Νικ. Καστρινάκη, Κ. Ξανθάκη, Εμμ. Χατζιδάκη, Γ. Ξανθάκη, Ν. Μπαμιεδάκη, Γεωρ. Πολυχρονίδου, Ε. Κρασάκη, Χρ. Γεωργιάδου, Εμμ. Μαθιουδάκη, Πολ. Ρασιδάκη, Α. Φανουράκη, Μ.Ι. Καστρινάκη, Γεωρ. Μηλιάδου, Εμμ. Καστρινάκη, Κ.Γ. Καστρινογιαννάκη και Κ. Ε. Παπαδάκη. Εκ τούτων δε 8 εύσταλες και λεπτότροποι νέοι, οι κ.κ. Λογιάδης, Ανερράψης, Πολυχρονίδης, Ξενουδάκης, Βογιατζάκης, Δρακοντίδης, Μηλιάδης και Δοκουμετζίδης, ωρίσθησαν ως εισηγηταί.

Ούτω διατεταγμένων των πραγμάτων η από πρωΐας αρξαμένη μεγαλοπρεπής τελετή εχώρει μετά πολλής ευταξίας ψαλλόντων τους κεκανονισμένους ύμνους δύο καλλιφωνοτάτων ψαλτών, του κ. Στ. Σαζόγλου και του κ. Πέτρου Παπαστεφανίδου, ιατρού επίτηδες ελθόντων του μεν εκ Πειραιώς, του δε εξ Ιεραπέτρου. Μετά το πέρας της ακολουθίας του όρθρου εγένετο η λιτανεία, ής μετέσχον υπέρ τους 70 εκ των 130 κληρικών των συναθροισθέντων εν Ηρακλείω χάριν της πανηγύρεως κατά την εξής τάξιν. Προηγούντο εις δύο στίχους οι πρεσβύτεροι, εν οίς και ο προϊστάμενος της εν Ηρακλείω εκκλησίας των Αρμενίων, είποντο κατόιπιν οι ιερομόναχοι και μετά τούτους οι αρχιμανδρίται και ηγούμενοι φέροντες αργυρόδετα ευαγγέλια. Κατόπιν ήρχοντο οι 8 της Κρήτης επίσκοποι ημφιεσμένοι λαμπράς χρυσοϋφάντους αρχιερατικάς στολάς και φέροντες επί κεφαλής εν δισκαρίοις άγια λείψανα, μετ’ αυτούς δ’ ήρχοντο οι διάκονοι και τελευταίος η Α.Σ. ο Μητροπολίτης συνοδευόμενος υπό της Α. Εξ. του Γεν. Διοικητού, της Α. Εξ. του Διοικητού Ηρακλείου, της Α. Εξ. του Διοικητού Ρεθύμνης, των αξιοτ. κυρίων προξένων, του αντιπροσωπεύοντος την Α. Υψ. τον ηγεμόνα της Σάμου και πολλών προκρίτων συμπολιτών. Πλήθος άπειρον ηκολούθει κατόπιν την σεμνοπρεπή και λίαν επιβάλλουσαν εκκλησιαστικήν πομπήν, ήτις εξελθούσα εκ της μεσημβρινής εισόδου του περιβόλου του ναού προυχώρησεν εν μέσω δυο στίχων χωροφυλάκων και στρατιωτών παιανιζούσης της στρατιωτικής μουσικής προς το “Πλατύ σοκάκι” λεγόμενον. Ενταύθα η Α.Σ. ο Μητροπολίτης στας παρά την θύραν της οικίας του κ. Α. Βορεάδου, όπου ήτο ανεστηλωμένη η εικών της Α. Υψηλ. του ηγεμόνος Σάμου Γ. Βέροβιτς-πασά εποιήσαντο αίτησιν υπέρ της Α. Εξ. του Γεν. Διοικητού Κρήτης και υπέρ της Α. Υψ. του ηγεμόνος Σάμου. Κατόπιν η πομπή διελθούσα τα “Δερμιτζίδικα”, τα “Γιατράδικα”, την πλατείαν “Μεϊντάνι” και τα “Γιαμαλίδικα” έστη προς το Α. άκρον της “Πλατειάς-Στράτας” παρά το “Σαντριβανάκι”, όπου ως και ανωτέρω είπομεν, εφ’ υψηλής και λαμπρώς κεκοσμημένης αψίδος ήτο ανεστηλωμένη μεγάλη εικών της Α.Α.Μ. του Σουλτάνου και εκατέρωθι αυτής ολίγον χαμηλότερα αι εικόνες της Α. Εξ. του Γεν. Διοικητού και της Α. Εξ. του Διοικητού Ηρακλείου. Ενταύθα η Α.Σ. ο Μητροπολίτης εποιήσαντο αίτησιν και ανέπεμψεν ευχάς προς τον Υψιστον υπέρ υγείας και ευκλείας της Α.Α.Μ. του Σουλτάνου, του Εξ. Γεν. Διοικητού και του Εξ. Διοικητού Ηρακλείου. Μετά ταύτα η πομπή διελθούσα την “Πλατειά Στράτα” επανήλθεν εις τον ναόν. Οι εξώσται και τα παράθυρα, τα εκατέρωθι των οδών, δι’ ων διήρχετο η πομπή, ήσαν πλήρη θεατών, αβραί δε χείρες έρραινον δι’ ανθέων και κομφέτων τους αποτελούντας αυτήν.

Μετά την επάνοδον εις τον νανόν συνεπληρώθη η τελετή του εγκαινιασμού, μεθ’ ήν ήρξατο τελουμένη η ιερά μυσταγωγία, ής μετέσχον πάντες οι επίσκοποι προεξάρχοντος του Μητροπολίτου, ήτοι 9 εν όλω αρχιερείς, και προς τούτοις 30 άλλοι κατώτεροι κληρικοί, αρχιμανδρίται, ηγούμενοι και διάκονοι. Και ήτο λαμπρόν το θέαμα 9 αρχιερέων συλλειτουργούντων, ιδίως όταν εξελθόντες ομού πάντες εκ του αγίου βήματος εκάθισαν επί εξέδρας, ήτις είχε σταθή προ της ωραίας πύλης λεγομένης, έχοντες εν μέσω την Α. Σεβ. στάσα προ της ωραίας Πύλης απήγγειλεν εν προφανεί συγκινήσει τον ακόλουθον λόγον, όστις και δια το υψηλόν του ύφους και δια το απ’ αρχής μέχρι τέλους αυτού διήκον βαθύ αίσθημα φιλοπατρίας κρίνεται κατά πάντας αντάξιος της μεγάλης εορτής.

Τα μετά την τελετήν

Μετά το πέρας της ιεράς λειτουργίας η Α. Εξ. ο Γεν. Διοικητής, η Α. Εξ. ο Διοικητής Ηρακλείου και οι κ.κ. Πρόξενοι ανήλθον εις την αίθουσαν της υποδοχής της Ι. Μητροπόλεως, εν ή υπεδέξατο αυτούς η Α.Θ. ο άγιος Χερρονήσου. Η Α. Εξοχ. εζήτησε πληροφορίας τινάς περί της δαπάνης, ήν απήτησεν ο εγκαινισθείς ναός, και περί της χωρητικότητος αυτού, επήνεσε δε την ευσέβειαν και την φιλοτιμίαν των συντελεσάντων εις την ανέγερσιν αυτού. Κατόπιν εξέφρασε την ευάρεστον εντύπωσιν, ήν ενεποίησεν αυτώ η γενομένη εν Ηρακλείω πρόοδος ειπών, ότι την πόλιν ταύτην ευρίσκει νύν πολύ διάφορον ή προ τριακονταετίας, ότε το πρώτον επεσκέψατο αυτήν. Οι παρακαθήμενοι απήντησαν, ότι ο εξωραϊσμός της πόλεως οφείλεται εις τας ενεργείας και την φιλοκαλίαν της Α. Εξ. του Διοικητού Ηρακλείου και της δημοτικής αρχής. Μετ’ ολίγον έφθασε και η Α.Σ. ο Μητροπολίτης μετά των λοιπών επισκόπων. Η Α. Εξ. ο Γεν. Διοικητής συγχαρείς τη Α.Σ. τω Μητροπολίτη αξιωθέντι να αποπερατώση και εγκαινίση τον ναόν, προσέθηκε τα εξής περίπου: “Εργα μεγάλα και περικαλλή, οίος ο νεόδμητος ούτος ναός, μένουσιν άΐδια μαρτύρια ού μόνον της φιλοτιμίας των ανεγειράντων αυτά, αλλά και των ευμενών διαθέσεων και της συντόνου υπέρ της ευημερίας και της προόδου των κυβερνωμένων λαών μερίμνης των κυβερνώντων. Ο ναός ούτος θα παραμείνη και τοις επιγινομένοις τρανή απόδειξις της υπό την κραταιάν αιγίδα της Α.Α.Μ. του Σουλτάνου ειρηνικής αναπτύξεως των πιστών αυτού υπηκόων και της προστασίας, ής τυγχάνουσι παρ’ αυτού πάντα ανεξαιρέτως τα θρησκεύματα”. Η Α.Σ. απήντησε: “Γινώσκομεν καλώς, Εξοχώτατε, τα αγαθά αισθήματα της Α.Α.Μ. του Σουλτάνου προς πάντας εν γένει τους πιστούς υπηκόους του και δια τούτο και ημείς και οι υπό την πνευματικήν ημών δικαιοδοσίαν Χριστιανοί ουδέποτε παυόμεθα ευχόμενοι υπέρ της υγείας και ευκλείας του φιλολάου και κραταιού ημών Μονάρχου”. Μετά ταύτα προσελθών η Α.Ε. ο Διοικητής Ηρακλείου συνεχάρη τη Α.Σ. ειπών τα εξής περίπου: “Σεβασμιώτατε, Δια τας ενθέρμους ευχάς, άς απηυθύνατε σήμερον προς τον Υψιστον υπέρ μακροβιότητος της Α.Α.Μ. του φιλευσπλάγχνου και φιλολάου ημών Ανακτος, του νυχθημερόν επιδιώκοντος την ευημερίαν και ευτυχίαν των πιστών Αυτού υπηκόων πάσης τάξεως, εκφράζω Υμίν από καρδίας τας απείρους ευχαριστίας μου, προς δε συγχαίρω τη Υμετ. Σεβασμιότητι επί τω ότι ηξιώθη να εορτάση πανηγυρικώς τα εγκαίνια της προ 33 ετών αρξαμένης και εσχάτως περατωθείσης οικοδομής του Ιερού Μητροπολιτικού ναού του Αγ. μεγαλομάρτυρος Μηνά. Θεωρώ δ’ εμαυτόν λίαν ευτυχή και διότι το γεγονός τούτο συνέπεσεν ακριβώς επί των ημερών της διοικήσεως της Α. Εξοχότητος του Γεν. Διοικητού ημών Αλεξάνδρου Καραθεοδωρή-πασά”.

Η Α.Σ. απήντησεν ως εξής περίπου εις την συγχαρητήριον προσφώνησιν της Α. Εξ. του Διοικητού Ηρακλείου: “Ευχαριστώ θερμώς τη Υμ. Εξοχότητι και διά τα εγκάρδια συγχαρητήρια, τα οποία μοί απευθύνετε επί τοις εγκαινίοις του ιερού ναού του αγίου μεγαλομάρτυρος Μηνά και διά την πρόθυμον υποστήριξιν, ήν αείποτε μοί παρέχετε εν τη εκτελέσει των καθηκόντων μου. Αι υπέρ μακροβιότητος της Α.Α.Μ. του σεπτού ημών άνακτος διάπυροι ευχαί εμού τε και του ποιμνίου μου προέρχονται εξ ευγνωμονούσης καρδίας δια την πατρικήν αγάπην, ήν τρέφει προς τους υπηκόους Αυτής παντός θρησκεύματος η Α.Α.Μ. και δια την ενδελεχή μέριμναν, ήν υπέρ της ευημερίας αυτών καταβάλλει Αύτη”. Μετά ταύτα η Α. Εξ. ο Γεν. Διοικητής ειπών, ότι σκοπεί να αναχωρήση μετ’ ολίγας ώρας εις Χανία, απεχαιρέτισε την Α.Σ. και εξήλθε της αιθούσης μετά της Α. Εξ. του Διοικητού Ηρακλείου. Εις την παράκλησιν της Α.Σ. όπως παραμείνη επί 2-3 ημέρας εν Ηρακλείω, ίνα γνωρίση καλλίτερον την πόλιν ημών, η Α. Εξ. απήντησεν, ότι επείγουσαι εργασίαι δεν επιτρέπουσιν αυτώ να πράξη τούτο εν τω παρόντι, αλλ’ ότι επιφυλάσσεται να το πράξη βραδύτερον. Η Α. Εξ. εγευμάτισεν εν τω Διοικητηρίω, μετά δε το γεύμα επεσκέψαντο αυτήν, εν σώματι η Α.Σ. ο Μητροπολίτης και πάντες οι επίσκοποι. Κατόπιν μετεκαλέσατο παρ’ εαυτώ τους κ.κ. βουλευτάς του Τμήματος Ηρακλείου, μεθ’ ών συνδιελέχθη επί πολλήν ώραν και είτα προπεμπόμενος υπό της Α. Εξ. του Διοικητού Ηρακλείου, των κ.κ. βουλευτών του κ. δημάρχου Ηρακλείου, του ιερολογ. Καδή και πολλών προκρίτων πολιτών κατήλθεν εις τον λιμένα και επιβάς του “Ισμαήλ” απήλεθν εις Χανία περί την 9 ώραν της Κυριακής τουρκιστί.

Τα εγκαίνια του ναού επανηγύρισεν ο λαός επί τρεις ημέρας, μόλις δε μετά μεσημβρίαν της Τρίτης ήρχισε να διαλύη τας αψίδας. Οι πλείστοι των εκ των επαρχιών ελθόντων παρέμειναν εν τη πόλει μέχρι της ημέρας ταύτης. Επίσης παραμένουσιν εν τη πόλει ημών μέχρι σήμερον και πάντες οι επίσκοποι. Εν τω άρτι εγκαινισθέντι ναώ τελείται καθ’ εκάστην αρχιερατική λειτουργία υφ’ ενός επισκόπου, είς ην φοιτά πολύ πλήθος.

Αι εισπράξεις του ναού κατά τας ημέρας της πανηγύρεως των εγκαινίων ανήλθον εις 500 περίπου εικοσόφραγκα, ποσόν υπερβαίνον τας ελπίδας πάντων. Ο κύριος λόγος της τοιαύτης γενναιοδωρίας των εορταστών εν τη παρούση οικονομική καχεξία είνε, ότι ο εγκαινισθείς ναός του Αγίου Μηνά θεωρείται, ως και είνε όντως, λαϊκόν δημιούργημα και η φιλοτιμία του λαού επιθυμεί να συντελέση και εις την πλουσίαν διακόσμησιν του δημιουργήματος αυτού. Αλλως δ’ ο πολιούχος της ημετ. πόλεως Αγιος Μηνάς είνε λίαν προσφιλής ού μόνον εν τη πόλει μας, αλλά και εν πάση τη νήσω.

Η παράδοσις συνέδεσε το όνομα του θαυματουργού αγίου στενώς μετά της ημετ. πόλεως. Οίας λατρείας τυγχάνει ο Αγ. Σπυρίδων παρά των Κερκυραίων, ο Αγ. Γεράσιμος παρά των Ζακυνθίων και ο Αγ. Διονύσιος παρά των Κεφαλλήνων, τοιαύτης λατρείας τυγχάνει και ο Αγιος Μηνάς παρά των ημετ. συμπολιτών.

Εάν υπέρ το δέον εξετείναμεν την περιγραφήν των κατά την πανήγυριν των εγκαινίων του Αγ. Μηνά, ζητούμεν συγγνώμην παρά των ημετ. αναγνωστών, των παρευρεθέντων εν τη πανηγύρει ταύτη και επομένως μη αισθανομένων την ανάγκην να μάθωσι τα κατ’ αυτήν εκ του ημετ. φύλλου καθώς και των μη ενδιαφεραμένων να γνωρίζωσι τας λεπτομερείας της Τοπικής ταύτης πανηγύρεως ημών. Η περιγραφή της τελετής εγένετο κυρίως χάριν των μακράν της ημετ. πόλεως ζώντων συμπολιτών των μη δυνηθέντων δια τούτον ή εκείνον τον λόγον να έλθωσι και συνεορτάσωσι μεθ’ ημών τα εγκαίνια του ναού. Τούτους επιθυμούντες να καταστήσωμεν πως κοινωνούς της επί τη εορτή των εγκαινίων χαράς των συμπολιτών αυτών εγράψαμεν τανωτέρω.

Ο εσωτερικός και εξωτερικός ευπρεπισμός του εγκαινιασθέντος ναού εγένετο υπό την επίβλεψιν της Α.Θ. του αγ. Χερρονήσου κ. Διονυσίου.

Ο ναός χωρεί 4 περίπου χιλιάδας ανθρώπους. Το τέμπλον θα γείνη εκ μαρμάρου, καθώς και ο αρχιερατικός θρόνος. Ελλείψει χρημάτων και χρόνου εγένοντο προσωρινώς αμφότερα εκ ξύλου, αλλά βραδύτερον θα αντικαστασταθώσιν.

Ο αρχιτέκτων του ναού Α. Μούσης, αφ’ ού εξ αρχής μέχρι τέλους επεστάτησεν εις την ανέγερσιν αυτού και είδεν αυτόν περατωθέντα, απέθανε προ 9 μηνών και δεν επρόφθασε να ίδη τα εγκαίνια αυτού.

Ο λόγος του Μητροπολίτη Κρήτης Τιμοθέου Καστρινογιαννάκη

 

“Και πολλοί, οι είδοσαν τον οίκον τον πρώτον και τούτον τον οίκον εν οφθαλμοίς αυτών, έκλαιον φωνή μεγάλη”.

(Εσδρας 3.13).

Και ήσαν δάκρυα χαράς τα δάκρυα εκείνα του λαού Ισραήλ, και ήτο φωνή ψυχικής ευφροσύνης η μεγάλη εκείνη φωνή επί τη αναμνήσει του πάλαι ναού και επί τη ανοικοδομήσει του δευτέρου.

Κλαίομεν και ημείς σήμερον συγκεκινημένοι και χαίροντες, διότι ηξιώθημεν να ίδωμεν εις πέρας ηγμένον το μέγα έργον, το οποίον εθεμελίωσαν μεν οι πατέρες ημών, συνεπληρώσαμεν δε, ευδοκία Θεού, ημείς τα τέκνα εκείνων. “Ευλογητός Κύριος ο Θεός των πατέρων ημών” (Εσρας 7. 27). “Ευλογητός Κύριος σήμερον, ος έδωκε κατάπαυσιν τω λαώ αυτού” (Βασιλ. Γ. 8. 56).

Και τα δάκρυα ημών δεν είνε τέκνα αμιγούς χαράς. Οχι! Διακρίνω εν πολλοίς τούτων και δάκρυα λύπης επί τη αναμνήσει υπάρξεων προσφιλών, υπάρξεων, αίτινες προέλαβον ημάς εις την αιωνιότητα. Και κλαίομεν, διότι και εκείνοι δεν συμπαρίστανται μεθ’ ημών σήμερον εν τω εγκαινιασμώ του ναού τούτου, και δεν συνενόνουσι τας δεήσεις αυτών και ικεσίας ταις ημετέραις εντεύξεσι και λιταίς.

Αλλ’ εκείνοι αοράτως ήδη περιιπτάμενοι συνεορτάζουσι κοινήν προς ημάς την εορτήν, αντ’ αυτών δε βοώσιν οι λίθοι ούτοι επί της γης· “εάν ούτοι σιωπήσωσιν, οι λίθοι κεκράξονται”, είπεν ο Κύριος.

Μετέστησαν εκείνοι, αλλά κατέλιπον ημίν υπομνήματα της εκείνων ζωής τους λίθους τούτους, εξ ων απαρτίζονται και ούτος ο μέγας και εκείνος ο μικρός της πόλεως ναοί. Ναι σώζονται και θα παραμένωσιν ασάλευτοι, εφ’ όσον ο του παντός συνοχεύς Κύριος θέλει, οι δύο ούτοι ναοί, μνημεία προφανή της ευσεβείας και πίστεως των πατέρων ημών και θα εξαγγέλλωσιν εις τους απογόνους εκείνων παρελθόντων χρόνων ιστορίαν· “εάν ουτοι σιωπήσωσιν, οι λίθοι κεκράξονται”.

Παρέρχονται η μια μετά την άλλην αι γενεαί· οι νεώτεροι διαδέχονται τους πρεσβυτέρους, αφίνουσι δε ίχνη της διαβάσεως αυτών τα λιθόκτιστα ταύτα σκηνώματα της θεότητος, βιβλία ανοικτά του πολιτισμού, των ηθών, του βίου αυτών, φωνογράφους, ούτως ειπείν, αψευδείς των αίνων και δεήσεων της χαράς και ευφροσύνης, αλλά και των στεναγμών και των θρήνων, των βασάνων και των εκπνοών πάντων, όσοι δια των αιώνων διήλθον δι’ αυτών. Ηθλον έθνη και λαοί, έζησαν, έδρασαν, κατεκτήθησαν, κατέκτησαν, εξέλιπον, παρήλθον. Τί εναπένειμεν εξ αυτών; πόθεν γινώσκονται; λίθοι μόνοι βρόσι τα ονόματα αυτών· “οι λίθοι κεκράξονται”.

Βοά ο Παρθενών, κηρύττει η Γόρτυς, υμνωδούσιν οι Δελφοί το κλέος και το μεγαλείον των αρχαίων Ελλήνων. Απηχούσιν αι υπόγειοι των ιερών κατακομβών στοαί τους στεναγμούς και τας μηστηριώδεις ευχάς των πρώτων ημών αδελφών εν τη πίστει. Διαφαίνονται έτι τα ευσεβή των πάλαι εν Βυζαντίω χριστιανών αισθήματα εν τας μόλις διαγραφομέναις ιεραίς τοιχογραφίαις της Αγίας Σοφίας, οι θόλοι της οποίας αντιλαλούσιν έτι τας μελιρρύτους των θεσπεσίων χορών υμνωδίας, αλλά και τον κοπετόν της τελευταίας αγίας και ιεράς λειτουργίας. Αλλά τι μεθίσταμαι εις χώρας μακράν αφ’ ημών κειμένας; Εντείναται μικρόν την προσοχήν. Εισέλθετε εις τον μικρό εκείνον ναόν. Ακούσατε, ακούσατε τους λίθους της οικοδομής άδοντας ύμνους δόξης και τιμής των προγόνων ημών. Εξετάσατε επισταμένως αυτούς, και θα ίδητε πώς έζων αι γενεαί εκείναι. Στενός και πεπιεσμένος, ως είνε ο ναός, παράγει εν ύμιν την εικόνα όρνιθος, ήτις υπεγείρει εξηπλωμένας τας πτέρυγας και δέχεται υπό την σκέπην αυτών τους διωκομένους και επτοημένους νεοσσούς της. Ούτω διωκόμεναι αι μητέρες ημών εκείναι γεναιαί, ουδαμού άλλοθι εύρισκον παραμυθίαν των κυκλούντων αυτάς παντοίων ανιαρών ή εν τω στενώ εκείνων πλην αγίω χώρω. Εκεί προστρέχοντες έκλαιον απωρφανισμένα τέκνα και αποτεκνωθέντες γονείς. Ιδετε· οι στεναγμοί αυτών ανερχόμενοι αναγινώσκονται έτι και νυν εν τοις υπ’ αυτών μελανθείσι λίθοις. Ο επί των κεφαλών των εκκλησιαζομένων επικαθήμενος θόλος είνε πιστή απεικόνισις των ασκουμένων πιέσεων, και ο λάμπων σταυρός δεικνύει την οδόν του μαρτυρίου, εις το οποίον ήγε τότε η εν τω κόσμω τούτω ζωή πάντων των εις τον σταυρωθέντα θεάνθρωπον πιστευόντων. Μια εκ πάντων των λίθων εκείνων ακούεται φωνή. “Πιστεύετε εις τον Θεόν και αγαπάτε την πατρίδα, σέβετε την εκκλησίαν και υφίστασθε πάσαν θυσίαν υπέρ των τριών τούτων, εάν θέλητε να ονομάζησθε και ήτε άξιοι υιοι των τοσαύτα υπέρ των τριών τούτων θυσάντων και αγαθά και σεμνά πατέρων ημών, ους ημείς εσκέπομεν και εφρουρούμεν.

Ευγνωμονείτε τοις πατράσιν ημών και προσέρχεσθε και υμείς ως εκείνοι προς ημάς, όπως προσλαμβάνητε θάρρος και δύναμιν εν τη ενασκήσει του θρησκευτικού και κοινωνικού καθήκοντος. “Καθήκον! Ιδού ο βίος όλων εκείνων, οίτινες συνηρμολογήσαντο ημάς εις ναόν άγιον. Γενώμεθα ευπεθείς εις την φωνήν ταύτων των λαλούντων αψύχων λίθων και μιμηταί των πατέρων ημών, ας παραδώσωμεν εις τα τέκνα ημών ανημμένους τους τρεις εκείνους πυρσούς του προς τον Θεόν, την πατρίδα και την εκκλησίαν καθήκοντος, υφ’ ων και εκείνοι διακαιόμενοι και καταυγαζόμενοι παρέσχον εαυτούς τύον και υπογραμμόν ευσεβείας και φιλοπατρίας.

Στρέψωμεν ήδη τον νουν και την προσοχήν ημων εις τον νεόδμητον τούτον ναόν του αυτού Αγίου μεγαλομάρτυρος Μηνά. Ακούσωμεν τους λίθους τούτους, οίτινες μεγαλοπρεπώς ανέρχονται εις ύψος και κάλλος άρρητον. Εσμέν, λέγουσι προς ημάς, έργον πίστεως ευσεβούς γενεάς. Εμέ προσεκόμισαν χείρες ιεραί Ιεράρχου Διονυσίου του εξ Αδριανουπόλεως, εν τη άνω ήδη Ιερουσαλήμ αναγεγραμμένου· ημάς, λέγουσιν έτεροι, προσεκόμισαν ώμοι των της πόλεως ηγετών και προκρίτων, ημάς, λέγουσιν άλλοι, προσήγαγον δεσποινών ευσεβών χείρες και λαού Χριστωνύμου ζήλος ο ένθεος και απετελέσθη εξ ημών έργον, του οποίου το κάλλος ίσον προς το μεγαλείον.

Εσμέν, λέγουσιν ημίν οι λίθοι ούτοι, μέλη ρυθμού εντελώς χριστιανικού. Εάν ίδητε τους τέσσαρας εκείνους υψηλούς πινσούς, οίτινες υψούνται ως φυγάδες της γης και σπεύδουσιν ως ερασταί προς τον ουρανόν, ο νουν ημών και άκων θ’ ανυψωθή προς το άπειρον. Εάν στρέψητε το βλέμμα υμών προς τα μεγαλοπρεπείς στοάς και τα αρχιτεκτονικά διαγράμματα, θα πληρωθή η καρδία ημών ευφροσύνης και αγαλλιάσεως.

Και όντως ο εισερχόμενος εν τω ναώ τούτω αισθάνεται εαυτόν αναγόμενον εις κόσμον άλλον, εις ατμόσφαιραν υψηλοτέραν και διαυγεστέραν, νομίζει εαυτόν εστώτα εν αυτοίς τοις Ουρανοίς· “οι λίθοι κεκράξονται”.

Και ήδη ο ναός ούτος υψιτενής και περίλαμπρος εις αιώνας τους μέλλοντας θα μιμνήσκη ημίν τε και τοις επιγιγνομένοις, ότι ίνα υψωθή τις εις τον Ουρανόν και γένηται μέτοχος της αγίας εκείνης δόξης και περιπατήση εν τω φωτί της Καινής Ιερουσαλήμ (Αποκάλ. 21. 24) οφείλει να έχη υπογραμμόν τον ναόν τούτον. Αψίδες πολλαί και ποικίλαι, η ετέρα την ετέραν συνέχουσαι και υποβασταζόμεναι, ανάγουσιν αρμονικώς και εν αλληλοβοηθεία ούτως ειπείν, το οκοδόμημα εις την κατακλείδα, αφ’ ης ως από θρόνου Ουρανίου ο των πάντων έφορος και προνοητής Θεός επιβλέπει και επισκοπεί το δοξολογούν αυτόν χριστώνυμον ποίμνιον, όπερ δια του ιδίου αίματος εξηγόρασε και προσεκτήσατο.

Αν θέλητε και υμείς να δοξασθήτε μέχρις εκείνου, όστις είπεν “εάν υψωθώ εκ της γης, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν (Ιωαν. 12. 32). “Ούτω και υμείς οικοδομείσθε εις κατοικητήριον του Θεού εν Πνεύματι” (Εφεσ. 2. 22). Εχοντες την εις αλλήλους αγάπην, ομονοούντες εν παντί, συνεργαζόμενοι και αλληλοβοηθούμενοι αδελφικώς, ως τέκνα μιας και της αυτής μητρός, της Εκκλησίας, ως ποίμνιον ενός και του αυτού ποιμένος, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ως καλλίκαρπα κλήματα μιας και της αυτής αμπέλου, του Σωτήρος ημών, θ΄ αποβήτε εκ ζώντων λίθων “οίκος πνευματικός, ιεράτευμα άγιον ανενέγκαι πνευματικάς θυσίας ευπροσδέκτους τω θεώ δια Ιησού Χριστού” (Α’ Πέτρου 2. 5.).

Ειρήνη πάσιν υμίν· ειρήνη τοις συλλειτουργούσιν ημίν αδελφοίς εν Χριστώ αγίοις Αρχιερεύσιν και τω καθ’ ημάς και τω κατ’ αυτούς ιερώ κλήρω· ειρήνη πάσι τοις πιστοίς και ευσεβέσι χριστιανοίς ζώσι και εν Κυρίω τεθνεώσι, τοις βοηθήσασιν υμίν εις αποπεράτωσιν του ιερού τούτου έργου. Ειρήνη σοι τω μεγαλοπρεπεί και ενδόξω οίκω τούτω, όστις σκέπεις ημάς υπό τον υπερήφανον Ουρανόν των στοών τούτων. Ιδού ανέτειλεν η ημέρα η από γενεών προετοιμαζομένη σοι τω “οίκω του Θεού”, η ημέρα των Εγκαινίων σου, η ημέρα της καθιερώσεώς σου, η ημέρα της πανηγύρεώς σου. Πανηγύρεως και τοις νυν και τοις μετέπειτα, πανηγύρεως και τοις εγγύς και τοις μακράν, πανηγύρεως πάσι τοις ιδούσι τον ήλιον λάμποντα εν τη περιφερεία σου. Αιωνία η μνήμη των αοιδίμων κτιτόρων και ιδρυτών των συνεισενεγκάντων εις την οικοδομίαν σου, ους προ ημών προσεκαλέσατο παρ’ εαυτώ ο Υψιστος. Ευλογία παρά Θεού και χάρις και έλεος και εκείνοις, οίτινες συμπαρίστανται μεθ’ ημών εις τον εγκαινισμόν σου, και εκείνοις, οίτινες κωλυόμενοι, μακράν ημών συνεορτάζουσι τω πνεύματι συν ημίν σήμερον. Το μνημόσυνον πάντων τούτων εις γενεάν και γενεάν.

Και ήδη δεύτε εν ευσεβεία και φόβω Θεού εκ πυρπολουμένης εξ αγάπης καρδίας, δεύτε προσαγάγωμεν το πρώτον εν τω εγκαινισθέντι ναώ τούτω την θείαν αναφοράν την αναίμακτον θυσίαν του Κυρίου. Δεύτε αναλάβωμεν τον Χριστόν, όστις εστίν η αγάπη εν ταις καρδίαις ημών, όπως γενώμεθα άξιοι αναγραφήναι “εν τω βιβλίω της ζωής του αρνίου” (Αποκλ. 21. 27) και εισέλθωμεν εν τη πόλει τη αγία τη Καινή Ιερουσαλήμ, εν η ναός ου έστι “ο γαρ Κύριος ο Θεός Παντοκράτωρ ναός αυτής έστι και το αρνίον (Αποκλ. 21. 22).

“Και νυν, Κύριε, έστωσαν δη οι οφθαλμοί σου ανεωγμένοι εις την δέησιν του τόπου τούτου”. Επάκουσον ημών Κύριε, ως επήκουσας Δαβίδ και Σολομώντος των βασιλέων σου. “Και νυν ανάστηθι Κύριε ο Θεός εις την καταπαυσίν Σου, Συ και η Κιβωτός της ισχύος σου. Οι ιερείς σου, Κύριε, ο θεός ενδύσαιντο σωτηρίαν και οι υιοί Σου ευφρανθήτωσαν εν αγαθοίς” (Παραλ. Β’ 6 40, 41).

Του Αλ. Α. Ανδρικάκη andrikakis@patris.gr

 

http://archive.patris.g





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *