Η πτώση του Χάνδακα στις 7 Mαρτίου 961 . Μια ξεχασμένη επέτειος

Το τέλος της Αραβοκρατίας στην Κρήτη
Η πτώση του Χάνδακα στις 7 Mαρτίου 961 . Μια ξεχασμένη επέτειος

 

Του Γιώργου Παναγιωτάκη*

Στη μακρόχρονη ιστορία της Κρήτης δεν είναι λίγες οι επέτειοι που ακτινοβολούν και ταυτίζονται με σημαντικά ιστορικά γεγονότα.

Τα γεγονότα αυτά άλλοτε ανακαλούν στη μνήμη μας θλιβερές επετείους και αποφράδες μέρες και άλλοτε ευχάριστα συμβάντα και περιστατικά ή καταληκτήριες φάσεις ενός απελευθερωτικού αγώνα.

Στην τελευταία κατηγορία εντάσσεται και η πτώση του οχυρού του Χάνδακα στις 7 Μαρτίου 961 μετά από πολύμηνη πολιορκία, που σήμανε και το τέλος της Αραβοκρατίας στην Κρήτη (824-961), Σε συντομία η περίοδος αυτή εξελίσσεται κατά τον ακόλουθο τρόπο.

Επί αυτοκράτορα Μιχαήλ Τραυλού και με αφορμή μια κρίση που ξεσπά στο μουσουλμανικό στοιχείο της Ισπανίας, ο αρχηγός της Κόρδοβας Αμπού Χαψ Ομάρ, που οι Bυζαντινοί ονομάζουν Απόχαψι, αναγκάζεται να μετακινηθεί με το λαό του, αναζητώντας νέο τόπο εγκατάστασης.

Ο λαός αυτός, στοιχείο πειρατικό και τυχοδιωκτικό από τη φύση του, εγκαθίσταται προσωρινά στην Αίγυπτο. Η αντίδραση όμως της Αιγύπτου τους κάνει ν’ αλλάξουν πορεία και να στραφούν προς την Κρήτη. Η ενέργεια αυτή της Αιγύπτου εξυπηρετεί διπλό σκοπό. Την απαλλαγή της από το ανεπιθύμητο αραβικό στοιχείο και τη διάνοιξη του δρόμου προς την Κρήτη, που στην κατάλληλη ευκαιρία θα τον ακολουθήσει η ίδια.

Ανοίγει λοιπόν μια νέα περίοδος στο ιστορικό κεφάλαιο της Κρήτης, που στάζει αίμα και δάκρυ.

Το 824 οι Αραβες κατορθώνουν να κατακτήσουν την Κρήτη, που προσφέρεται για να χτίσουν τα κάστρα της κυριαρχίας τους και να εξαπολύουν τις πειρατικές τους επιδρομές. Κατά μια άποψη, η απόβαση γίνεται στον όρμο της Ψαρής Φοράδας, στην περιοχή της Βιάννου. Κατά μια άλλη, η απόβαση γίνεται στον ακρωτήριο Λίθινο, ανατολικά του κόλπου της Μεσαράς. Σύμφωνα με μια παράδοση, για να αναγκάσει ο Αμπού Χαψ τους στρατιώτες να αγωνιστούν για την κατάκτηση της γης που “ρέει μέλι και γάλα”, καίει τα πλοία.

Η κατάσταση της Κρήτης στην επιδρομή αυτή δεν φαίνεται να είναι δύσκολη, χωρίς να μπορούν να ερμηνευτούν οι λόγοι. Οι απόψεις των ιστορικών στο θέμα αυτό διχάζονται ή και συγκρούονται μεταξύ τους. Το Βυζάντιο επικεντρώνει τα ενδιαφέροντά του και εξαντλεί τη δραστηριότητά του στα προβλήματα που δημιουργεί η εσωτερική κρίση που ξεσπά στην Αυτοκρατορία. Αποτέλεσμα της κρίσης είναι να εξασθενεί η άμυνα και να παραμελείται η ασφάλεια των παραλίων και των νησιών.

Το στοιχείο αυτό είναι γνωστό στους Αραβες και το εκμεταλλεύονται για να καταλάβουν το νησί, που η κατάκτησή του, αποτελεί ισχυρό κόλαφο για το Βυζάντιο.

Αφού κατακτούν οι Αραβες ένα φρούριο με μεγάλη στρατηγική σπουδαιότητα, δημιουργούν το πρώτο οχυρό και απλώνονται προοδευτικά στο υπόλοιπο νησί, καταστρέφοντας τα φρούρια των Βυζαντινών. Το ισχυρό αυτό οχυρό είναι ο Χάνδακας, το σημερινό Ηράκλειο. Για αποτελεσματικότερη προστασία και μεγαλύτερη περιχαράκωση του Χάνδακα, ανοίγουν βαθιά κυκλική τάφρο (χαντάκι), που κατά μια άποψη δίνει το όνομά του στην πόλη και το διατηρεί ως το έτος 1824.

Από ανεύρεση αραβικών νομισμάτων σ’ ορισμένες περιοχές της Κρήτης, συνάγεται το συμπέρασμα, χωρίς τούτο να είναι ιστορικά απολύτως τεκμηριωμένο, ότι οι Αραβες ή Σαρακηνοί, όπως ονομάζονται διαφορετικά, δεν καταλαμβάνουν ολόκληρο το νησί, αφού για την άσκηση των πειρατικών τους επιδρομών χρειάζονται μόνο παράλια ορμητήρια βασικά.

Ο Χάνδακας αποτελεί το ισχυρότερο κέντρο εξόρμησης και ένα τόπο, όπου συγκεντρώνονται τα λάφυρα των διαρπαγών και της λεηλασίας. Αποτελεί το μεγαλύτερο κέντρο δουλεμπορίου στο Μεσογειακό χώρο.

Η Κρήτη η “θεόλετος νήσος” όπως την αποκαλούν οι βυζαντινοί, αποκόβεται από τον κορμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Βυθίζεται στο πυκνό πνευματικό σκοτάδι μιας μακρόχρονης αραβικής νύχτας. Οπισθοδρομεί οικονομικά και ο πολιτισμός της υποχωρεί μπροστά στο νέο κατακτητή.

Οι Αραβες οργανώνουν ένα ιδιότυπο Εμιράτο, χωρίς ισχυρή εξάρτηση από τα άλλα αραβικά κέντρα.

Ο πληθυσμός της Κρήτης πάντως αντιστέκεται κι αποφεύγονται έτσι εθνολογικές αλλοιώσεις και εξισλαμισμοί. Σημειώνεται βέβαια μια μικρή φυσιολογική φθορά στα αστικά κέντρα, που επηρεάζονται περισσότερο από τις περιστάσεις που επικρατούν, αλλά ο κόσμος στην ύπαιθρο μένει ανέπαφος απ’ αυτές τις επιρροές, διατηρώντας έτσι τη γλώσσα του, τα ήθα και τα έθιμά του, τη θρησκεία και τις παραδόσεις του.

Το Βυζάντιο βέβαια, δεν μένει αδιάφορο στην αραβική πρόκληση. Προσπαθεί ν’ ανακτήσει την Κρήτη, παρά τις δυσκολίες που υπάρχουν, από τη μεγάλη απόσταση, την επικινδυνότητα των θαλασσών και τους πολυμέτωπους αγώνες που διεξάγει.

Η ανάκτηση της Κρήτης, δεν εξυπηρετεί μόνο λόγους γοήτρου. Με την Κρήτη αραβοκρατούμενη, χάνεται μια μεγάλη επαρχία της βυζαντινής αυτοκρατορίας κι ένα νευραλγικό και ευαίσθητο σημείο της Μεσογείου, που εξασφαλίζει τον έλεγχο των θαλάσσιων δρόμων και την ασφάλεια των θαλασσών.

Στέλνει τον στρατηγό Φωτεινό, αλλά η επιχείρησή του καταλήγει σε αποτυχία. Την ίδια τύχη ακολουθεί και ο στρατηγός Κρατερός, ο οποίος κατορθώνει να αποβιβάσει το στρατό του στην Αμνισό, ανατολικά του Ηρακλείου, και σημειώνει προσωρινές επιτυχίες.

Κατατροπώνεται όμως από τους Σαρακηνούς, για να μείνει η οδυνηρή ανάμνηση του παραλλαγμένου ονόματος Καρτερός ως τοποθεσία που σώζεται μέχρι σήμερα.

Επακολουθούν τέλος και άλλες, χωρίς αποτελέσματα, επιχειρήσεις για την ανάκτηση της Κρήτης.

Ερχεται όμως η μεγάλη στιγμή, που την περιμένει πάντα η Ιστορία, για ν’ αλλάξει την πορεία της. Η στιγμή αυτή χαρίζει τη δόξα της απελευθέρωσης της Κρήτης στον αραβομάχο στρατηγό Νικηφόρο Φωκά, ο οποίος ξεκινώντας στα τέλη Ιουνίου του 960 από τον Κεράτιο κόλπο, φτάνει τον επόμενο μήνα στην Κρήτη.

Αν και οι πληροφορίες σχετικά με την πολεμική δύναμη που τον συνοδεύει είναι αντιφατικές, φαίνεται ότι ο Νικηφόρος Φωκάς αποβιβάζει στην Κρήτη μια τεράστια στρατιωτική και ναυτική δύναμη. Κατά μια άποψη, η δύναμη του στόλου σε αριθμό πλοίων ξεπερνά τις 3.000. Η αποβίβαση του στρατού του γίνεται στην παραλία του Αλμυρού, δυτικά του Ηρακλείου, γιατί αντικειμενικός του στόχος είναι η κατάληψη του φρουρίου του Χάνδακα, η πολιορκία του οποίου αρχίζει τον Ιούλιο του 960 και διαρκεί ως το Μάρτη του 961. Οι Άραβες βέβαια υπερασπίζονται το φρούριο με καρτερία και αξιοθαύμαστη γενναιότητα, αλλά η νίκη στεφανώνει τελικά τα όπλα των Βυζαντινών. Τα όπλα αυτά είναι: Γιγάντιες μηχανές για εκσφενδόνιση λίθων, τεράστιοι σιδερόφρακτοι κριοί για τη διάσειση των τειχών, σφεντόνες, μεταλλικά βλήματα που εκσφεδονίζονται με μηχανές, μείγματα χημικών ουσιών (υγρόν πυρ), σκεύη με καυτό λάδι ή λίπος κ.α.

Με τα φοβερά αυτά μέσα πολιορκείται ο Χάνδακας και το πανίσχυρο φρούριο λυγίζει και υποκύπτει τελικά στις 7 Μαρτίου 961. Επακολουθεί άγρια σφαγή, φωτιά, λεηλασία, καταστροφή, θρήνος.

Γίνεται λόγος για 200.000 νεκρούς και το κακό θα μπορούσε να πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις, αν δεν έκανε προσωπική παρέμβαση ο Νικηφόρος Φωκάς. Μεγάλος αριθμός Σαρακηνών συλλαμβάνεται επίσης και μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη. Με τους αιχμαλώτους μεταφέρονται και θησαυροί αμύθητης αξίας, φορτωμένοι σε 300 φορτηγά πλοία.

Μέρος από τους θησαυρούς αυτούς διασώζεται στη μονή της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους. Ο Νικηφόρος Φωκάς δεν απελεύθερώνει απλώς την Κρήτη. Με την άλωση του φρουρίου του Χάνδακα, απελευθερώνονται οι θαλάσσιοι δρόμοι της Μεσογείου που μένουν κλειστοί 137 χρόνια εξαιτίας της αραβικής μάστιγας.

Οπως γράφει ο Σλουμπερζέ: “Η υπηρεσία που πρόσφερε το Βυζάντιο με τη νίκη αυτή στην πολιτισμένη ανθρωπότητα, υπήρξε τεράστια”.

*O Γιώργος Παναγιωτάκης είναι ιστορικός – ερευνητής

 

.patris.gr





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *