Αποχαιρετισμός στη Δασκάλα Βαγγελιώ Καδιανάκη Δημοπούλου

Αποχαιρετισμός στη Δασκάλα Βαγγελιώ Καδιανάκη Δημοπούλου

 

Γράφει η Ζωή Παπαδάκη

Η Βαγγελιώ Καδιανάκη Δημοπούλου, γεννημένη το Νοέμβρη του ΄43 μέσα στις φλόγες του πολέμου και του θρήνου για την καταστροφή των χωριών της επαρχίας Βιάννου, κουβαλούσε από νωρίς βιώματα και μνήμες που την σημάδεψαν και την προσανατόλισαν στην επιδίωξη της αληθινής ουσίας της ζωής. Γαλουχημένη με αξίες και αρχές του ανθρωπισμού, από γονείς που διέθεταν ψυχική, πνευματική και ηθική καλλιέργεια και την καθοδήγησαν μαζί με τ΄ αδέρφια της στο δρόμο της Δικαιοσύνης, της Αρετής, της Αλληλεγγύης, της Ανεκτικότητας, της Διαλλακτικότητας και της Αισθητικής επέλεξε να υπηρετήσει την καθολική Επιστήμη που περικλείει όλες αυτές τις αξίες μαζί, την Παιδαγωγική. Σπούδασε στη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών, σ΄ ένα από τα πιο πρωτοποριακά πανεπιστήμια της χώρας, στην εποχή της εκπαιδευτικής και γλωσσικής μεταρρύθμισης, με καθηγητή τον Ευάγγελο Παπανούτσο, όπου της μεταλαμπαδεύθηκαν οι αρχές της Νέας Επιστήμης της Παιδαγωγικής που εφαρμόζονταν και διδάσκονταν ως τότε στην εξελιγμένη Δύση. Δίδαξε ως δασκάλα τον μεταναστευτικό Ελληνισμό στη Γερμανία, συμβάλλοντας στη διατήρηση της ζωντανής ελληνικής γλώσσας και του Ελληνισμού, απέναντι στον από τότε διαφαινόμενο κίνδυνο της παγκοσμιοποίησης και της εξαφάνισης των εθνικών γλωσσών και στη συνέχεια εργάστηκε ως δασκάλα στο Μαντούδι της Β. Εύβοιας και την Κρήτη ως τα τέλη της δεκαετίας του ΄80, γαλουχώντας γενιές επιστημόνων με τις ίδιες αξίες που διείπαν την ίδια.

Υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη του σωματείου Φίλοι της Πινακοθήκης Βιάννου “Σάββας Πετράκης”, φίλη και ευεργέτρια της Πινακοθήκης και ανήκε στη χορεία εκείνων των ανθρώπων που οραματίστηκαν, ονειρεύτηκαν και εργάστηκαν για την υλοποίηση αυτού του μεγαλεπήβολου σχεδίου. Σε όλα τα στάδια του σχεδιασμού, της πρώτης έκθεσης των έργων, της αποπεράτωσης του κτιρίου, ήταν ενεργά παρούσα και συμμετοχική.  Το αριστουργηματικό πορτραίτο του ζωγράφου Μόσχου, «Μανώλης Καδιανάκης», ένα από τα μεγάλα ευεργετήματα της οικογένειας Καδιανάκη στην ανεκτίμητη συλλογή της Πινακοθήκης, θα θυμίζει σε όλους μας χάρη στη διαχρονική αξία της αληθινής Τέχνης και στο δυναμισμό της απεικόνισης της εσωτερικής προσωπικότητας του δασκάλου Μανώλη Καδιανάκη, την πνευματικότητα, την ψυχική και ηθική καλλιέργεια όλων των μελών της οικογένειας Καδιανάκη, που αποτέλεσαν και συνεχίζουν ν΄ αποτελούν φωτογόνα παραδείγματα πολιτισμού στον τόπο μας.

Άνθρωπος πράος, μειλίχιος, εγκάρδιος, γελαστός, διαλλακτικός, με ευήκοα ώτα προς όλους, με διάθεση συμβουλευτική και όχι στείρα ηθικοδιδακτική, αφού δίδασκε με το παράδειγμά της, με υψηλή ενσυναίσθηση και απλοχεριά συναισθημάτων και κάθε είδους προσφοράς, με φυσικό ταλέντο παιδαγωγού όχι μόνο ως δασκάλα, αλλά και ως μάνα, αφού από πολύ νωρίς καλλιέργησε στα παιδιά της, όπως και στα ανίψια της, υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη και ενδυνάμωνε ακατάπαυστα την αυτοεκτίμηση και την επιθυμία τους για συνέχιση των προσπαθειών αυτοβελτίωσης.

Όλοι εμείς σήμερα είμαστε ευγνώμονες απέναντί της και τα διδάγματά της, των οποίων θεωρούμε αυταπόδεικτο καθρέπτισμα το ήθος και την υψηλή παιδεία που μετακένωνε καθ΄όλη τη διάρκεια της ζωής της στους γύρω της.

Θα σταθώ σ΄ εκείνο το «μάθημα» ζωής που θα μας συντροφεύει σ΄ όλη την υπόλοιπη ζωή μας ως μέγιστη παρακαταθήκη από κείνην, σε καιρούς που όλα γκρεμίζονται γύρω μας και χάνονται τ΄ αντιστύλια μας: Την αγάπη της οικογένειας, όχι μόνο της πυρηνικής, με τη σύγχρονη σημασία του όρου, αλλά και της εκτεταμένης, με την παραδοσιακή έννοια, όταν δηλαδή εκτός από τους γονείς και τα παιδιά σε μια οικογένεια συνδέονται γέροντες γονείς, ξαδέρφια και ανίψια με ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς αγάπης, αλληλεγγύης και αλληλοσεβασμού.

Σ΄ ευχαριστούμε και θα σε θυμόμαστε πάντα με αγάπη, όταν θα σμίγουμε όλοι στην αυλή σου στον Κερατόκαμπο, κάτω απ΄ το αρμυρίκι της αγάπης. Τα λόγια φτωχά και λίγα, μα συνάρμοσαν σ΄ ένα δημοτικό ποιητικό στιχούργημα που αφιερώνω στη μνήμη σου:

Το αρμυρίκι της αγάπης

Ήκουσα πως η θάλασσα μάνισε με τσ’ ανθρώπους

κι ήστειλε κύματα θεριά σ’ τσι εδικούς μας τόπους.

Μα έν’ αμοναχό δεντρί που ‘στεκε σ’ ένα βράχο,

το ‘φηκε, δεν το πείραξε, γιατί επαραπονάτο:

“Μη με χαλάσεις, θάλασσα, άφησ’ με δω να στέκω,

γιατ’ ήφυγ’ η αφέντρα μου και μου ‘πε να προσέχω,

να ρίχνω ασκιανό πολύ, να ‘ρχουνται να φιλιώνουν,

παιδιά, αγγόνια κι εδικοί και να τσι καμαρώνουν”

 





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *