Η τράπουλα (μια…βόλτα στην ιστορία της)

Η λέξη «τράπουλα», που σημαίνει τη «δεσμίδα των παιγνιοχάρτων», προέρχεται από την ιταλική λέξη «trappola», που σημαίνει «παγίδα» και «δόλος». Η τράπουλα αποτελείται από τα «τραπουλόχαρτα» ή «παιγνιόχαρτα» ή «χαρτιά» και προήλθε από το ιταλικό παιχνίδι «ταρόκ» ή «ταρόκο», που παιζόταν με χοντρά τετράγωνα ή παραλληλόγραμμα χαρτιά με αριθμημένες φιγούρες τόσο για ψυχαγωγία, όσο και για κερδοσκοπία. Αυτό, με τη σειρά του, προέρχεται από την «τράπουλα Ταρό», που επιζεί μέχρι τις ημέρες μας και έχει αποκλειστικά και μόνο αποκρυφιστικό περιεχόμενο και προορίζεται για μαντεία. Το πιθανότερο είναι η απλή τράπουλα και το Ταρό αρχικά να συνυπήρχαν, παράλληλα, στη συνέχεια να ενώθηκαν – συνδυάστηκαν και κατόπιν πάλι να διαφοροποιήθηκαν. Αυτά ως προς το πιο πρόσφατο ιστορικό παρελθόν της τράπουλας. Διότι η καταγωγή της, αβέβαιη, χάνεται μέσα στον χρόνο, στους μύθους και στις παραδόσεις.

 

Τέσσερις χώρες και λαοί ερίζουν για την πατρότητα της τράπουλας και των παιγνιοχάρτων. Δεδομένου ότι τα παιγνιόχαρτα πρέπει να είναι σύγχρονα ή σχεδόν σύγχρονα με την ανάπτυξη των γραφικών τεχνών και, βεβαίως, σε κάθε περίπτωση, σχετίζονται λογικά με αυτές, όλοι οι λαοί στους οποίους κατά καιρούς έχει αποδοθεί η επινόηση των τεχνών –τεχνικών αυτών, έχουν, αντίστοιχα, διεκδικήσει και την τράπουλα.

Ως πιο ανίσχυρη κρίνεται η άποψη περί Αράβων. Οι Άραβες πράγματι συνέβαλαν στη διάδοση κάποιων μορφών τράπουλας, πιθανόν να επέφεραν αλλαγές σ’ αυτές, αλλά δεν ήταν αυτοί που εφηύραν την τράπουλα.

Γερμανικές φιγούρες του 1545

Πιθανότερη απ’ αυτήν φαίνεται η άποψη ότι τα παιγνιόχαρτα εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην Αίγυπτο, σε ανύποπτο χρόνο, έχοντας επάνω τους θρησκευτικές απεικονίσεις. Την άποψη αυτή ασπάζονται περισσότερο οι αποκρυφιστές, που μάλιστα θεωρούν ότι η εφεύρεση των τραπουλόχαρτων χρονολογείται πριν από τον έντυπο λόγο (ακόμα και, αόριστα, «χίλια χρόνια προ Χριστού»), ότι η τράπουλα ήταν η πρώτη μορφή «βιβλίου» και ότι τα τραπουλόχαρτα, στη μορφή που είχαν τότε, αποτύπωναν συμβολικά την αρχέγονη γνώση, αποτελούσαν ένα μέρος της λατρείας του Αιγυπτίου θεού Τοθ και με τη βοήθειά τους μπορούσε να προβλεφθεί η μοίρα των ανθρώπων και το μέλλον τους, να δοθούν συμβουλές προς αυτούς και να εξηγηθεί η θέληση των θεών. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης θεωρούν ότι αυτά τα αρχέγονα «Φύλλα της Τύχης» ή «Τάροκ» αποτελούν τον «πνευματικό πρόγονο» όλων των τραπουλόχαρτων και ότι η πιο αυθεντική μορφή τους διασώθηκε ως «Τάροκ των Βοημών» και ήδη ως τράπουλα με την ονομασία «Ταρώ του Τοθ».

Ακόμα πιο πιθανή, πάντως, κρίνεται η άποψη ότι επινοήθηκαν μεταξύ 9ου και 10ου αιώνα στην Ινδία και είχαν πολεμικές αναπαραστάσεις. Η περί Ινδίας άποψη ενισχύεται από την ομοιότητα που παρατηρείται μεταξύ των συμβόλων των πρώτων ευρωπαϊκών τραπουλόχαρτων και των συμβολικών ινδουιστικών παραστάσεων. Κατά τους υποστηρικτές της άποψης αυτής, η λέξη «ναϊμπ», που εκφράζει την χαρτοπαιξία, στην ινδοστανική, σημαίνει «υπολοχαγός», κάτι που μας θυμίζει την ορολογία του σκακιού, από το οποίο, σύμφωνα με κάποιους, πιθανόν να προήλθε η τράπουλα.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι η τράπουλα δεν αποτελεί ευρωπαϊκή εφεύρεση, αφού στην Ευρώπη ήρθε από την Ασία. Από ποιους; Και για το προκείμενο ζήτημα οι θεωρίες είναι πολλές: Είτε από τους Σταυροφόρους, που την έμαθαν από τους Τατάρους, είτε από τους Άραβες της Ισπανίας, τον 14ο αιώνα, είτε, πάλι κατά τον 14ο αιώνα, από τους επιτιθέμενους στη Σικελία Σαρακηνούς, που την ονόμαζαν «ναϊμπι», είτε, κατ’ άλλες απόψεις, μέσω των ρομά αθίγγανων ή των Μαμελούκων[2]. Η ιταλική και ισπανική λέξη για τα παιγνιόχαρτα[3] έχει αραβική προέλευση[4], γεγονός που συνηγορεί για τη μεταφορά από τους Άραβες ή τους Σαρακηνούς ή και τους Σταυροφόρους[5]. Αντιθέτως η άποψη που δέχεται μεταφορά από τους Τσιγγάνους πάσχει κατά το ότι οι τράπουλες εμφανίστηκαν στην Ευρώπη πριν από τους περισσότερους Τσιγγάνους. Αναμφιβόλως, πάντως, οι τελευταίοι, με τις μετακινήσεις τους και με την ενασχόλησή τους με την χαρτομαντεία, συνετέλεσαν τα μέγιστα στη διάδοση της χρήσης της τράπουλας.

Πολύ πιθανό είναι στην Ευρώπη να έφθασαν, προοδευτικά και με ελάχιστη χρονική διαφορά, από διαφορετικούς διαύλους, διαφορετικές μορφές τράπουλας, οι οποίες στη συνέχεια να αλληλοεπηρεάστηκαν ή και να συγχωνεύτηκαν.

Τραπουλόχαρτο της εποχής της Γαλλικής Επανάστασης

Σε κάθε περίπτωση υπάρχουν αναφορές ότι παιγνιόχαρτα εμφανίστηκαν στην Ιταλία το 1299, στην Ισπανία το 1371, στις Κάτω Χώρες το 1379 και στη Γερμανία το 1377, ενώ σχετική αναφορά βρίσκουμε σε γαλλικό χειρόγραφο των αρχών του 14ου αιώνα, σε γαλλικό ποίημα του 1328 και σε άλλο έγγραφο του αρχείου του Καρόλου ΣΤ’, το 1392[6]. Ο Κάρολος Ε’, το 1369, στοχεύοντας στη διάδοση της τοξοβολίας, απαγόρευσε στους υπηκόους του να ασχολούνται με άλλα, ρητώς κατονομαζόμενα στο σχετικό διάταγμα, παιχνίδια, στα οποία, όμως, δεν περιλαμβάνονται τα χαρτιά.

Νωρίτερα, πάντως, ο Κάρολος Δ’, λέγεται πως διασκέδαζε παίζοντας χαρτιά επί πολλές ώρες κατά τη διάρκεια της μακράς ασθενείας του. Επίσης σώζεται ένα έγγραφο από την αυλή της Βραβάνδης, από το 1379, όπου αναφέρεται η αγορά μιας τράπουλας για λογαριασμό του βασιλικού ζεύγους, δηλαδή του βασιλιά Βενσεσλάς του Λουξεμβούργου και της βασίλισσας Ιωάννας της Βραβάνδης. Είναι εντυπωσιακές οι πάμπολλες αναφορές σε τράπουλες και στην χαρτοπαιξία που παρατηρούνται από το 1370 και μετά, σε όλες τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, γεγονός που αποδεικνύει την ταχύτατη διάδοση και αποδοχή τους, ενώ αξίζει να επισημανθεί ότι ο Δάντης δεν τις αναφέρει καθόλου.

Δεν φαίνεται να υπάρχουν στοιχεία για το πότε ακριβώς έφθασαν στην Αγγλία, όμως, το 1463, οι ντόπιοι κατασκευαστές ζητούν κρατική προστασία κατά των εισαγόμενων τύπων που ανταγωνίζονται σκληρά τα εγχώρια προϊόντα. Στην Ανατολική Ευρώπη έφθασαν προς τα τέλη του 15ου αιώνα, γεγονός που αποκλείει την, επίσης προταθείσα, άποψη, ότι τα τραπουλόχαρτα εισήχθησαν μέσω της Ανατολικής Ευρώπης και μάλιστα μέσω των τσιγγάνων, ενώ στην Αμερική μάλλον ήδη από την εποχή του Κολόμβου. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ήδη στα μέσα του ιστ’ αιώνα, οι Ισπανοί τα είχαν μεταδώσει στους Αζτέκους του Μεξικού, των οποίων είχε ήδη καταστεί ιδιαίτερα προσφιλής ενασχόληση.

Το ναπολεόντειο καρτόσπιτο
(Καρικατούρα εποχής)

Καθ’ όσον αφορά στους Βυζαντινούς, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία σχετικά με τράπουλες, κάτι που προφανώς σημαίνει ότι δεν πρόλαβαν να τις γνωρίσουν. Επίσης δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία (π.χ. από περιηγητές) για χρήση τραπουλών στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, χωρίς αυτό να αποδεικνύει με βεβαιότητα ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Αντιθέτως χαρτιά παίζονταν στα ενετοκρατούμενα Επτάνησα, από όπου στη συνέχεια η συνήθεια πέρασε και σε μερικές περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας (τότε Ρούμελης). Τα τραπουλόχαρτα που χρησιμοποιούντο ήταν ενετικού τύπου, με αρχαιοπρεπείς παραστάσεις, ενώ και η ορολογία που επεκράτησε ήταν ιταλική και γαλλική και γενικότερα ευρωπαϊκής προέλευσης και, πάντως, όχι τουρκικής, κάτι που μάλλον αποδεικνύει ότι η τράπουλα ήρθε στην Ελλάδα από την δύση και όχι από την ανατολή.

Από το 1884 και μετά η εκτύπωση και η εμπορία των παιγνιοχάρτων ανήκε στο Μονοπώλιο του Ελληνικού κράτους.

Η περισσότερο κρατούσα και με τα περισσότερα επιχειρήματα άποψη, όμως, είναι αυτή που συνδέει την τράπουλα με την Κίνα, όπου μάλιστα, ως γνωστό, εφευρέθηκε και το χαρτί. Εδώ λοιπόν φαίνεται πως εμφανίστηκαν για πρώτη φορά παιγνιόχαρτα μεταξύ 7ου και 10ου αιώνα, στην αρχή μάλιστα μπορεί ταυτόχρονα να χρησιμοποιούντο και ως χαρτονομίσματα, όπως πιστεύουν κάποιοι ιστορικοί. Η ομοιότητα, πάντως, των κινέζικων χαρτονομισμάτων και των κινέζικων παιγνιοχάρτων είναι αξιοσημείωτη. Τα παιγνιόχαρτα θεωρούνται εξέλιξη των κινέζικων ντόμινο, γιατρικού της πλήξης. Σύμφωνα με μια εκδοχή, που βρίσκουμε στην κινέζικη εγκυκλοπαίδεια – λεξικό «Τσινγκ-Τσζε-Τουνγκ» του 1678, ο Κινέζος αυτοκράτορας του 12ου αιώνα Σεν-Χο, ανέθεσε στους σοφούς του να βρουν ένα αντίδοτο στην πλήξη που ένιωθαν στο παλάτι οι τριακόσιες παλλακίδες του, οπότε και κάποιος σοφός του έφερε μια συλλογή από μικρές, ωραία διακοσμημένες, πλάκες από ελεφαντόδοντο, με τις οποίες, κατά τα λεγόμενά του, μπορούσαν να παιχτούν πολλά και διαφορετικά παιχνίδια. Τόσο ο αυτοκράτορας, όσο και οι παλλακίδες του, ενθουσιάστηκαν και, πλέον, το πρόβλημα της ανίας λύθηκε. Ο Τ.Φ. Καίητερ, όμως, στο βιβλίο του «Η εφεύρεση της τυπογραφίας στην Κίνα» αναφέρεται σε χαρτοπαιξία στην Κίνα ήδη τουλάχιστον από το 969.

Η εξέλιξη της τράπουλας διαφέρει από χώρα σε χώρα. Παλαιότερα, πάντως, παντού η ποιότητά τους ήταν εξαιρετική και πολυτελής, με την πάροδο του χρόνου, όμως, και τη διάδοσή της στα λαϊκά στρώματα, άρχισαν να κατασκευάζονται φθηνότερες τράπουλες. Κι ενώ κάποτε η κατασκευή τους είχε βιοτεχνικό χαρακτήρα, εδώ και πολύν καιρό γίνεται από εξειδικευμένα εργοστάσια ή/και τις κοινές εκτυπωτικές επιχειρήσεις, με κυλινδρικές μηχανές όφσετ. Τα πρώτα παιγνιόχαρτα ήταν από περγαμηνή ή λεπτά οστέινα φύλλα ή και άλλα υλικά, χειροποίητα ζωγραφισμένα και πραγματικά αριστουργήματα μικρογραφίας και εξ αυτού του λόγου ιδιαίτερα ακριβά. Χάρη στην εφεύρεση της ξυλογραφίας και, βεβαίως, της τυπογραφίας, η εκτύπωση καθίσταται πιο εύκολη και, συνεπώς, οι τράπουλες πιο φθηνές.

Ως πρώτη ύλη χρησιμοποιήθηκε, πλέον, χαρτόνι, διαφορετικής ποιότητας και βάρους, σε πολλαπλά στρώματα, και μάλιστα κατά προτίμηση από κουρέλια υφασμάτων, ώστε να διασφαλίζεται μεγαλύτερη αντοχή. Τα χαρτονένια φύλλα επιστρώνονται με διάφορα υλικά, όπως π.χ. οργανικό κερί ή βερνίκι με βάση τη ρητίνη σιλικόνης ή την κυτταρίνη. Στους πολυτελέστερους τύπους, τα φύλλα του χαρτονιού πατινάρονται πριν να εκτυπωθούν. Σήμερα χρησιμοποιούνται κάθε είδους υλικά, ακόμα και πλαστικό (αλλά, πάντως, εξακολουθούν να αποκαλούνται “χαρτιά”…)

Το δυσκολότερο στάδιο κατασκευής είναι η εκτύπωση της πίσω όψεως, αφού όλες οι πίσω όψεις όλων των χαρτιών μιας τράπουλας πρέπει να είναι απολύτως όμοιες, ώστε να μην αναγνωρίζονται. Κάθε τραπουλόχαρτο που διαφέρει έστω και κατ’ ελάχιστο ή που είναι έστω και ελαφρά λερωμένο, πρέπει να “ξεσκαρταρισθεί” ώστε η τράπουλα να είναι άψογη!

Αρχικά κέντρα κατασκευής και εμπορίας ήταν οι πόλεις Ουλμ και Κολωνία της Γερμανίας, η Βιέννη, η Γένουα, η Τεργέστη και, στη Γαλλία, η Λυών, η Τουλούζη, η Αβινιόν, η Ρουέννη, η Λιμόζ και το Παρίσι. Μεταξύ του 1450 και του 1550 υπήρχαν τουλάχιστον 350 κατασκευαστές τραπουλών στη Γαλλία. Οι γαλλικές τράπουλες, καθώς ήταν πολύ φθηνές, κατέκλυσαν γρήγορα όλη την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης και της Αγγλίας, και αποτέλεσαν μάλιστα το πρότυπο και για τις αγγλικές τράπουλες. Οι Αμερικανοί αρχικά εισήγαγαν τράπουλες από την Αγγλία και την Γαλλία, μέχρι που άρχισαν να κατασκευάζουν τράπουλες (μετά το 1800), εισάγοντας μάλιστα προοδευτικά και διάφορες καινοτομίες, όπως για παράδειγμα οι φιγούρες με τα δύο αντικριστά κεφάλια (σύμφωνα με κάποιους ερευνητές η συγκεκριμένη καινοτομία δεν οφείλεται στους Αμερικανούς, αλλά είτε στους Άγγλους είτε στους Ιταλούς), η τοποθέτηση των συμβόλων κάθε σειράς και στις τέσσερις γωνίες του φύλλου και η στρογγυλοποίηση των γωνιών (για μεγαλύτερη αντοχή στη φθορά).

Οι τράπουλες διαφοροποιούνται ποικιλοτρόπως από τόπου εις τόπον.

Οι ενετικές δέσμες αποτελούνται από 70 φύλλα, αυτές της Μπολόνιας από 97 φύλλα και οι γαλλικές από 52 φύλλα, παραλλαγή η οποία τελικώς επικράτησε διεθνώς.

Από τα παλαιότερα ευρωπαϊκά τραπουλόχαρτα που σώζονται είναι ένα του 14ου ή 15ου αιώνος, μεγέθους 19×9 εκατοστών, που παριστάνει ένα φάντη μπαστούνι και σώζεται στο μουσείο του Μπασάντο. Τα παλαιότερα τραπουλόχαρτα που σώζονται στη Γαλλία φαίνεται να είναι μεταγενέστερα του 1450, αν και υπάρχει μία άποψη ότι 13 φύλλα που φυλάσσονται στην Αίθουσα Λιθογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Παρισιού δεν είναι ιταλικά που χρονολογούνται στα τέλη του 15ου αιώνα, αλλά προέρχονται από τράπουλα που κατασκευάστηκε το 1392 για λογαριασμό του βασιλιά Καρόλου ΣΤ’. Σε άλλα μουσεία ανά τον κόσμο σώζονται πολλά άλλα διαφορετικά και σπάνια τραπουλόχαρτα, όπως για παράδειγμα στρογγυλά ινδικά ή γερμανικά ή ελβετικά, ιδιαίτερα μακρόστενα ιαπωνικά και περίτεχνα ισπανικά του 15ου αιώνα. Τα παλαιά τραπουλόχαρτα αποτελούν αντικείμενο συλλεκτικής “μανίας” και πολλών εξειδικευμένων συλλεκτών.

Παλαιότερα στα τραπουλόχαρτα υπήρχαν διάφορα σύμβολα, όπως ο ήλιος, η σελήνη, το σπαθί κ.λπ. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η τράπουλα των Μαμελούκων είχε εντυπωσιακές ομοιότητες με τη σύγχρονη, καθώς αποτελείτο από 52 φύλλα χωρισμένα σε τέσσερις σειρές (τα κύπελλα, τα νομίσματα, τα σπαθιά και τα μπαστούνια), κάθε δε σειρά αποτελείτο από δέκα φύλλα αριθμημένα από το 1 μέχρι το 10 και τρία φύλλα με τις μορφές του βασιλιά, του αντιβασιλιά και του βεζίρη.

Στη Γερμανία και την Ελβετία οι τέσσερις σειρές – “φυλές” είχαν την παράσταση και ονομάζονταν: φύλλα, κουδούνια, βελανίδια και καρδιές. Στην Ιταλία (και, αναλόγως, στην Ισπανία) οι τέσσερις “φυλές” ήταν τα μπαστούνια (bastoni), τα νομίσματα ή δηνάρια (denari), τα σπαθιά (spade) και τα κύπελλα (coppe), που υποτίθεται πως συμβόλιζαν, αντίστοιχα, τέσσερις μεσαιωνικές τάξεις: τους αγρότες, τους εμπόρους, τους ευγενείς και τον κλήρο. Τελικά το σύστημα που επικράτησε ήταν το γαλλικό («french pak»), που έχει τις ρίζες του στη Γαλλία του ιστ’ αι. και γι’ αυτό οι φιγούρες της παριστάνουν ενδυμασίες της εποχής.

Αποτελεί συγκερασμό των παραπάνω, και έχει τριφύλλια (trèfles, ♣), καρά (carreaux, ♦), πίκες (piques, ♠) και καρδιές (coeurs, ♥), οι δε φιγούρες είναι βασιλιάς, ιππότης και υπηρέτης, ενώ αργότερα προστίθεται η βασίλισσα, με αποτέλεσμα η τρίτη σημερινή φιγούρα, ο βαλές, να πάρει χαρακτηριστικά και του ιππότη και του υπηρέτη. Οι φιγούρες αυτές παρίσταναν ή αναφέρονταν και συνεπώς πήραν τα ονόματα ηρώων της μυθολογίας ή προσωπικοτήτων της παγκόσμιας ιστορίας, οι οποίοι, πλέον, είναι καθορισμένοι – καθιερωμένοι: Οι τέσσερις βασιλείς είναι ο Καρλομάγνος (ρήγας κούπα), ο Ιούλιος Καίσαρας (ρήγας καρό), ο Μέγας Αλέξανδρος (ρήγας σπαθί), ο Δαβίδ (ρήγας μπαστούνι).

Οι τέσσερις ντάμες είναι: η Παλλάδα Αθηνά (ντάμα μπαστούνι), η Ιουδήθ (η γενναία Εβραία που σκότωσε τον Ολοφέρνη), η νεράιδα Αρζίν και η Ραχήλ, ενώ οι τέσσερις βαλέδες είναι ο Έκτορας (βαλές καρό), ο Λάνσελοτ, ο Οζιέ και ο Λαϊρ [Για μια μικρή χρονική περίοδο ως ένας των τεσσάρων βαλέδων παριστανόταν ο κατά τα άλλα άσημος Γάλλος αξιωματικός Ετιέν Βινιόλ (ο οποίος πρώτος είχε την ιδέα να αποτυπώσει μυθολογικά, ιστορικά και θρησκευτικά πρόσωπα στις φιγούρες της τράπουλας και θέλησε να «απαθανατίσει» και τον εαυτό του!…)]

Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, όπως ήταν φυσικό, οι φιγούρες αντικαταστάθηκαν: οι βασιλείς της τράπουλας αντικαταστάθηκαν από φιλοσόφους (Μολιέρος, Λαφονταίν, Βολταίρος, Ρουσσώ), οι ντάμες – βασίλισσες από αρετές και οι βαλέδες από δημοκρατικούς στρατιώτες. Αργότερα επιχειρήθηκε να επιβληθεί μια «αυτοκρατορική» τράπουλα, σε σχέδια του ζωγράφου Δαβίδ, αλλά τελικώς τα παραδοσιακά χαρτιά, αυτά δηλαδή με τους βασιλείς, τις βασίλισσες και τους βαλέδες, επανεμφανίστηκαν το 1813 και επεκράτησαν οριστικά.

Η παλαιότερη γνωστή ελληνική τράπουλα χρονολογείται στο 1822 και σ’ αυτήν οι τέσσερις ρηγάδες απεικονίζονται με τις μορφές των Αλέξανδρου Υψηλάντη, Οδυσσέα Ανδρούτσου, Γεωργάκη Ολύμπιου και Γεωργίου Καντακουζηνού. [Η τράπουλα αυτή περιγράφεται σε άρθρο της αρχαιολόγου Βάνας Μπουσέ με τίτλο «Μια τράπουλα με φιλελληνικά θέματα», στο τεύχος 59 του περιοδικού «Αρχαιολογία και Τέχνες» (βλ. [4], όπου σε μορφή pdf)].

Η αμέσως επόμενη, χρονικά, ελληνική τράπουλα, που είναι και η πιο γνωστή (δεδομένου ότι εθεωρείτο η παλαιότερη σωζόμενη) τυπώθηκε το 1829 στην Ουγγαρία, ήταν δέσμη γαλλικού τύπου και είχε ως φιγούρες τις εικόνες των ηρώων της Επανάστασης του 1821. Συγκεκριμένα οι φιγούρες αυτές είναι των: Καποδίστρια (Ρήγας κούπα), Κουντουριώτη (Ρήγας σπαθί), Μαυροκορδάτου (Ρήγας καρό), ¬ Υψηλάντη (Ρήγας μπαστούνι), Ελλάδας (Ντάμα κούπα), Αθηνάς (Ντάμα καρό), Καρτερίας (Ντάμα μπαστούνι), Μιαούλη (Βαλές κούπα), Κολοκοτρώνη (Βαλές σπαθί), Μπότσαρη (Βαλές καρό) και Κανάρη (Βαλές μπαστούνι). Τα 11 αυτά σωζόμενα φύλλα μπορεί κάποιος να δει στο Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο των Αθηνών.

 

https://el.wikipedia.org

 





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *