16 Δεκεμβρίου 1803: Οι Σουλιώτισσες χορεύουν τον χορό του Ζαλόγγου και ο ηγούμενος Σαμουήλ ανατινάζει το Κούγκι

«Στη στεριά δεν ζει το ψάρι, ούτε ο ανθός στην αμμουδιά»

Το τραγούδι τώρα πια ένας θρήνος. Το 1803, είναι η χρονιά της συντέλειας. Το Σούλι με τις τόσες θυσίες και τους ακόμη περισσότερους ηρωϊσμούς πέφτει ύστερα από προδοσία.
Ένας Ηπειρώτικος θρήνος ένα μοιρολόι που μέσα στη λιτότητά του τα λέει όλα. Τον πόνο της καταστροφής. Την ανυποχώρητη κραυγή “Θάνατος ή λευτεριά”.
Οι γυναίκες προτιμούν το Ζάλογγο, ο Σαμουήλ την ολοκαυτωματική ανατίναξη.
Ένα πουλάκι ξέβγαινε ψηλά από το Σούλι.
Παργιώτες το ρωτήσανε, Παργιώτες το ρωτάνε:
 -“Πουλάκι πούθεν έρχεσαι, πουλί μου πού πηγαίνεις;”.
-“Από το Σούλι έρχομαι και στη Φραγκιά πηγαίνω”.
 -“Πουλάκι πες μας τίποτε, κανά καλό μαντάτο”.
-“Αχ τι μαντάτο να σας πω, τι να σας μολογήσω;
Πήραν το Σούλι πήρανε, πήραν τον Αβαρίκον
πήραν την Κιάφα την κακή, επήραν και το Κούγκι
κι έκαψαν τον Καλόγερο με τέσσερις νομάτους”.

Τον Ιούνιο του 1803 ο Αλή Πασάς εφοδιασμένος με σουλτανική διαταγή, εκστρατεύει, επικεφαλής 15.000 τουρκαλβανικών δυνάμεων, εναντίον του Σουλίου. Η επίθεση αποτυγχάνει. Οργανώνεται πολιορκητικός κλοιός γύρω από το Σουλιώτικο όρος. Οι Σουλιώτες που διαισθάνθηκαν τι τους περιμένει άρχισαν να ψάχνουν για συμμάχους για να εξασφαλίσουν την προμήθεια πυρομαχικών, αλλά και των αναγκαίων τροφών. Μεταξύ των άλλων έγραψαν και στους Διοικητές της Κέρκυρας. Τελικά έμειναν αβοήθητοι.

Ακολούθησαν πολλές μάχες και μηχανορραφίες του Αλή, ο οποίος επιτίθεται στο Κούγκι καθημερινά και οι Σουλιώτες αμύνονται λυσσαλέα. Σε κάθε επίθεση σκοτώνονται πάνω από 70 ως 100 Τουρκαλβανοί. Ο Αλή Πασάς απογοητεύεται και όταν διαπιστώνει ότι με τα όπλα δεν πετύχαινε τίποτα προσπάθησε τότε με δωροδοκίες και διαφθορές να εκπορθήσει το Σούλι. Στη προσπάθειά του αυτή ήρθε συνεργός στο γιο του Αλή, τον Βελή Πασά, όπως φημολογείται, ο Σουλιώτης Πήλιος Γούσης, που υπηρετούσε ως έμπιστος του Τουρκαλβανού στρατηγού Ζελιχτάρ Μπόττα, ο οποίος και υπέδειξε στους Τουρκαλβανούς που επιχειρούσαν τον αποκλεισμό των Σουλιωτών ένα ιδιαίτερο αφύλακτο μονοπάτι που οδηγούσε στο Κούγκι.

Όταν ένα τμήμα των τουρκαλβανών ανέβηκε αυτό το μονοπάτι οι μαχόμενοι Σουλιώτες βρέθηκαν ανάμεσα στα πυρά τους όπου αναγκάστηκαν πλέον να υποχωρήσουν, να εγκαταλείψουν τον αγώνα τους και τελικά, λόγω και έλλειψης τροφών και πολεμοφοδίων να συνθηκολογήσουν και να εκπατριστούν στη συνέχεια στη ρωσοκρατούμενη τότε Πάργα και από εκεί στη Κέρκυρα.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1803 υπογράφεται η συνθήκη παράδοσης του Σουλίου. Δύο χιλιάδες περίπου Σουλιώτες με Αρχηγούς τους τον Φώτο Τζαβέλα, Δήμο Δράκο, και Τζίμα Ζέρβα οδοιπορούν για την Πάργα. Ανάμεσα σ’ αυτούς και η φάρα των Θανασάτων (με τις οικογένειες των Σούλων), η οποία κουβαλάει μαζί της και το οικογενειακό χειρόγραφο. Άλλοι χίλιοι περίπου με Αρχηγούς τον Κίτσο Μπότσαρη και τον Κουτσονίκα φέυγουν για το Ζάλογγο. Άλλες μικρότερες ομάδες φεύγουν για το Βουλγαρέλι και άλλα κοντινά χωριά. Ο Καλόγερος Σαμουήλ με τέσσερις Σουλιώτες παρέμεινε στο Κούγκι φυλάγοντας τα πολεμοφόδια των Σουλιωτών, αυτά που δεν πήραν μαζί τους αυτοί που έφυγαν. Στις 16 Δεκεμβρίου 1803, όταν πηγαίνουν οι Τούρκοι να τα παραλάβουν ο Σαμουήλ βάζει φωτιά στο μπαρούτι και ανατινάζει το Κούγκι μαζί με τον εαυτό του, τους τέσσερις Σουλιώτες και τους Τούρκους.

Την ανατίναξη της μπαρουταποθήκης από τον Σαμουήλ πήρε σαν αφορμή ο Βελή Πασάς και δεν τήρησε τους όρους της Συμφωνίας του για την Ειρήνη. Παράλληλα, ενώ το Σώμα του Φώτου Τζαβέλα έφτασε στην Πάργα, το Σώμα του Κίτσου Μπότσαρη και του Κουτσονίκα χτυπιέται στα στενά του Ζαλόγγου από τους Τουρκαλβανούς του Βελή Πασά. Έγιναν σφορδρές μάχες, στις οποίες οι άνδρες σκοτώθηκαν.

Τότε 55 γυναίκες, οι ατρόμητες Σουλιώτισσες ανέβηκαν στους βράχους του Ζαλόγγου και προτίμησαν τον θάνατο παρά την ατιμία.

Η ιστορία ενός τόπου συνώνυμου με την ελευθερία

Ταξιδεύοντας κανείς από την Πρέβεζα προς την Πάργα βλέπει στη δεξιά πλευρά του δρόμου να διακρίνονται πάνω από το χωριό της Καμαρίνας ορισμένες ψηλές λευκές φιγούρες. Πρόκειται για το μνημείο του Ζαλόγγου, με τις πέτρινες Σουλιώτισσες που στέκουν αγέρωχες και ατενίζουν το Ιόνιο Πέλαγος. Το μνημείο αυτό βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τον αρχαιολογικό χώρο της Κασσώπης, πάνω στις καταπράσινες πλαγιές της Καμαρίνας, απ’ όπου, σύμφωνα με την ιστορία, 63 Σουλιώτισσες με τα παιδιά τους σέρνοντας το 1803 τον χορό του θανάτου, έπεσαν στο κενό, για να μην πέσουν στα χέρια των ανδρών του Αλή πασά (1788-1822), όταν το Σούλι υπέκυψε μετά από πολύχρονους αγώνες.

Προς τιμή των ηρωίδων αυτών, που προτίμησαν τον θάνατο από την ατίμωση και τη δυστυχία, στήθηκε στην κορυφή του ιστορικού αυτού βράχου, ως σύμβολο μνήμης και αυταπάρνησης, ένα μεγαλειώδες μνημείο, εν έτει 1961, έργο του γλύπτη Γεωργίου Ζογγολόπουλου και του αρχιτέκτονα Πάτροκλου Καραντινού. Ο διάσημος γλύπτης κατάφερε να αποδώσει με τρόπο εύγλωττο τον χορό εκείνων των γυναικών, που συνδέθηκε με τη λύτρωση, την αγάπη για την ελευθερία, και τον αγώνα για τη ζωή. Πιασμένες χέρι-χέρι, καθώς σέρνουν τον χορό, οι γυναικείες μορφές μεγεθύνονται κλιμακωτά και στην άκρη του γκρεμού της θυσίας γιγαντώνονται, και μετατρέπονται σε μορφές τεράστιες, ηρωικές, σύμβολα αιώνια της θυσίας και της αγάπης για την ελευθερία, στον βωμό της οποίας δεν δίστασαν να θυσιάσουν όχι μόνον τη δική τους ζωή, αλλά και τη ζωή των παιδιών τους.

Το μνημείο, μήκους 18 μ. και ύψους 13 μ., εδράζεται σε μία λιθόχτιστη βάση, πάνω στην οποία έχουν τοποθετηθεί οι έξι γιγαντόσωμες αφαιρετικές μορφές των Σουλιωτισσών, κατασκευασμένες από οπλισμένο σκυρόδεμα επενδυμένο με περίπου 4.300 ασβεστολιθικούς όγκους, υπόλευκου χρώματος. Πηγαίνοντας κανείς στο μέρος αυτό πρέπει να ανέβει αρκετά σκαλιά, όμως η θέα από την κορυφή προς τον κάμπο της Πρέβεζας, τον Αμβρακικό Κόλπο και το Ιόνιο Πέλαγος είναι εντυπωσιακή και τον ανταμείβει με τον καλύτερο τρόπο.
Ανατρέχοντας στα ιστορικά δεδομένα, μετά τη συνθήκη που σύναψε ο Αλή Πασάς με τους Σουλιώτες στις 12 Δεκεμβρίου τους 1803, οι κάτοικοι του Σουλίου ήταν αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους.

Έτσι, φεύγοντας από τις πατρικές οικίες τους, χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, από τις οποίες η μία με τις φάρες των Δαγκλή, Δράκου, Ζορμπά, Τζαβέλλα, Πανομάρα κά. κατευθύνθηκε προς την Πάργα, ενώ η άλλη με τις φάρες των Κουτσονίκα, Μαλάμου, Μπότσαρη κά. προς το Ζάλογγο. Τότε, ο Αλής, αθετώντας το λόγο του και τη συνθήκη, διέταξε την καταδίωξη και την εξόντωση των Σουλιωτών. Από τις δύο ομάδες, η δεύτερη δεν κατόρθωσε να διαφύγει τον όλεθρο. Τα μέλη της είχαν φθάσει στο Ζάλογγο, που απείχε από το Σούλι περίπου οκτώ ώρες. Στη συνέχεια, για περισσότερη ασφάλεια ανέβηκαν στη κορυφή, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη Μονή του Ζαλόγγου.

Στις 16 Δεκεμβρίου, όταν έφθασε στους πρόποδες του Ζαλόγγου το πολυάριθμο ασκέρι του Αλή Πασά υπό τον Αλβανό διοικητή Μπεκήρ Τζιγαδώρο, οι Σουλιώτες μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους οχυρώθηκαν μέσα στη Μονή απ΄ όπου και απέκρουσαν στις 16 και 17 του μήνα τις εφόδους του ασκεριού. Την επομένη όμως, στις 18 Δεκεμβρίου, ο μεν Κουτσονίκας και οι σύντροφοί του παραδόθηκαν, ενώ 53 γυναίκες με τα παιδιά τους και 13 άνδρες κατέφυγαν σε παρακείμενο βράχο, καλούμενος σήμερα «Στεφάνι». Αντίθετα άλλοι, περίπου 147, υπό τον Κίτσο Μπότσαρη, κατάφεραν με έφοδο να διασωθούν.

Οι δε Αλβανοί, όταν έφθασαν στη Μονή και την κατέλαβαν αιχμαλώτισαν και όλους όσοι βρίσκονταν εκεί. Τότε, 63 γυναίκες που είχαν καταφύγει στο βράχο προτίμησαν αντί της ατιμίας και της αιχμαλωσίας να ρίξουν τα τέκνα τους στο γκρεμό και στη συνέχεια να ριφθούν σε αυτόν, χορεύοντας, η μία μετά την άλλη στο βάθος του βράχου, ξέροντας ότι τους χώριζαν λίγα μέτρα από το θάνατο.

Το μέρος όπου κατασκευάστηκε το μνημείο δεν είναι το μέρος απ’ όπου έπεσαν οι Σουλιώτισσες. Η ηρωική πτώση έγινε από ένα άλλο σημείο, πιο χαμηλό, που διακρίνεται από την είσοδο της Μονής.

Ένα στοιχείο που δεν γνωρίζουν πολλοί, είναι ότι από τα γυναικόπαιδα που έπεσαν από τον βράχο, δύο μικρά κορίτσια σώθηκαν, καθώς κατά την πτώση πιάστηκαν στα κλαριά των δέντρων που υπήρχαν εκεί. Και τα δύο τα κορίτσια τα μεγάλωσαν οι κάτοικοι του χωριού Καμαρίνα. Η μία επιζήσασα έγινε καλόγρια στο Μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου (που βρίσκεται στα ριζά του ιστορικού βράχου) και η άλλη παντρεύτηκε έναν άντρα από το χωριό, ονόματι Καρράς.

Οι γυναίκες από το Σούλι εξέφρασαν μέσα από το κύκνειο άσμα τους με τον καλύτερο τρόπο την έννοια της ελευθερίας. «Στη στεριά δεν ζει το ψάρι, ούτε ο ανθός στην αμμουδιά», και μαζί με αυτά  ούτε οι Σουλιώτισσες κάτω από την σκλαβιά. Έτσι, προτίμησαν να θανατωθούν από ελεύθερη βούληση και πληρώνοντας το τίμημα αυτής τους της απόφασης, παρά να παραδοθούν στα χέρια των Τούρκων. Και η πράξη τους αυτή τις κατέστησε σύμβολα ηρωισμού και γενναιότητας, δίνοντάς τους απλόχερα την υστεροφημία που τους άρμοζε.





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *