«….Άγιε Βασίλη Δέσποτα τι σπέρνεις την ημέρα?…»

Γράφει η Βασιλική Παπουτσάκη

«….Άγιε Βασίλη Δέσποτα τι σπέρνεις την ημέρα?…»

Ο Άγιος Βασίλης μέσα από τα κάλαντα των προγόνων μας.

Οι αγροτικές οικογένειες μετουσίωσαν τον Άγιο που γιορτάζουμε την πρώτη μέρα του χρόνου σε ζευγολάτη, προκειμένου να ταυτιστούν μαζί του.

Τον γιορτάζουμε την περίοδο που τα σπαρτά είναι φυτρωμένα στο χωράφι και οι αγρότες αγωνιούν για την καρποφορία.

Ένας σαν κι αυτούς , αγρότης, είναι ο Άγιος Βασίλης.

Δε  φορά κόκκινη στολή , δεν έχει έλκηθρο ούτε ταράνδους που να το σέρνουν.

Στα παραδοσιακά πρωτοχρονιάτικα κάλαντα αυτό είναι ολοφάνερο.

«… και βγήκε και χαιρέτησε όλους τους ζευγολάτες

και πρώτος που χαιρέτησε ήταν ο Άι  Βασίλης…»

Ο Άγιος Βασίλης  έχει όλα  σύνεργα για το όργωμα

«Πευκένιο ΄ ναι τ΄ αλέτρι του, δαφνένιος ο ζυγός του…»

«….Τα πανωζεύλια του ζυγού κουκί μαργαριτάρι….»

Και σπέρνει ότι ό κάθε σπορέας στο χωράφι του

«..Πες μου , να ζήσεις , Βασιλειέ, τι σπέρνεις την ημέρα?

Σπέρνω σιτάρι δώδεκα, κριθάρι δεκαπέντε

Ταγή και ρόβι  δεκοχτώ ….»

Και έχει και όλα τα προβλήματα που έχει ο κάθε σπορέας στο χωράφι του….

«….Μα κεια τ’ ανεριαστήκανε λαγούδια και περδίκια,

Και στένω την  οξόβεργα να πιάσω τα περδίκια…»

Πέρασαν τα χρόνια και το αγροτικό  σκηνικό που περιγράφεται έχει αντικατασταθεί με ένα αστικού τύπου και ο ζευγάς Άγιος αντικαταστάθηκε με το γνωστό , παχουλό ,χαμογελαστό γέροντα που μπαίνει από τις καμινάδες και μοιράζει δώρα σαν αυτά που διαφημίζει η τηλεόραση…

Επιλέγω  να καταχωρήσω εδώ μία εκδοχή των παραδοσιακών καλάντων

που είναι γνωστά κυρίως  στην επαρχία Πεδιάδος Ηρακλείου.

“Ταχιά ταχιά ν’ αρχιμηνιά ταχια ν’ αρχή του χρόνου

που βγήκε και περπάτησε ο Κύριος στον κόσμο.

Και βγήκε και χαιρέτησε ούλους τσοι ζευγολάτες

κι ο πρώτος που του πάντηξε ήταν Αϊ Βασίλης..

“Πολλά τα έτη Βασιλιό, καλό ζευγάρι’ν έχεις..”

“Καλό το λες αφέντη μου καλό κι ευλοϊμένο.

Η Χάρη Σου το βλόϊσε με το δεξί Σου χέρι,

με το δεξί, με το ζερβί, με το μαλαματένιο.

Μάλαμα είν’ τ’ αλέτρι μου κι ασήμι ο ζυγός μου,

ως και το βουκεντράκι μου τ’ ΑΪ Γιωργιού κοντάρι

και τ’ αποζεύλι του ζυγού κουκί μαργαριτάρι.”

Και πάλι ξαναπέρασε και ξαναρώτησε ν’ τον..

“Πέ μου να ζήσεις Βασιλιό πόσα μουζούρια σπέρνεις;”

“Σπέρνω σταράκι δώδεκα κριθάρι δεκαπέντε,

ταγή και ρόβι δεκοχτώ κι απο νωρίς στο στάβλο.

Κι έσπειρα κάτω στο γιαλό κάτω στο περιγιάλι,

μουζούρια στάρι’ν έσπειρα μουζούρια λεπτοκάρυ.

Κι εκεί το νεριαστήκανε περδίκια και λαγούδια

κι απ’ τα ξεπερδικίσματα έβγαλα χίλια μούδια

κι απ’ τα ξελαγουδίσματα δεν είχα μπλιό που βάλω

και πήρα το στρατί στρατί στο Θραψανό να πάω

να πα’ να βρω τον πιθαρά, πιθάρια για να πάρω.

Στο δρόμο με συναπαντούν οι σκύλοι οι γ’Ιουδαίοι

κάθου γ’και τυραννούσι με τραγούδια να τους λέω.

Ο Δάσκαλος δε μου’ μαθε τραγούδια να σας λέω,

την Αλφαβήτα μου’ μαθε κι εκείνη σας’ ε λέω.”

Και στο ραβδί ν’ του ακούμπησε να πει την Αλφαβήτα

και το ραβδί ν’ του ήτω ξερό χλωρούς βλαστούς και βγάνει

και πάνω σε χλωρό βλαστό αετοφωλιά χτισμένη

και μέσα στην αετοφωλιά Χώρα ξετελεμένη!!!

Μα επόπαμε του Βασιλιού τ’ Αφέντη μας να πούμε..

“Μέσα κοιμάτ’ Αφέντη μας στα πούπουλα θεσμένος

και ποιος θα μπει και ποιος θα βγει να μας τον’ ε’ ξυπνήσει

και θα βαστά ροδόσταμο να τον ροδοσταμνίσει;”

“Εγώ θα μπω κι εγώ θα βγω να σας τον’ ε’ ξυπνήσω

και θα βαστώ ροδόσταμο να τον ροδοσταμνίσω.

Ξύπνησε Αφέντη, ξύπνησε κι εκκλησιές συμένουν,

το εν υψίστη ψάλουσι κι εσένα ανιμένουν.

Να φας απο λαγού πλευρά κι απ’ αγριμιού τη μέση,

να φας κι απο την πέρδικα την αϊδονολαλούσα,

που κελαηδούσε το πρωί κι εξύπνα τα κοράσια

κι εξύπνα και τσοι γέροντες απου τα σπηλιαράκια.”

Μα επόπαμε τ’ Αφέντη μας να πούμε τση Κερά μας..

Κερά το φουστανάκι σου είναι κακοραμμένο

και φέρε μου το εις το σκολειό να σου το καλοράψω.

Να βάλω αϊτούς και περαϊτούς πουλιά και χελιδόνια,

να κελαηδούνε τα πουλιά να λεν’ τα χελιδόνια.

Κερά το παπουτσάκι σου είναι κακοραμμένο

και φέρε μου το στο σκολειό να σου το καλοράψω.

Να βάλω ασήμι στην οργιά μαργέλι στο μουζάκι,

να σέρνω και το λυρατζή να παίζει το λυράκι

κι εσύ Κερά να κάθεσαι να κάνεις σεϊράκι.”

Μα επόπαμε και τση Κεράς να πούμε και του γιού ν’ τως..

“Επα’ χουν τον καλόν υγιό το μοσχοκανακάρη

λούγου ν’ τον και χτενίζου ν’ τον και στο σκολειό τον πέμπουν

κι ο Δάσκαλος τον έδειρε με το χρυσό βιτσάρι

και η κερά Δασκάλισα με το μαργαριτάρι.”

“Σήκω υγιέ να χτενιστείς σήκω υγιέ ν’ αλλάξεις

να πας σε τάφο του Χριστού να ηδεις αν ε’ γνωρίσεις

τον πλούσιο απου το φτωχό να τον’ ε’ ξεχωρίσεις,

χώρια θα ηδεις την κεφαλή και χώρια τ’ άλλο σώμα,

ετσά το πρόδειξε ο Θεός να γινομέστα χώμα..”

Μα επόπαμε του γιόκα ν’ τως να πούμε και τση κόρης..

“Επα’ χουν κόρην όμορφη γραμματικός τη θέλει,

μα αν είναι και γραμματικός πολλά λεφτά γυρεύει.

Γυρεύει αμπέλια ατρύγητα, χωράφια με σιτάρια,

γυρεύει και τη θάλασσα μ’ ούλα τζη τα καράβια.”

Μα επόπαμε τση κόρης τως να πούμε και τση βάγιας..

“Βαγίτσα άψε το κερί άψε και το διπλέρι

και κάτσε και ντουχιούντησε ήντα θα μας ε’ φέρεις.

Βάλε στο τσέστο κάστανα στο τσέστο πορτοκάλια

και φέρε και γλυκό κρασί να πιουν τα παλληκάρια.

Κι απο το πιθαράκι σας που’ χετε τα καρύδια,

να μας ε’ ποχερίσετε αν’ είν’ πολλά γ’ή λίγα.

Κι απο το πιθαράκι σας που’ χετε τσι σταφίδες,

να μας ε’ ποχερίσετε αν’ είν’ πολλές γ’ή λίγες.

Κι απο τη μαύρη’ν όρνιθα κανένα αβγουλάκι,

κι αν είν’ απου τη γαλανή ας είν’ και ζευγαράκι.

Κι απο τ’ απακολούκανα κι απο πλευριάς κομάτι,

κι απο τον πόρο του βουτσού να πιούμε μια γεμάτη.

Κι αν είναι με το θέλημα άσπρη μου περιστέρα,

ανοίξετε την πόρτα σας να πούμε καλημέρα.”

“Καλημέρα, χρόνια πολλά.”

“Επά που καλαντίσαμε καλά μας ε’ πλερώσα,

καλά να πα’ ν’ τα έχει ν’ τως και τα ποδώματα ν’ τως”

Σημείωση:

Αν η οικογένεια δεν είχε παιδιά οι καλαντιστές έλεγαν:

“Επά παιδί δεν έχουνε ο Θιός να τως ε’ πέψει,

κι αν είν’ α σερνικό παιδί στη σέλα καβαλάρης

να σειέται να λυγίζεται να πέφτει το λογάρι

να το μαζώνει η μάνα ν’ του να’ χει χαρά μεγάλη.

Πάλι κι αν είναι θηλυκό μοίρα καλή να κάμει

του Ρεζοσπάντη τον υγιό άντρα να τον ε’ πάρει





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *