Hot Νέα

Αφιέρωμα: Δέκα ήρωες της Πεδιάδας του Ν. Ηρακλείου <που τσι φάγανε οι Γερμανοί...>

….πουλάκια διαβατάρικα, κι εσείς πουλιά τση Κρήτης
αυτό το θέρος το πικρό, στους κάμπους να μην πάτε
γιατί στερέψαν οι πηγές, καρβούνιασαν οι σπόροι
και δεν υπάρχουν φράχτες πια, να σπάζουν τον αγέρα
μπαλκόνια για να χτίζετε, στον ίσκιο τις φωλιές σας
κι ορθά κλαδιά να κάθεστε, το Μάη να τραγουδείτε…
1. Μαράκης Μιχάλης του Ιωάννου και της Σταυρούλας, (Σμάρι)

13226830_1039491209461463_2682063780356079514_n

Γεννήθηκε στο Σμάρι. Σύμφωνα με τα αρχεία του Ελληνικού Στρατού, έπεσε τη δεύτερη μέρα της Μάχης της Κρήτης, στις 21 Μαΐου 1941 στην Αγυιά Χανίων. Υπηρετούσε στον 6ο λόχο Πεζικού Χανίων, ήταν μόλις 23 ετών. Η αδερφή του Μιχάλη Μαράκη, Στυλιανή Μαράκη-Βιτσαξάκη αφηγείται για τον αδελφό της :
…μας ειδοποιήσανε ότι ο αδερφός μου σκοτώθηκε στα Χανιά. Μαζί του εμάθαμε ότι ήτανε δυο στρατιώτες, ένας Χανιώτης και ένας από την Επισκοπή. Εμάθαμε που έμενε ο Πισκοπιανός και επήγαμε με τη μάνα μου στο σπίτι του. Ότι ώρα μας είδενε μας είπε :
Για το Μιχάλη ήρθατε ; Μέχρι εκεί ήτανε η τύχη του. Είμαστε μαζί σε ένα καταφύγιο και κουβεντιάζαμε. Μας είπε ο Μιχάλης να πάμε στο απέναντι καταφύγιο, γιατί του φάνηκε καλύτερο το απέναντι. Εγώ του μίλησα και τον συμβούλεψα να μην πάμε. Ο Μιχάλης δεν μ’άκουσε και φεύγει και ως επήγαινε απέναντι του βάλανε οι Γερμανοί και τον εσκοτώσανε στη μέση του δρόμου. Τον θάψαμε εκεί. Όταν ετελείωσε ο πόλεμος επήγαμε και πήραμε τα κόκαλά του με το κασονάκι και τα φέραμε στο νεκροταφείο στο Σμάρι.
Επήγαμε στα Χανιά και μας είπανε τον τόπο που ήτανε θαμμένος. Εβρήκαμε τον τάφο με ένα ξύλινο σταυρό απάνω. Η μάνα μου με τον αδερφό μου επήγανε.
Εμείς είμαστε έξι παιδιά, τέσσερα αγόρια και δυο κορίτσια. Τη μάνα μου και τον πατέρα μου τσ’ ήφαγε ο καημός του Μιχάλη. Μέρα νύχτα κλαίγανε. Εποθάνανε με εκείνο τον καημό.
Όταν έφυγε να πάει στρατιώτης μας είπε ότι έκανε τάμα του Χριστού ένα πενηντάρικο. Να το κρεμάσομε στον Χριστό την Μεγάλη Πέμπτη. Το βγάνει από την τσέπη του και μου το δίνει. Μας άφησε και ένα πεντακοσάρικο και μας είπε να του τα φυλάξομε και να τα αλλάξομε να του πέμπομε στο στρατό όποτε θα μας γράφει στο γράμμα.
Το τάξιμό του το ’κανα, εκρέμασα τη Μεγάλη Πέμπτη το πενηντάρικο στο Χριστό. Τα υπόλοιπα λεφτά δεν επρολάβαμε να του τα στείλομε. Τα ’χω ακόμη του Μιχάλη μας τα λεφτά. Στο μπαούλο. Άμα ανοίξω το μπαούλο να τα δω τονε θυμούμαι και κλαίω.
Ο Μιχάλης μας. Ένα καλό παιδί. Όμορφος. Τον εφάγανε κι αυτόν οι Γερμανοί…

 

2. Ταμπακάκης Σήφης του Κωνσταντίνου, (Παναγιά)

13220943_1039843812759536_5236631031762326663_nΓεννήθηκε στην Παναγιά Πεδιάδος το 1919, στρατιώτης του 2ου Λόχου του 5ου Τάγματος. Ταγματάρχης ο Στυλιανός Καλλονάς. Η Διοίκηση του 5ου Τάγματος είχε εγκατασταθεί στις 23 Μαΐου 1941 στο χωριό Χαμαλεύρι Ρεθύμνου. Αντικειμενικός σκοπός των Αυστραλιανών και Ελληνικών δυνάμεων ήταν να εκδιώξουν του γερμανούς αλεξιπτωτιστές από την περιοχή Σταυρωμένου. Το μεσημέρι της 24ης Μαΐου 1941, κι ενώ ο Διοικητής του τάγματος απουσίαζε από το Χαμαλεύρι, ένας γέρος κρητικός, ο Δημήτρης Καστανάκης από το χωριό Πηγή, φορώντας την παραδοσιακή κρητική βράκα και κρατώντας το κεφαλομάντηλό του στα δόντια, πηγαίνει και ξεσηκώνει τους άντρες του Λόχου Διοικήσεως. Τους καλεί να κάνουν επίθεση στους γερμανούς που ήταν στο Σταυρωμένο. Ο Διοικητής Στυλιανός Καλλονάς γράφει στην έκθεσή του : …οι στρατιώτες μη θέλοντας να δείξουν ότι υστερούν εις ηρωισμόν του γέροντος Καστανού, όστις δεν θέλει να χάσει την ευκαιρίαν να εξουδετερώσει τους Γερμανούς, τον ακολουθούν και κατέρχονται την αμαξητήν οδόν Χαμαλεύρι-Σταυρωμένου, αλλά μόλις φθάνουν εις Σταυρωμένου και εις απόστασιν 100 μέτρων δέχονται καταιγιστικά πυρά των γερμανών και ο Καστανός, όστις βαδίζει όρθιος και απτόητος πίπτει νεκρός, ως και ένας στρατιώτης της ομάδας, ο Ταμπακάκης Ιωσήφ…»
(Έκθεση Ταγματάρχη Καλλονά Στυλιανού ΓΕΣ 10/6/1946).
Ο Ρεθύμνιος συγγραφέaς Μάρκος Πολιουδάκης, στο βιβλίο του Η μάχη της Κρήτης στο Ρέθυμνο, Α΄τόμος, Ρέθυμνο 1993, στη σελίδα 507, αναφέρει για το Σήφη Ταμπακάκη : Στρατιώτης Ταμβακάκης Ιωσήφ από Παναγιά Πεδιάδος, έπεσε ηρωικώς μαχόμενος κατά τη μάχη του Σταυρωμένου εις Β. Τιμίου Σταυρού, τάφηκε από τη Χαρίκλεια Κοκολάκη στις 24 Μαΐου 1941.

3. Παπαδοκωστάκης Κωνσταντίνος του Εμμανουήλ, (Κασταμονίτσα)

13177516_1040416366035614_5558134470696788500_nΟ Κωνσταντίνος Παπαδοκωστάκης ήταν από το χωριό Κασταμονίτσα. Υπηρέτησε στον Ελληνικό στρατό με τον βαθμό του έφεδρου επιλοχία. Κατά την διάρκεια του Ελλονοϊταλικού πολέμου βρέθηκε στο μέτωπο και πολέμησε ηρωικά στα βουνά της Αλβανίας τους Ιταλούς. Σε μια μάχη τραυματίστηκε στην πλάτη από βλήμα όλμου. Στην μάχη αυτή από τους τριακόσιους Έλληνες που πήραν μέρος, σώθηκαν μόνο είκοσι εφτά, μεταξύ τους και ο τραυματίας Κωστής. Ζήτησε και έλαβε αναρρωτική άδεια. Γύρισε στην Κασταμονίτσα το Πάσχα του 1941 με ένα πλοιάριο που αποβίβασε τους επιβάτες του στα Χανιά. Στο μεταξύ ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος τελείωσε και ο Κωστής δεν χρειάστηκε να επιστρέψει στο μέτωπο. Σε ένα γράμμα που είχε στείλει στους δικούς του από το μέτωπο έγραφε την παρακάτω μαντινάδα :
Στης Αλβανίας τα βουνά στα χιονισμένα χόρτα
έκανα’γω Χριστούγεννα,Πρωτοχρονιά και Φώτα
Στο τέλος της ίδιας επιστολής έγραφε :
-Μάνα σ’αγαπώ. Να με περιμένεις. Θα κατεβούμε νικητές.
Όταν στις 20 Μαΐου του 1941 άρχισαν να πέφτουν οι αλεξιπτωτιστές στο Ηράκλειο, αποφάσισε, αν και δεν είχε ακόμη αναρρώσει, να τους πολεμήσει.
Ο πατέρας του τον προέτρεψε να μην πάει λόγω του τραύματός του. Η απάντηση του Κωστή ήταν :
-Πατέρα, θα πάω γιατί δεν θέλω να με προσβάλει κανείς.
Ο Κωστής την επόμενη ημέρα, 21 Μαΐου 1941, σκοτώθηκε σε σφοδρή μάχη με τους αλεξιπτωτιστές στον Καρτερό. Το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ και αυτό είχε στενοχωρήσει πολύ τον πατέρα του Μανόλη Παπαδοκωστάκη ο οποίος έφυγε από την ζωή μ’αυτό το μαράζι

 4. Μοχιανάκης Κωστής του Γεωργίου και της Σοφίας, (Σμάρι)

13244873_1041047212639196_8054597932152024281_nΓεννήθηκε και μεγάλωσε στο Σμάρι. Στην Μάχη της Κρήτης πήρε μέρος με το λόχο του (6ος λόχος Πεζικού). Σκοτώθηκε στην Αγυιά Χανίων την πρώτη μέρα της μάχης, 20 Μαΐου 1941. Ήταν 21 χρονών. Η αδερφή του Κωστή, Ελένη Μοχιανάκη, ζει στο Σμάρι και θυμάται : …δεν μας ελέγανε πως ο Κωστής μας εσκοτώθηκε στα Χανιά. Κι ένα πρωί που σηκώθηκε η μάνα μου από το κρεβάτι, μας καλεί κοντά τση και μας ε λέει. Ώφου παιδιά μου κι ηντά’παθα απόψε. Τι έπαθες μάνα ; τη ρωτήξαμε εμείς. Τη νύχτα σα να ήρθε κανείς και με το χέρι του μ’ακούμπησε στο κούτελο. Μα ήτανε παγωμένο χέρι. Κακό θα μας ε τύχει. Δε περάσανε τρεις μέρες κι ήρθε η είδηση του χαμού του αδερφού μου. Ένας στρατιώτης από τον Ξυδά μας είπε πως ήτανε με τον Κωστή μας στον ίδιο λόχο. Και πως εβοβαρδίζανε οι Γερμανοί και οι δικοί μας στρατιώτες ήτονε μέσα στο καταφύγιο. Και λέει ένας, μα δε θα βγει κανείς να δει ήντα γίνεται ; Αποφασίστηκε ο Κωστής μας να βγει. Και μόλις επρόβαλε από το καταφύγιο επήρε ένα βλήμα και τον εσκότωσε. Ο πατέρας μου με τον αδερφό μου επήγανε στα Χανιά να βρούνε που ήτονε θαμμένος. Μα που να βρούνε ; Τόσοι που ήτανε σκοτωμένοι που να βρει κανείς τον εδικό του ;
Η μάνα μου δεν ήξερε το γέλιο των αθρώπω. Το πως γελούσανε αυτή δε το’ξερε. Και τσ’έλεγα μετά από χρόνια, μάνα, μα γιατί δε γελάς ; Μα πως να γελάσω μου’κανε. Δυο παιδιά μου συναπόβγαλα και δε τα ξανάδα.
Γιατί και ο άλλος μου αδερφός ο Μιλτιάδης, εσκοτώθηκε στον εμφύλιο.
Κι έφυγε πικραμένη η μάνα μου…

5. Προεστάκης Ιωάννης του Εμμανουήλ, (Σκινιάς)

13174132_1041629649247619_1307423085980791602_nΟ Ιωάννης Προεστάκης του Εμμανουήλ και της Αικατερίνης, το γένος Εμμ. Ζαμπουλάκη, γεννήθηκε το 1900 στο Σκινιά Μονοφατσίου, όπου και έζησε.
Εικοσάχρονος κατατάχτηκε στην Ελληνική Χωροφυλακή για να συμπληρώσει την στρατιωτική του θητεία. Πήρε μέρος ως χωροφύλακας στη Μικρασιατική Εκστρατεία και κατά την οπισθοχώρηση το 1922, κατόρθωσε να επιστρέψει στην Ελλάδα με την υπηρεσία του, και να αποφύγει την αιχμαλωσία. Μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεών του, με δική του αίτηση ζήτησε και απολύθηκε από την Χωροφυλακή. Επανήλθε στο χωριό του και ασχολήθηκε με τη γεωργία. Ήταν ένας καλός και προοδευτικός γεωργός. Ήταν λεβεντόκορμος, χαρακτηριστικός τύπος κρητικού και της λεβεντογέννας Κρήτης. Ήταν αγνός αλλά φλογερός πατριώτης. Θαυμαστής της πολιτικής και του τεράστιου εθνικού έργου του Ελευθέριου Βενιζέλου. Η πολιτική τοποθέτησή του όμως δεν τον εμπόδιζε να έχει φιλικές σχέσεις και με ανθρώπους άλλων πολιτικών φρονημάτων. Αγαπούσε και εκτιμούσε όλους τους ανθρώπους αλλά και τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν όλοι, και είχε πολλούς φίλους στην ευρύτερη περιοχή του Σκινιά. Ήταν ένας άνθρωπος με ανοιχτή καρδιά. Ψάλτης στην εκκλησία. Με βροντερή αλλά καθαρή και μελωδική φωνή. Όταν την Μεγάλη Πέμπτη έψαλε«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου …», ο δίκλητος ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, «εσείετο» και προκαλούσε ρίγη θρησκευτικής συγκινήσεως σε όλο το εκκλησίασμα.
Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο λόγω ηλικίας δεν επιστρατεύεται. Οι άδικες πολεμικές επιθέσεις κατά της Ελλάδας, κέντριζαν τον αγνό και φλογερό πατριωτισμό του. Όταν όμως οι Γερμανοί με τους αλεξιπτωτιστές και την ισχυρή αεροπορία τους την 20η Μαΐου 1941 επιτέθηκαν να σκλαβώσουν την Κρήτη, δεν άντεξε να βρίσκεται στο χωριό του το Σκινιά και να παραμένει αδρανής. Πήρε το κοντό «γκρανάκι» του που το φύλασσε στο σπίτι του ως ιερό κειμήλιο, αποχαιρέτησε τη γυναίκα και τα δυο μικρά παιδιά του, το Μανόλη και τη Στέλλα και αναχώρησε για το Ηράκλειο, όπου έπεφταν οι γερμανοί αλεξιπτωτιστές και γίνονταν σκληρές και φονικές μάχες. Μόλις έφτασε στο Ηράκλειο μπήκε αμέσως στη μάχη. Μέσα στη φωτιά της μάχης, συνάντησε τον εκλεκτό φίλο του, τον Ταγματάρχη Μιχαήλ Τζουλάκη, που κι αυτός μάχεται κατά των αλεξιπτωτιστών.

Εντάσσεται στη δύναμη του φίλου του, του Ταγματάρχη Μιχαήλ Τζουλάκη και μαζί πλέον μάχονται στο κέντρο του Ηρακλείου. Εκεί δυτικά από την πλατεία Νικηφόρου Φωκά, στη σημερινή οδό Μιχαήλ Τζουλάκη (Ταγματάρχη), πέφτει νεκρός από γερμανική σφαίρα. Εκεί πλησίον πέφτει νεκρός και ο φίλος του, αγνός και φλογερός πατριώτης, Ιωάννης Εμμανουήλ Προεστάκης από άλλη γερμανική σφαίρα, μετά από λίγη ώρα.
Η κατάληψη της Κρήτης από τους γερμανούς κατακτητές πραγματοποιήθηκε την 1 Ιουνίου 1941 και οι νεκροί ήταν πολλοί. Το νεκρό σώμα του Ιωάννου Εμμανουήλ Προεστάκη, ως άγνωστου πολίτη πολεμιστή, εθελοντή στρατιώτη, είναι άγνωστο που ενταφιάστηκε. Όμως «ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος», και ο Ιωάννης Εμμανουήλ Προεστάκης ήταν ένας επιφανής άντρας, ένας φλογερός κρητικός Έλληνας πατριώτης.

Γεώργιος Μιζεράκης, Σκινιάς, 12 Μαΐου 2016.
«…την πρώτη μέρα της μάχης της Κρήτης (20/5) οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές έπεφταν σε περιοχές εκτός των τειχών του Ηρακλείου. Αναχαιτίζονταν όμως από Άγγλους και ντόπιους και δεν κατάφεραν να εισέλθουν στην πόλη.
Τη δεύτερη μέρα (21/5) οι αλεξιπτωτιστές άρχισαν να πέφτουν δυτικά των τειχών του Ηρακλείου, στην περιοχή έξω απ’ τη Χανιώπορτα, που την εποχή εκείνη ήταν αραιοκατοικημένη. Χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η πρώτη κατευθύνθηκε προς τον παραλιακό δρόμο και από κει βάδιζε προς το λιμάνι του Ηρακλείου με στόχο να το καταλάβει. Η δεύτερη ομάδα κατάφερε να περάσει τη Χανιώπορτα και να εισέλθει
στην εντός των τειχών πόλη. Άρχισε να ανεβαίνει την «Πλατιά Στράτα» (σημερινή οδό Καλοκαιρινού) και έθεσε στον έλεγχο της την περιοχή της πλατείας Αγίας Αικατερίνης. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς το κέντρο της πόλης (Μεϊντάνι), για να καταλάβει το Φρουραρχείο. Οι Γερμανοί της ομάδας αυτής συνάντησαν όμως αντίσταση και οχυρώθηκαν μπροστά από το κατάστημα «Καβαλάκη» στην οδό
Καλοκαιρινού, όπου υπήρχε μια πρόχειρη οχύρωση με σάκους από άμμο.
Σύμφωνα με όσα γράφει ο τότε Διοικητής χωροφυλακής Ηρακλείου Μαν. Πιτικάκης,
«τότε ο ηρωικός Ταγματάρχης Τζουλάκης [που βρισκόταν στο Φρουραρχείο] αντί
να περιμένει παθητικά την προσέγγιση των αλεξιπτωτιστών σηκώνεται όρθιος και με το πιστόλι στο χέρι προχωρεί αποφασιστικά προς τα κάτω, προκαλώντας όσους θέλουν να τον ακολουθήσουν. Η απόφαση τούτη του γενναίου αξιωματικού, υπήρξε πραγματικά παράτολμη κι απερίσκεπτη και δεν εξηγείται, παρά μονάχα με το ξεφρένιασμα που ένιωσε ο ενθουσιώδης αυτός πατριώτης, βλέποντας τους Γερμανούς στην καρδιά της πόλεως. Μάταια τον αποτρέπουν απ’ ολόγυρα και του συνιστούν να φυλαχθεί από τους αλεξιπτωτιστές, οι οποίοι μ’ ένα πολυβόλο είχαν οχυρωθεί πίσω από ένα σωρό αμμόσακους έξω από το κατάστημα Καβαλάκη. Με μία χειρονομία περιφρονήσεως προς τον κίνδυνο και το θάνατο, προχωρεί ακάλυπτος ακολουθούμενος από μερικούς ένοπλους. Δεν κάνει όμως μερικά βήματα και μια ριπή ρίχνει νεκρό το άξιο παλικάρι…».

 6. Ζωγραφάκης Μιχάλης του Ιωάννου και της Άννας, (Διαβαϊδέ)

13221460_1042206759189908_6616172762066425193_nΟ Ιωάννης Ζωγραφάκης (1838-1922) ήρθε σε πρώτο γάμο με την Αικατερίνη το γένος Κωνσταντίνου Σμαριαννάκη (1844-1901) αλλά δεν απέκτησαν παιδιά γιατί η Αικατερίνη πέθανε. Ο Ιωάννης ήρθε σε δεύτερο γάμο με την Ζαφείρα το γένος Γεωργίου Νταργάκη (5/5/1860-10/12/1902) και απέκτησαν ένα παιδί το Γεώργιο (9/12/1902-7/3/1990) Μετά από τρεις ημέρες από τη γέννηση του Γεωργίου πέθανε και η δεύτερη γυναίκα του Ιωάννη Ζωγραφάκη και ήρθε σε τρίτο γάμο με την Άννα το γένος Κωνσταντίνου Σπανάκη (1866-1951) και απέκτησαν τα παιδιά Ελένη, Ειρήνη, Μιχάλη (22/9/1908-20/5/1941), Ευστάθιο (1910-1924) και Χαρίκλεια. (Δημοτολόγιο πρώην Δήμου Καστελλίου, Μινώα Πεδιάδας).
Σύμφωνα με τα αρχεία του Θεραπευτηρίου Ψυχικών Παθήσεων Χανίων, ο Μιχάλης Ζωγραφάκης είχε εισαχθεί στις 16 Μαρτίου 1939. Αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και θεωρήθηκε απαραίτητη η εισαγωγή του από τους Καστελλιανούς γιατρούς (Ζητάκη, Κατζουράκη, Μπελημπασάκη). Στο θεραπευτήριο βρισκόταν ο Μιχάλης κατά τη διάρκεια της δεκαήμερης μάχης της Κρήτης και πολλές από τις βόμβες των γερμανικών αεροπλάνων που είχαν ως στόχο το λιμάνι της Σούδας χτύπησαν το Ίδρυμα. Την πρώτη ημέρα της μάχης, 20 Μαΐου 1941, ( Δημοτολόγιο πρώην Δήμου Καστελλίου, Μινώα Πεδιάδας), ο Μιχάλης σκοτώθηκε από βλήμα βόμβας. Ο θάνατός του δηλώθηκε στο Ληξιαρχείο Χανίων και πέρασε στα αρχεία του Θεραπευτηρίου στις 30 Ιουλίου 1941. Ως αιτία αναγράφεται ότι ο θάνατος προήλθε «από τους εχθρικούς βομβαρδισμούς στη διάρκεια της μάχης της Κρήτης». Ο Μιχάλης ήταν τριάντα τριών χρονών και τάφηκε στο νεκροταφείο της Σούδας.
…ένας νεαρός μελαχρινός με καστανόξανθα μαλλιά ήτονε ο αδερφός μου. Του’ ρεσε να τραγουδεί και τον αγαπούσανε οι Διαβαδιανοί. Ερώστησε ύστερα. Η μάνα μου εστενοχωρήθηκε πολύ όντεν ήφυγε να πάει στα Χανιά. Μας ειδοποιήσανε ότι εσκοτώθηκε στη μάχη τση Κρήτης. Ο πατέρας μου επήγε να πάρει τα πράματά του. Του’πανε ότι τόνε θάψανε στη Σούδα. Τη κατοχή εκάναμε όλα τα μνημόσυνά του. Είχαμε και τσι Γερμανούς επαδέ στο χωριό όλα τα χρόνια. Μια μέρα μου’δινε ο Λούκης, ένας Γερμανός που εξώμενε εκειά που’ναι δα του Καψιλίδη τα σπίθια, μια κουραμάνα. Δε τήνε πήρα. Με ρώτηξε γιάντα δε τη παίρνω. Γιατί εσκοτώσετε τον αδερφό μου του’πα…
(αφήγηση +Γεωργίου Ι. Ζωγραφάκη, Δεκέμβρης 1982).

7. Κριθινίδη Αικατερίνη, (Παναγιά)

13245391_1042843415792909_3111842306254421611_nΤραυματίστηκε από εχθρικό βομβαρδισμό και πέθανε από τα τραύματά της αμέσως μετά το τέλος της μάχης της Κρήτης, στις 31 Μαΐου 1941. Οι Γερμανοί, βομβαρδίζοντας το εσωτερικό του νομού Ηρακλείου, ήθελαν να αποκόψουν τις στράτες διαφυγής των Βρετανών που εγκατέλειπαν το νησί, κατευθυνόμενοι προς τα νότια παράλια της Κρήτης, κυρίως προς τον Τσούτσουρα. Μια βόμβα που έπεσε στην Παναγιά σκότωσε την Αικατερίνη. Ο γιος της Βασίλης Κριθινίδης, σκοτώθηκε στη Μικρασιατική εκστρατεία, είκοσι χρόνια νωρίτερα.
(Γ. Κ.)

8. Κωνσταντίνος Μπαριτάκης του Γεωργίου, 1869-1941, (Αρκαλοχώρι)

13239186_1043449409065643_5369140147050057332_n…εγεννήθη κατά το έτος 1869 εις το χωρίον Επάνω Βιάννον. Ετελείωσεν το Δημοτικόν σχολείον και έφθασε εις την Γ΄ τάξιν του Ελληνικού σχολείου εις το αυτό χωρίον. Διωρίσθη το πρώτον διδ/λος εις το χωρίον Ίνι Μονοφατσίου ένθα και ενυμφεύθη σύζυγον την Άννα, το γένος Ιω. Σφακιανάκη. Απέκτησεν κόρην ονομαζομένην Μαρίαν και εγκατεστημένην μονίμως εις Αρκαλοχώρι.
Υπηρέτησεν εις τα σχολεία Λούκια, Φουρνοφάραγγο, Σταύγες, Καστελλιανά και Αχεντριά Μονοφατσίου. Παρητήθη κατόπιν 10ετίας και διωρίσθη γραμματεύς Ειρηνοδικείου Πύργου Μονοφατσίου επί τριετίαν και κατόπιν Γραμματεύς Δήμου Αρκαλοχωρίου επί 12ετίαν περίπου και εγκαταστάθην μονίμως εις Αρκαλοχώρι. Μετά ταύτα επαναδιωρίσθη και υπηρέτησεν εις τα σχολεία Βουτουφού, Πατσίδερον, και Αρκαλοχώρι και απελύθη ως συνταξιούχος κατόπιν ορίου ηλικίας κατά το έτος 1935. Τέλος κατά τον βομβαρδισμόν του Αρκαλοχωρίου υπό των Γερμανών κατακτητών την 30ην Μαΐου 1941 τραυματισθείς βαρέως υπό βλημάτων βόμβας και πολυβόλου εις διάφορα μέρη του σώματός του, μετεφέρθη υπό των οικείων του εις το χωρίον Θωμαδιανό Πεδιάδος, λόγω καταστροφής του χωρίου Αρκαλοχωρίου και παρά τας προσπαθείας ιατρού υπέκυψεν εις τα τραύματά του μετά 3 ημέρας, ήτοι την 2αν Ιουνίου 1941. Τα οστά τούτου μετά 2 έτη μετεφέρθησαν εις Αρκαλοχώρι ένθα η οικογένειά του κατοικεί μονίμως…
(Β.Δ.Β.Η., Φακ. 23 αριθμ. 28, αρχείο Ι.Δ. Μουρέλλου, Κατοχικά. (βλ. και Βιβλίο Ιστορίας Δημοτικού Σχολείου Αρκαλοχωρίου, Βιογραφικόν σημείωμα του συνταξιούχου Δημ/λου Κωστ/νου Γ. Μπαριτάκη φονευθέντος κατά τον βομβαρδισμόν του Αρκαλοχωρίου υπό των Γερμανών κατά την 30ην Μαΐου 1941. Το βιογραφικό σημείωμα συνέταξε ο Διευθυντής του Σχολείου Εμμανουήλ Κουνενάκης με ημερομηνία 17 Μαΐου 1946).
…………………………………………………………..
Στις 30 Μαΐου 1941 τα χαράματα, φτάνουν στο Αρκαλοχώρι 3 γερμανικά αεροπλάνα πετώντας πολύ χαμηλά πάνω από το χωριό. Αρχίζουν να ρίχνουν τις βόμβες τους πολυβολώντας συγχρόνως δαιμονισμένα ότι κινείται. Τα αεροπλάνα φεύγουν και έρχονται άλλα. Όλη την ημέρα κρατεί ο βομβαρδισμός. Οι βόμβες πέφτουν ασταμάτητα. Οι κάτοικοι εγκαταλείπουν όπως μπορούν τα σπίτια τους και βρίσκουν καταφύγιο στους ελαιώνες και στα γύρω ρουμάνια. Το βράδυ που επιστρέφουν. αντικρίζουν την καταστροφή. Καπνοί υψώνονται στον ουρανό. Ερείπια παντού. Πόσοι νεκροί ; Κανείς δεν ξέρει. Το χωριό είχε κατακλυστεί τις μέρες της μάχης από εκατοντάδες Ηρακλειώτες. Γνωστοί νεκροί του βομβαρδισμού ο Αλεξίου Στυλιανός του Ναθαναήλ ετών 30, ο Χρυσοστομάκης Χρυσόστομος του Ιωάννη ετών 35, ο γιος του Χρυσοστομάκης Εμμανουήλ ετών 8, η Χρυσοστομάκη Αναστασία ετών 16 και ο Αρβανίτης Κωνσταντίνος του Πολυχρόνη. Όλοι τους κάτοικοι Ηρακλείου που βρέθηκαν τις ημέρες της Μάχης στο Αρκαλοχώρι. Τάφηκαν στο νεκροταφείο Αρκαλοχωρίου. Από το βομβαρδισμό τραυματίστηκε ο συνταξιούχος δάσκαλος Κωνσταντίνος Μπαριτάκης. Υπέκυψε στα τραύματά του στις 2 Ιουνίου 1941.
Την ίδια ημέρα, 30 Μαΐου 1941, βομβαρδίζονται τα χωριό Πάρτιρα, Παναγιά, Πύργος και Χάρακας. Η μάχη της Κρήτης είχε φτάσει στην τελευταία της ημέρα, μεγάλο μέρος των Βρετανών είχαν εγκαταλείψει την Κρήτη από το λιμάνι του Ηρακλείου και οι υπόλοιπες δυνάμεις τους ξεκίνησαν πορεία για το Λιβυκό πέλαγος. Κάποιοι απέδωσαν το γεγονός Ο βομβαρδισμός των χωριών Αρκαλοχώρι, Παναγιάς, Πύργου, Πάρτιρα, Χάρακα, έγινε στην προσπάθεια των Γερμανών να αποκόψουν την πορεία των Βρετανών, Αυστραλών και Νεοζηλανδών προς τα νότια παράλια.
(Β.Δ.Β.Η., Φακ. 17 αριθμ. 60, αρχείο Ι.Δ. Μουρέλλου, Κατοχικά, κατάλογος φονευθέντων Ηρακλειωτών επί Γερμανοκρατίας εκ βομβαρδισμού ή άλλης αιτίας).

9. Ευδοξία Καρδουλάκη-Γαρεφαλλάκη, (Καστέλλι)

13254322_1043954312348486_7980302460198349869_nΚατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης (20-30 Μαΐου 1941) γερμανικά αεροπλάνα βομβαρδίζουν για πρώτη φορά το Καστέλι και το γειτονικό του αεροδρόμιο. Στις 26 Μαΐου 1941, μια βόμβα πέφτει στο σπίτι του Γεωργίου Εμμανουήλ Γρινάκη ή Καλαμπαλή και σκοτώνει την ανήμπορη και κατάκοιτη Ευδοξία Καρδουλάκη-Γαρεφαλλάκη, 80 χρονών. Η Ευδοξία ήταν το πρώτο θύμα πολίτης του Καστελλίου (από τα δεκάδες θύματα που ακολούθησαν), τα χρόνια 1941-1944.
…ήτανε κολατσό. Μάης μήνας το 1941. Τα αεροπλάνα ήρθανε και ρίξανε δυο τρεις βόμβες βορινά του χωριού εκεί που’χει τώρα ο Καραπίδης το κέντρο. Εγώ εσηκώθηκα αμέσως απάνω και λέω τση μάνας μου να φύγομε. Η μάνα μου λέει να μου ζεστάνει λίγο γάλα να το πιω και μετά. Όχι τση λέω μάνα τώρα να φύγομε γιατί θα ξανάρθουνε τα αεροπλάνα. Ήξερα από τον πόλεμο γιατί είχα έρθει από την Αλβανία. Τον ίδιο μήνα που εγύρισα έγινε και ο βομβαρδισμός. Ο πατέρας μου ήτανε στον Αη Λια και εθέριζε ρόβι. Εφύγαμε. Η γιαγιά μου η Ευδοξία, 80 χρονών θαν ήτανε τότε, επόμεινε στο σπίτι γιατί’τονε κατάκοιτη. Μόλις εφτάναμε στα Λιβάδια ακούσαμε τ’αεροπλάνα κι άλλες βόμβες να πέφτουνε στο Καστέλλι. Ήρθανε στον Αη Λια και μας είπανε πως μια βόμβα ήπεσε στο σπίτι μας και το’κανε χαλάσματα. Άλλη μια βόμβα ήπεσε στου Εργάζο το σπίτι. Λέμε κι η γιαγιά ήντα γίνηκε ; Εχάθηκε η Ευδοξία η γιαγιά μου. Δεν εβρέθηκε τίποτα. Τα βλήματα τα βρήκα στο τζάκι μέσα στον άθο. Η βόμβα ήπεσε απάνω στο τζάκι. Ένα κομμάτι από τη μαύρη φούστα που φόριε η γιαγιά μου εβρέθηκε απάνω στο κυπαρίσσι στην αυλή του Αγίου Αντωνίου. Η βόμβα ήπεσε ένα μέτρο από το κρεβάτι τση γιαγιάς μου.
Το σπίτι ήτανε γύρου γύρου τρόχαλος. Εσωθήκανε στην αποθήκη δυο πιθάρια κριθάρι δυο πιθάρια λάδι κι ένα πιθάρι κουκιά.
Εξαναφτιάξαμε με τον πατέρα μου όπως εμπορούσαμε το σπίτι. Τση γιαγιάς μου μόνο τα μνημόσυνα τση κάναμε. Κηδεία δεν εκάναμε. Αφού δεν εβρήκαμε τίποτα ηντά’θελα θάψομε ;
Η μάνα τση γιαγιάς μου τση Ευδοξίας ήτανε αδερφή τση Ερήνης τση Τρυφίτσενας. Η γυναίκα του Τρυφίτσου και η μάνα τση γιαγιάς μου ήτονε αδερφές.
Η Τρυφίτσενα είχε πάρει τη γιαγιά μου αναθρεφτή στο σπίτι τση και άλλη μια ανιψιά τση άλλης αδερφής την κόρη. Βαγγέλενα τη λέγανε. Του Μανόλη του Περάκη του Λιμενάρχη τη μάνα. Αυτό ήτανε το τέλος τση γιαγιάς μου…
(αφήγηση Μανόλης Γρινάκης, εγγονός της Ευδοξίας, Καστέλλι 2004).

 10. Τρουλινάκης Γεώργιος του Εμμανουήλ, (Ασκοί)

13245449_1044268525650398_6833861665667136715_nΓεννήθηκε στους Ασκούς. Γιος του Εμμανουήλ και της Ευφροσύνης (το γένος Βισκαδουράκη). Είχε μια αδερφή, τη Μαρία (Μπορμπαντωνάκη). Ο πατέρας του ήταν κουρέας στους Ασκούς. Στην πτώση των αλεξιπτωτιστών βρέθηκε να πολεμά στην πόλη του Ηρακλείου. Χτύπησε έναν αλεξιπτωτιστή. Τον πλησίασε και θέλησε να του πάρει τον οπλισμό. Ο γερμανός όμως, όταν ο Τρουλινάκης βρέθηκε κοντά του, ζούσε ακόμη. Έβγαλε το περίστροφο και τον σκότωσε σχεδόν εξ’επαφής. Ο ίδιος ο γερμανός πέθανε λίγο αργότερα. Το πτώμα του Γεωργίου Τρουλινάκη δε βρέθηκε ποτέ.Τάφηκε σε ομαδικό τάφο.

 επιμέλεια κειμένων : Γ.Καλογεράκης
ΔΟΠΑΠ Δήμου Μινώα Πεδιάδας




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *