Hot Νέα

Έλλη Αλεξίου ( 22 Μαΐου 1894 – 28 Σεπτεμβρίου 1988)

Η Έλλη Αλεξίου γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, κόρη του εκδότη Στυλιανού Αλεξίου και της Ειρήνης Ζαχαριάδη. Είχε τρία μεγαλύτερα αδέρφια, τη Γαλάτεια, το Ραδάμανθυ και το Λευτέρη.
Φοίτησε στο Σχολαρχείο του Ηρακλείου. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του Θέρισσου ο πατέρας της συνελήφθη και φυλακίστηκε για συνεργασία με τους επαναστάτες. Δυο χρόνια αργότερα πέθανε η μητέρα της από αποπληξία. Το 1910 αποφοίτησε από το Ανώτερο Παρθεναγωγείο του Ηρακλείου και ένα χρόνο αργότερα επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Αθήνα, όπου μπήκε στο λογοτεχνικό κύκλο της Δεξαμενής και γνωρίστηκε με λογοτέχνες όπως οι Καρκαβίτσας, Βλαχογιάννης, Θεοτόκης, Τραυλαντώνης, Κονδυλάκης, Αυγέρης, Βάρναλης. Ο τελευταίος τη ζήτησε σε γάμο και ο πατέρας της δέχτηκε με αναβολή τεσσάρων χρόνων. Το 1913 μετά από απόφαση της κρητικής Πολιτείας εξετάστηκε από την Αρσάκειο Παιδαγωγική Ακαδημία και αναγνωρίστηκε ως Διπλωματούχος.
Το 1914 διορίστηκε στο Γ΄ Χριστιανικό Γυμνάσιο της Αγίας Παρασκευής στο Ηράκλειο και τον επόμενο χρόνο διορίστηκε στο Πρότυπο Διδασκαλείο της πόλης. Το 1919 έγινε διπλωματούχος του Institut Superieur d’ Etudes Francaises και διορίστηκε στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο Ηρακλείου. Την ίδια χρονιά γνωρίστηκε στη Δεξαμενή με το Βάσο Δασκαλάκη, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1920 στο Παρίσι. Τον επόμενο χρόνο πέθανε ο πατέρας της από καρκίνο. Το 1925 αποφοίτησε από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών. Το 1928 γράφτηκε στο Κ.Κ.Ε. και το 1934 πήρε μέρος στην ίδρυση της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Δυο χρόνια αργότερα συνελήφθη από την Ειδική Ασφάλεια της δικτατορίας της τετάρτης Αυγούστου και ανακρίθηκε. Το 1938 χώρισε με τον Δασκαλάκη.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής έζησε μόνη στην Καλλιθέα και έδρασε στα πλαίσια του Ε.Α.Μ. Το 1945 ταξίδεψε στο Παρίσι με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης, παρακολούθησε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και γνωρίστηκε με γάλλους λογοτέχνες όπως οι Λουί Αραγκόν και Πωλ Ελυάρ. Το 1948 πήρε μέρος στο πρώτο συνέδριο διανουουμένων του Βρότσλαβ και διορίστηκε εκπαιδευτική σύμβουλος από την Επιτροπή Βοηθείας Παιδιού και ένα χρόνο αργότερα στο πρώτο συνέδριο ειρήνης στο Παρίσι. Το 1949 αυτοεξορίστηκε στη Ρουμανία και πήρε μέρος στο δεύτερο συνέδριο ειρήνης.
Συμμετείχε επίσης στη Συνδιάσκεψη για την Εκπαίδευση στη Βιέννη (1952), στο πρώτο παγκόσμιο συνέδριο δημοκρατικών γυναικών στην Κοπεγχάγη (1953), στη Λογοτεχνική Συνδιάσκεψη του Βερολίνου (1957). Το 1952 επισκέφτηκε τη Σοβιετική Ένωση μετά από πρόσκληση της κυβερνήσεως και το 1961 πήρε μέρος στις γιορτές για τον ουκρανό ποιητή Ταράς Γ. Σεφτσένκο στην ίδια χώρα. Από το 1962 συγκατοίκησε με τον Μάρκο Αυγέρη στην Αθήνα.
Το 1965 επανέκτησε την ελληνική ιθαγένεια και το 1966 συνελήφθη για παραπεμπτικό βούλευμα που είχε εκδοθεί εναντίον της το 1952. Αθωώθηκε πανηγυρικά. Συνέχισε την πολυποίκιλη λογοτεχνική, εκπαιδευτική και πολιτική της δράση κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου και μετά τη μεταπολίτευση έδωσε πολλές διαλέξεις σε πολλές ελληνικές πόλεις. Πέθανε στην Αθήνα. Η Έλλη Αλεξίου πραγματοποίησε την πρώτη της εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας το 1923 με τη δημοσίευση του διηγήματος Φραντζέσκος στο περιοδικό Φιλική Εταιρεία.
Κατά τη διάρκεια της ζωής της ασχολήθηκε με την πεζογραφία, το θέατρο, την επιστήμη της Παιδαγωγικής, τη λογοτεχνική μετάφραση, το παιδικό βιβλίο και άλλους τομείς του γραπτού λόγου, αφήνοντας μεγάλο σε έκταση έργο. Η πεζογραφία της αποτυπώνει έμμεσα τον προβληματισμό της για την κοινωνική δικαιοσύνη, όπως αυτός διαμορφώθηκε και μέσα από την πολιτική της ιδεολογία και κινείται στα πλαίσια της ρεαλιστικής γραφής, με έντονη ωστόσο την παρουσία του προσωπικής συναισθηματικής εμπλοκής και του ψυχογραφικού στοιχείου.
Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μάρκος Αυγέρης και Ελλη Αλεξίου, 1941
Εργογραφία
Ι.Πεζογραφία
• Σκληροί αγώνες για μια μικρή ζωή. Αθήνα, 1931.
• Γ’ Χριστιανικόν Παρθεναγωγείον. Αθήνα, 1934.
• Άνθρωποι. Αθήνα, 1938.
• Υπολείμματα επαγγέλματος. Αθήνα, 1938.
• Λούμπεν. Αθήνα, 1944.
• Παραπόταμοι. Βουκουρέστι, 1956.
• Με τη Λύρα. Βουκουρέστι, 1959.
• Αναχωρήσεις και μεταλλαγές. Βουκουρέστι, 1962.
• Μυστήρια. Βουκουρέστι, 1962.
• Προσοχή συνάνθρωποι. Βουκουρέστι, 1962.
• Σπονδή. Αθήνα, 1964.
• Και ούτω καθεξής. Βουκουρέστι, 1965.
• Δεσπόζουσα. Αθήνα, 1972.
• Και υπέρ των ζώντων. Αθήνα, 1972.
• Κατερειπωμένα αρχοντικά. Αθήνα, 1977.
ΙΙ.Παιδική λογοτεχνία
• Ο Χοντρούλης και η Πηδηχτή. Αθήνα, 1939.
• Ήθελε να τη λένε κυρία. Βουκουρέστι, 1956.
• Το πρώτο μου λεξικό. Αθήνα, 1964.
• Ρωτώ και μαθαίνω. Αθήνα, 1975.
• Τραγουδώ και χορεύω· Παιδικά ποιήματα και τραγούδια μελοποιημένα από τη Μαρίκα Βελ. Φρέρη· Εικονογράφηση Γεράσιμου Γρηγόρη. Αθήνα, Κέδρος, 1977.
ΙΙΙ.Θέατρο
• Μια μέρα στο Γυμνάσιο. Αθήνα, 1973.
• Έτσι κάηκε το δάσος· Μόνο από αγάπη. Αθήνα, Καστανιώτης, 1986.
ΙV. Βιογραφία
• Για να γίνει Μεγάλος (του Νίκου Καζαντζάκη). Αθήνα, 1966.
V. Εκπαιδευτικά βιβλία
• Βοηθός νηπιαγωγού. Βουκουρέστι, 1952.
VI. Ανθολογίες – Αφιερώματα
• Ανθολογία αντιστασιακής ποίησης. (σε συνεργασία με τη Φούλα Χατζηδάκη)
• Για τη χιλιάκριβη τη Λευτεριά . (σε συνεργασία με τον Τάκη Αδάμο)
• Αντιστασιακή Πεζογραφία. Βερολίνο, 1965.
• Ταράς Σεφτσένκο. Αθήνα, 1964.
• Υπό Εχεμύθειαν· Συλλογή ανεκδότων από τη ζωή λογοτεχνών, καλλιτεχνών και πολιτικών. Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1976.
VII. Μεταφράσεις
• Μαξίμ Γκόρκυ, Αναμνήσεις για τον Τολστόη, Αντρέεφ και Τσέχωφ. Αθήνα, Νεοελληνικά Γράμματα, 1937-1938.
• Μωρίς Τορέζ, Παιδί του λαού. Ντεζ, 1954.
• Γιώργη Αμάντο, Η ζωή του Κάρλο Πρέστες. Ντεζ, 1956.
• Μπίλλυ Λάτσις, Η θύελλα. Ρουμανία, 1954-1956.
• Νόσοφ, Βήτια Μαλέεφ. Ρουμανία, 1956.
• Αναμνήσεις για τον Λένιν. Βουκουρέστι, 1957.
• Ζαν Πωλ Σαρτρ, Αποστρατικοποίηση του εκπολιτισμού και Συζήτηση για την παιδική ηλικία του Ιβάν. Αθήνα, Καινούρια Εποχή, 1964.
• Για τον Μάο Τσε Τουνγκ. Αθήνα, 1964.
• Η Μαοϊκή σκέψη, όπλο ακατανίκητο. Αθήνα, 1972.
• Ο Τσε Γκουεβάρα και ο Μαρξισμός. Αθήνα, 1973.
VΙΙΙ. Μελέτες – Επιμέλεια εκδόσεων
• Ψυχολογία παιδός και Παιδαγωγική · εισαγωγή στην ιστορία της παιδαγωγικής. Αθήνα, 1969.
• Για τον Καζαντζάκη (σε συνεργασία με τον Εμμ. Στεφανάκη). Αθήνα, 1977. 1. Για αναλυτικότερα εργογραφικά στοιχεία της Έλλης Αλεξίου, βλ. Φωσκαρίνης Θ., « » (Έλλης Αλεξίου), Έλλη Αλεξίου · Μικρό αφιέρωμα, σ.294-296. Αθήνα, Καστανιώτης, 1979.
 
 Ομάδα λογοτεχνών του ΕΑΜ Γιάννης Χατζίνης, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Σωτήρης Σκίπης, Έλλη Αλεξίου, Γιώργος Βαλέτας (από αριστερά). Σεπτέμβριος 1941.Πηγή φωτογραφίας εδώ
 
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ 
Η λεμονιά του Θεού – Από το βιβλίο «Λούμπεν»
«- Η μητέρα μου πάλι “λεγε αλλιώς. Οι ανθρώποι, λέει, μόλις γεννηθούνε άντρες και γυναίκες, ζούνε πάνω στη λεμονιά του Θεού. Γίνονται ανθοί της λεμονιάς. Μα άλλους ανθούς τους κρατάει η λεμονιά και τους δένει, κι άλλους τους πετάει… Η θειά Λένη αναστέναξε: – Γιατί τους ρίχνει τους μισούς; Γιατί δεν τους κρατάει όλους τους ανθούς της; Τη ρωτάμε΄απόκριση δε δίνει…Μόλις κρατηθεί ο ανθός, αρχίζει να δένει. Να φουσκώνει. Να μεγαλώνει…Μα δεν περνάει ποτές από του κηπουρού το μυαλό, που φύτεψε τη λεμονιά, πώς ένας άντρας μπορεί να ζήσει δίχως γυναίκα, η μια γυναίκα δίχως άντρα. Ευτύς από την αρχή ελογάριασε κι είπε, πως το κάθε λεμόνι κρύβει ένα ταιριαστό ζευγάρι. Ένα ευλογημένο αντρόγυνο. Να ζήσουνε μαζί – μαζί. Να σογεράσουνε. Να γεννοβολήσουνε. Να κάμουνε καινούργιες λεμονιές…Μα οι άνθρωποι δεν έχουνε νου. Μόλις καμωθεί το λεμόνι, παίρνουν το μαχαίρι και το κόβουν στα δυο! Χωρίζουν τα ταιριασμένα ζευγάρια! Γεμίζει χάμω η λεμονιά. Γεμίζει ο κόσμος όλος από μοιρασμένα λεμόνια, που ψάχνουνε μ’ορθάνοιχτα τα μάτια τους, που αγωνίζουνται μέσα στην ανακατωσούρα ν’ανακαλύψουνε τα ταιρια τους!…Δεν είναι εύκολο! Μα και δεν απελπίζουνται…Αυτό είναι το χειρότερο απ’όλα. Γιατί ξέρουνε στα σίγουρα, πως κει μέσα βρίσκεται το ταίρι τους. Καμία φορά, παραζαλισμένα από το ψάξιμο, ξεγελιούνται. Θαρρούνε πως το πέτυχαν! Βλέπουν πως το μπόι τους έρχεται ανάλογο΄πως το χρώμα δεν παραλλάσσει και βαριεστημένοι από την τόση κούραση, τ’αρπάζουν και το κάνουν ταίρι τους. Μα τι να κάμει το μπόι; Τι να σου κάμει το χρώμα; Αφού οι καρδιές δε μοιάζουν; Αφού τα σκελίδια δε συμφώνει ; Αφού οι ψυχές δεν συνταιριάζουν; Έπρεπε πρώτα να κοιτάξουν να δουν σοφυλλιάζουνται τα μέσα; Ύστερα να κοιτάξουν τα έξω. Μα είμαστε λιγόμυαλοι. Ξετάζουμε τις φιγούρες. Δυστυχισμένε άνθρωποι, με τις φλούδες θα φτιάξεις σπίτι; Με τις φλούδες θα περάσεις τη ζήση σου ή με την καρδιά;»
Μάρκος Αυγέρης, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Έλλη Αλεξίου. 1927.Πηγή φωτογραφίας εδώ 
 
Η Βαγγελίτσα  – από το βιβλίο  Σκληροί αγώνες για μικρή ζωή.
Η Βαγγελίτσα, ένα ορφανό κοριτσάκι, δυσκίνητο, δειλό και περιορισμένων δυνατοτήτων, είναι παραμερισμένη από τους συμμαθητές της, που άλλοτε την κοροϊδεύουν και άλλοτε τη λυπούνται. Η μόνη που επιμένει να βλέπει τη Βαγγελίτσα ίδια με τα άλλα παιδιά είναι η δασκάλα της, που καταβάλλει συνεχώς προσπάθειες για τη βελτίωση της, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι ένα ενδιαφέρον τμήμα του διηγήματος «Η Βαγγελίτσα», από το βιβλίο της Έλλης Αλεξίου Σκληροί αγώνες για μικρή ζωή.
πρώτος περίπατος που γίνηκε ήτανε σε μιαν αμμουδερή ακρογιαλιά. Άμα φτιάξανε τα παιδιά φούρνους και ψωμιά στην άμμο, και παίξανε κυνηγητό με τα κύματα, καθίσανε αποσταμένα να φάνε. Μόνο η Βαγγελίτσα καθισμένη μακριά από τις άλλες, κατάντικρυ στον ήλιο, που βασίλευε και της χρύσιζε τα ολόξανθα μαλλιά (είχανε φουντώσει με τον αέρα και της σκέπαζαν το πρόσωπο), έτρωγε το ψωμί και τις σταφίδες που είχε χυμένες στην ποδιά της.
— Γιατί είσαι μόνη σου, Βαγγελίτσα, τη ρώτησε η δασκάλα της, και δεν πας με καμιά παρέα;
— Δε με θέλουνε, γιατί δεν ξέρω να παίζω και τους τα χαλνώ.
Αυτό το έλεγε φυσικά, δίχως παράπονο. Το ‘ξερε κι εκείνη πως υστερούσε από τις άλλες και το ‘χε πάρει απόφαση. Μόνο η δασκάλα δεν εννοούσε να το πάρει απόφαση και να πάψει να τη βασανίζει. Κι έπρεπε αλήθεια να την αφήσει τη Βαγγελίτσα πια ήσυχη, γιατί για το χατίρι της αδικούσε τ’ άλλα παιδιά, τα πολλά, γι’ αυτήν που ήτανε μια. Πόσες φορές δεν ξόδευε και τη μισή ώρα του μαθήματος για λόγου της!
— Βγάλε, Βαγγελίτσα, πάνω στο θρανίο σου τέσσερα φασόλια!
— Τέσσερα, απαντούσε η Βαγγελίτσα από μέσα της και δίχως να σηκώνει το κεφάλι.
— Πες το δυνατά! Φωναχτά!
Μα η Βαγγελίτσα ακούγοντας τη φωνή της δασκάλας τα ‘χανε και ξεχνούσε τι την ρωτούσε.
— Τέσσερα, είπαμε. Μέτρα και βγάλε τα! Ένα, δύο…
Αρχινούσε κι έβγαζε, έβγαζε, ξεπερνώντας τα τέσσερα και μετρώντας μηχανικά.
— Μόνο τέσσερα! Πολλά έβγαλες. Άφησέ τα τώρα αυτά τα τέσσερα κατά μέρος και μέτρησε χώρια άλλα πέντε!
Η Βαγγελίτσα κοίταζε αφηρημένη.
— Όπως μέτρησες τα τέσσερα, τώρα να μετρήσεις πέντε και να τα βάλεις δίπλα στα τέσσερα.
Τα μετρούσε, πέντε σωστά.
— Πόσα ήταν τούτα που πρωτοβγάλαμε; Κι έδειχνε η δασκάλα τα τέσσερα.
Μιλιά.
— Δεν πειράζει. Ξαναμέτρησέ τα και πες μου! Πόσα είναι τούτα; Κι έδειχνε τα πέντε.
Η Βαγγελίτσα κοίταζε πάλι σα χαμένη.
Και δώσ’ του η ιστορία αυτή να ξαναρχινά τρεις και τέσσερις φορές, να θυμώνουνε τα παιδιά, και το περισσότερο ο Πυθαγόρας, που συχνά δεν κρατιότανε ως το τέλος, μόνο σηκωνότανε ορθός και λάβαινε μέρος βοηθώντας τη δασκάλα στη διδασκαλία της:
— Μα, βρε Βαγγελίτσα, δεν ξέρεις αν είναι τα τέσσερα πιο πολλά από τα πέντε; Για να σου χαρίζανε καραμέλες; Τέσσερις θέλεις να σου χαρίσουνε ή πέντε;
* * *
Όπου μια μέρα τής γίνηκε της δασκάλας εξαιτίας της Βαγγελίτσας σωστή αποκάλυψη. Και να πώς: Η Βαγγελίτσα καθότανε σ’ ένα μικρό, πάντα φρεσκοασπρισμένο σπιτάκι πιο πάνω από το δικό της, που της ήτανε πια οικείο*, γιατί το περνούσε τέσσερις φορές την ημέρα, βρέχει λιάζει*, να πηγαίνει και να γυρίζει από το σκολειό στο σπίτι της.
Είχε και μια αυλίτσα γεμάτη λουλούδια και εκεί αντίκριζε κάθε μέρα, συμπαθητικό, τυλιγμένο στο μαύρο τσεμπέρι*, το πρόσωπο της μητέρας της Βαγγελίτσας. Όπως ήτανε σκυμμένη στο ράψιμο της, με το ανδρικό σακάκι απλωμένο στην ποδιά —φραγκοράφτισσα* ήτανε— ταρασσότανε στο πέρασμα της δασκάλας και μόλις πρόφτανε να περιμαζέψει ψαλίδια και κουβαρίστρες, για να σηκωθεί και ορθή να απαντήσει στο χαιρετισμό της.
— Καλημέρα σου, κυρία δασκάλα! Αν πρόφτανε, έκοβε και κανένα κλαράκι βασιλικό ή βάρσαμο* και της το πρόσφερνε, για να τον έχει να τον μυρίζεται.
Την ημέρα λοιπόν εκείνη της αποκάλυψης δεν καθότανε κανείς στην αυλή. Μόνο ο γάτος κοιμότανε ξαπλωμένος στο κατώφλι. Από μέσα όμως από το σπίτι έβγαινε μια φωνή, ένα παιδιάτικο τραγούδι δυνατό και γεμάτο και τόσο γλυκό, που η δασκάλα ξαφνιάστηκε.
Θες να ‘ναι η Βαγγελίτσα; Είπε και έσκυψε το κεφάλι της από την πόρτα να δει ποιος τραγουδεί. Και πραγματικά ήταν εκείνη. Καθισμένη σ’ ένα σκαμνάκι στο κλειστό φύλλο της πόρτας τραγουδούσε η Βαγγελίτσα. Δεν μπορούσε η δασκάλα να πιστέψει ούτε τ’ αυτιά της ούτε τα μάτια της. Αυτό το περίφημο τραγούδι έβγαινε από το λαρύγγι της Βαγγελίτσας! Και να μην το ξέρει τόσον καιρό! Μα μήπως άνοιγε και ποτέ το στόμα της; Για να πει ένα «ναι» έπρεπε όλη η τάξη να της δίνει κουράγιο.
Από κείνη τη μέρα πήρε η Βαγγελίτσα άλλη θέση ανάμεσα στα παιδιά. Δεν ήτανε πια το χειρότερο παιδί, που δεν έχει καμιά χάρη απάνω του. Από τώρα κι έπειτα ξεπερνούσε κι αυτή τις άλλες σε κάτι. Στο μάθημα της ωδικής προσκαλιότανε πάντα πρώτη να πει τη μουσική φράση που διδασκότανε, και γρήγορα επιβλήθηκε.
— Ποιος θα το τραγουδήσει αυτό πρώτος;
— Η Βαγγελίτσα! Φώναζαν όλα τα παιδιά μαζί.
Εκείνη σηκωνότανε. Στη φυσιογνωμία της χυνόταν ένα φως, άγνωστο ως τότε, και δυνατά, δίχως να διστάζει, άρχιζε και δεν ελάθευε ποτέ. Μα και τι τραγούδι ήταν εκείνο! Σου άγγιζε τα φύλλα της καρδιάς. Και τα παιδιά, που έχουν διαβολεμένο κριτήριο, φώναζαν μόλις τελείωνε:
— Να χαρείτε, κυρία, αφήσετέ την να το πει άλλη μια φορά!
 Γαλάτεια Καζαντζάκη, Έλλη Αλεξίου, Μάρκος Αυγέρης, Κώστας Βάρναλης, Νίκος Καζαντζάκης και Χαρίλαος Στεφανίδης στο Κράσι 5-8-1912. 
Ἕλλη Ἀλεξίου – Μιὰ μέρα θὰ γυρίσει
Ὁ συνάδελφός μου στὸ Γυμνάσιο περνάει τὴ θλίψη του κοντὰ στὰ ἀνελέητα παιδιά. Τὰ λένε λουλούδια. Γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἄνθηση τῆς νεότητος. Ὅμως εἶναι μία ἄνθηση σκληρή, ποὺ τρέφεται μόνο μὲ τὸ γέλιο καὶ μὲ τὴ χαρά. Τὴ γεύεται ὅπου τὴ βρίσκει, τὴν τρυγᾶ ἀπ᾿ ὅπου νά ῾ναι καὶ μ᾿ ὅποιον τρόπο νά ῾ναι. Καταπιέζομε μεῖς οἱ καθηγητὲς τὴ χαρά τους. Πνίγομε τὸ γέλιο τους. Ἐνῶ αὐτὰ παλεύουν καὶ ἀντιμάχονται. Καὶ στὸ πάλεμα νικάει ὁ δυνατός. Στὸ Γυμνάσιό μας νικήθηκε αὐτὸς ὁ συνάδελφος ἀπὸ τὰ παιδιά. Ἄρχισε νὰ παίζει τὸ ρόλο τῆς «Ψυχαγωγίας». Ἔτσι λένε οἱ μαθηταὶ στὸ μάθημά του: «Τώρα ἔχομε ψυχαγωγία». Σ᾿ ὅλα τὰ Γυμνάσια τὸ ἴδιο γίνεται. Ἕνας ἀπ᾿ ὅλους βρίσκεται πάντα ποὺ «αἴρει τὰς ἁμαρτίας» τῶν ἄλλων. Εἴτε ἐπειδὴ εἶναι ἀλλήθωρος, εἴτε ἐπειδὴ εἶναι τσεβδός… Εἴτε ἐπειδὴ τὸν συνοδεύουν οἱ ἀναπηρίες τῶν γηρατειῶν. Εἴτε ἐπειδὴ δυστύχησε. Ἡ δυστυχία δὲν εἶναι φτιαγμένη γιὰ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δασκάλου. Τὸ λέει ὁ ἴδιος ὁ συνάδελφος:
«Ἀλλόκοτο εἶναι τὸ ἐπάγγελμά μας. Μοῦ κάνει κακὸ καὶ μόνο ν᾿ ἀνοίγω τὸ στόμα μου, κι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μιλῶ διαρκῶς. Μοῦ κάνει κόπο νὰ βλέπω ἀνθρώπους, κι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ζῶ ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπινα κεφάλια. Μόνο οἱ εὐτυχισμένοι ἔπρεπε νὰ γίνονται δάσκαλοι. Νὰ ταξιδεύουν μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ μὲ ἁπλωμένα τὰ πανιὰ στὴ φρενίτιδα τῆς χαρᾶς. Χθὲς μὲ παρακαλοῦσαν νὰ τὰ πάω ἐκδρομή. Ὅλες, μοῦ λέγαν, οἱ τάξεις πηγαίνουν μὲ τοὺς ἑλληνιστές τους. Ἐσεῖς δὲ θὰ μᾶς πᾶτε; Ἂς ζοῦσα μέσα σ᾿ ἕνα ἀκατοίκητο δάσος. Ἂς εἶχα γιὰ ἐπάγγελμά μου νὰ σκάβω τὴ γῆ, ἢ νὰ κάνω ἐπιτέλους λογαριασμούς… Τὰ παιδιὰ θὰ μὲ λένε σίγουρα χαζό… δὲν ξέρω, μὰ ἔτσι θά ῾πρεπε νὰ μὲ λένε…».
Πράγματι ἔτσι τὸν λένε καὶ τὸ ἀποδείχνουν μὲ ἐπιχειρήματα. «Γράφομε μπροστὰ στὰ μάτια του τὰ μαθηματικά μας, καρφὶ δὲν τοῦ καίγεται…».
«Τρῶμε μπροστά του, κοιμούμαστε, νά, ἔτσι, ἁπλωτοὶ στὸ θρανίο, δέ μας μιλᾶ, μᾶς κοιτάζει σὰ χαζός…».
«Ἐνῶ ἔχομε ἱστορία, ἀρχίζει νὰ μᾶς κάνει λατινικά. Καὶ ἄλλοτε ἀφήνει τὰ λατινικὰ στὴ μέση, καὶ πιάνει τὴν ἱστορία, καὶ τὸ λέει κι ὁ ἴδιος: “Συγνώμη παιδιά, τὸ μυαλό μου πῆρε ἄλλο δρόμο…”».
«Λέει ὅ,τι τοῦ κατεβεῖ. Προχθὲς γράφαμε ἔκθεση. Κεῖνος καθότανε στὴν ἕδρα. Καὶ κεῖ ἄρχισε νὰ μονολογᾶ: “Μπορεῖς νὰ κάμεις δέκα παιδιά; δεκαπέντε; εἴκοσι; ὅπως στὰ παλιὰ χρόνια οἱ πατριαρχικὲς οἰκογένειες;”».
«Συχνὰ ἀφήνει ὄρθιο μπροστὰ στὸν πίνακα τὸ μαθητὴ ποὺ ἐξετάζει, κι αὐτὸς βγάζει τὸ σημειωματάριό του καὶ γράφει. Γράφει, γράφει, συλλογιέται, διαβάζει, ξαναγράφει… ὡσότου χτυπάει τὸ κουδούνι καὶ βγαίνει ἀπὸ τὴν τάξη, χωρὶς νὰ πεῖ κουβέντα γιὰ τὸ μαθητή, καὶ δίχως νὰ μᾶς βάλει μάθημα παρακάτω…».
Εἶναι ἀλήθεια πὼς τὸ σημειωματάριό του εἶναι γεμάτο ποιήματα. Ἁπλοϊκὰ εἶναι. «Δὲν ξέρω ἀπὸ ποίηση», λέει ὁ ἴδιος, «μά, νά, ἔτσι ξεσπάω… ὁλόκληρη νύχτα πῶς νὰ περάσει…». Κι ὅλα μιλοῦνε γιὰ ἕνα παιδὶ ποὺ τὸ λένε Τάκη. Διηγοῦνται τὶς χάρες του. Τὶς ὀμορφιές του. Ἢ περιγράφουν τὸ σπίτι ποὺ ἀπόμεινε σκοτεινό. Ἢ μιλοῦν γιὰ τὰ μισοτελειωμένα του τετράδια καὶ τὸ ἀνοιχτὸ βιβλίο…
Ποῦ πῆγες καὶ μᾶς ἄφησες στὸ ρημαγμένο σπίτι;
Ἡ μάνα σου σ᾿ ἀποζητᾶ σ᾿ ἀναζητᾶ ὁ πατέρας,
Σὲ περιμένουν τὰ χαρτιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτὸ βιβλίο,
Τάκη μας, πὲς ποῦ βρίσκεσαι γιὰ νά ῾ρθουμε κοντά σου,
Δὲ θέμε νὰ πιστέψουμε πὼς ἔφυγες γιὰ πάντα
Καὶ θὰ σὲ περιμένουμε, νὰ ῾ρθεῖτε μὲ τὸν Πέτρο,
Ἕνας τὸν ἄλλον πιάσετε σφιχτὰ χέρι μὲ χέρι,
Θέτε νὰ ῾ρθεῖτε Κυριακή; Καθημερινή; γιὰ σκόλη;
Ξημέρωμα; Μεσάνυχτα; Ὅποτε βουληθεῖτε…
Τὶς πόρτες θά ῾βρετ᾿ ἀνοιχτὲς καὶ τοὺς γονιοὺς στὸ πόδι
Κρεβάτι δὲ γευτήκαμε κι ὕπνος δὲ μᾶς ἐπῆρε
Ἀπὸ τὴν ὥρα, Τάκη μου, ποὺ σβήστηκ᾿ ἡ λαλιά σου…
«Τάκη λέγανε τὸ παιδί σας ποὺ ἐκτέλεσαν οἱ Γερμανοί;».
«Ὄχι, κεῖνο τὸ λέγανε Πέτρο… Κεῖνος ἦταν ὁ μεγάλος μου γιός. Ἤτανε δεκαεννιὰ χρονῶ… Ὁ Τάκης εἶναι τὸ μικρό. Ἐμεῖς, ἐγὼ κι ἡ μάνα του, τὸν Πέτρο δὲν τὸν κλάψαμε. Δὲν τὸν εἴδαμε σκοτωμένο. Τ᾿ ὄνομά του δὲ γράφτηκε πουθενά. Οὔτε οἱ ἐφημερίδες ἀνάφεραν τίποτε. Οὔτε κι οἱ Γερμανοὶ ποὺ πήγαμε καὶ ξαναπήγαμε νὰ μάθουμε ὁριστικὰ πράγματα θελήσανε νὰ μᾶς πληροφορήσουν. Κεῖνο ποὺ ξέρομε σίγουρα εἶναι πὼς τὸν πῆραν ἀπὸ τὸ Χαϊδάρι, μαζὶ μὲ ἄλλους, στὶς ὀχτὼ τοῦ Μάη τοῦ 1944, καὶ πὼς ὁ Πέτρος φεύγοντας εἶπε σὲ κάποιον συγκρατούμενο: «Πᾶμε ῾μεῖς». Μὰ γιὰ ποῦ τοὺς πήγαιναν δὲν τοῦ εἶπε. Οὔτε κι ἄφησε σημείωμα, ὅπως κάνανε πολλοί. Καὶ λέμε μὲ τὴ μάνα του, πὼς τοὺς πῆραν ἐργάτες στὴ Γερμανία… καὶ πὼς ζεῖ… καὶ πὼς μιὰ μέρα ὁ Πέτρος μου θὰ γυρίσει… Ἔτσι τὸ λέμε μὲ τὴ μάνα του…».
Σταματᾶ λίγο ὁ συνάδελφος, παίρνει μαντίλι καὶ φτιάχνει, σκουπίζει τὴν ἀλλοιωμένη του ὄψη καὶ συνεχίζει:
«Ἐμεῖς κλαῖμε μόνο τὸν Τάκη. Εἶχε τόσο τρυφερὴ καρδιά. Ὁλόκληρο χρόνο μὲ τὴν πείνα, μέσα στὴ σκόνη, στὴ ζέστη… Ὕστερα ἅμα πιάσανε τὰ κρύα, μὲ τὶς βροχές, μὲ τὰ χιόνια, πηγαινοερχότανε μὲ τὰ πόδια στὸ Χαϊδάρι γιὰ τὸν Πέτρο. Οἰκονομοῦσε δυὸ τσιγάρα; τοῦ τὰ πήγαινε. Ἕνα πορτοκάλι; κινοῦσε δυὸ ὧρες δρόμο μὲ τὰ πόδια γιὰ νὰ τοῦ τὸ πάει. Ἕνα γραμματάκι ἢ τὰ ρουχαλάκια του. Τοῦ ῾λεγε καμιὰ φορὰ ἡ μάνα του: «Κάτσε σήμερα κι αὔριο πάλι πᾶς…».
»Ὄχι, γιατὶ θὰ μείνει παραπονεμένος…”
»Τὴν ἡμέρα ποὺ γύρισε μὲ τὸν μπόγο τὰ ροῦχα – ὅπως τοῦ τά ῾χε δώσει ἡ μάνα του τά ῾φερε πίσω – “Δὲν τὰ δεχτήκανε”, μᾶς εἶπε, κι ἔτρεμε τὸ κατωσάγονό του, “γιατὶ τὸν Πέτρο”, λέει, “τὸν πήρανε χθὲς ἀπὸ τὸ Χαϊδάρι…”.
»Αὐτὰ τὰ λόγια εἶπε μόνο. Μὰ τά ῾λεγε τραυλιστά. Τὰ μάτια του ὅμως ἦταν στεγνὰ ἂν καὶ κατακόκκινα. Σ᾿ ὅλο, λέει, τὸ δρόμο, ἔτσι μᾶς εἶπαν, ἔκλαιγε φωναχτά. Ἔκλαιγε κι ἐρχότανε. Μόνο σὰν κοντοζύγωσε στὸ σπίτι, κοίταξε νὰ μεταμορφιστεῖ. Γιὰ μᾶς… Πιάσαμε εὐτὺς τοὺς δρόμους κι οἱ τρεῖς καὶ ρωτούσαμε νὰ μάθουμε. Πήγαμε σὲ ἀστυνομίες, παντοῦ, τίποτα. Νύχτωσε. Ἡ κυκλοφορία ἦταν περιορισμένη. Κλειστήκαμε στὸ σπίτι, χωρὶς νὰ ξέρουμε τίποτα γιὰ τὸ παιδί… Οὔτε ποῦ τὸν πῆγαν, οὔτε τί τὸν κάνανε… Πρωὶ πρωὶ τὴν ἄλλη μέρα σηκώθηκε ὁ Τάκης πρῶτος.
»”Θὰ ξαναπάω στὸ Χαϊδάρι”, μοῦ λέει ὁ Τάκης μου, “νὰ μάθω…”. Γιατί δὲν τὸν ἐμπόδισα; Γιατί τὸν ἄφησα;
»”Τί πιὰ θὰ μάθεις ἀπὸ κεῖ;”.
»Ἐγὼ θὰ πάω, κι ἂς ἔχει φύγει… Θυμᾶσαι, πατέρα, ποὺ λέγαμε πότε νὰ τόνε βγάλουν… καὶ λυπόσουν γιὰ μένα, γιὰ τὸν κόπο μου; Μακάρι, πατέρα, νὰ τὸν ξέραμε τώρα κλεισμένο κεῖ μέσα, καὶ σ᾿ ὅλη μου τὴ ζωὴ νὰ πηγαινοέρχομαι μὲ τὰ πόδια στὸ Χαϊδάρι…».
»Τοῦ φώναξε ἡ μητέρα του νὰ τοῦ δώσει ἕνα κομμάτι ψωμὶ ποὺ ἔφευγε νηστικό.
»”Δὲ θέλω, δὲ θέλω, δὲν πεινῶ…”.
»Αὐτὰ ἀκούσαμε τελευταῖα ἀπὸ τὸ στόμα του. Μάθαμε πὼς πῆγε πραγματικὰ στὸ Χαϊδάρι, καὶ πὼς κλαίοντας ρωτοῦσε νὰ μάθει γιὰ τὸν Πέτρο. Τί ἔμαθε; Τί τοῦ εἶπαν; Δὲν τὸ ξέρομε…».
Κεῖνο τὸ ἀπόγευμα, ποὺ ὁ Τάκης, γυρνώντας ἀπ᾿ τὸ Χαϊδάρι, χτυπήθηκε ἀπὸ γερμανικὸ αὐτοκίνητο καὶ μεταφέρθηκε νεκρὸς πιὰ στὸ Σταθμὸ Πρώτων Βοηθειῶν, τὰ Γυμνάσια λειτουργοῦσαν. Οἱ καθηγητὲς ἕνας ἕνας βγαίνανε στὸ διάλειμμα. Οἱ ἄντρες, ὅπως πάντα, βιάζονταν νὰ καπνίσουν, κι οἱ γυναῖκες ἀνάπνεαν βαθιὰ καὶ σιωποῦσαν, καταπονημένες ἀπὸ τὸ μόχθο τῆς διδασκαλίας. Κι ἐκεῖ ἦρθε τὸ μήνυμα γιὰ τὸ συνάδελφό μας: «Τὸ παιδί του βρίσκεται χτυπημένο στὸ Σταθμὸ Πρώτων Βοηθειῶν, ὁδὸς Γ´ Σεπτεμβρίου… καὶ νὰ πάει» – σὲ μᾶς εἶπαν μὲ τρόπο πὼς τὸ παιδὶ εἶναι κιόλας νεκρὸ – «μὰ πρῶτα νὰ περάσει ἀπὸ τὸ σπίτι του, νὰ πάρει καὶ τὴ γυναίκα του…».
Ὁ συνάδελφος δὲν εἶχε βγεῖ ἀκόμα ἀπὸ τὴν τάξη. Περιμέναμε βουβοί, κρατώντας τὴν ἀναπνοή μας, κεῖνο τὸ ἄνοιγμα τῆς πόρτας του. Βγῆκε. Κανεὶς δὲν τοῦ μίλησε. Μόνο τὸν κοιτάζαμε. Ἄναψε τσιγάρο κι ἄρχισε νὰ περπατᾶ πάνω-κάτω βυθισμένος. Περιμέναμε. Ἀφήσαμε νὰ τελειώσει τὸ τσιγάρο του. Ἐξαντλήσαμε ὅλο τὸ διάλειμμα. Μὰ ἅμα χτύπησε τὸ κουδούνι, γιὰ εἴσοδο, δὲ σήκωνε πιὰ ἀναβολή. Μιὰ τρυφερὴ καθηγήτρια πῆρε τὸ κουράγιο, στάθηκε κοντά του, τὸν ἀγκάλιασε στοργικὰ καί: «…Σᾶς θένε στὸ σπίτι σας… εἶναι μεγάλη ἀνάγκη, νὰ πᾶτε τὸ γρηγορότερο στὸ σπίτι σας…». Δὲν τοῦ ἀνάφερε καθόλου γιὰ τὸ παιδὶ καὶ γιὰ Πρώτων Βοηθειῶν…
«Πέστε μου», εἶπε φεύγοντας, βλέποντας τὴ βουβαμάρα, τὴν ταραχή μας, «μήπως ἦρθε εἴδηση πῶς ἐκτελέστηκε ὁ Πέτρος;».
Δὲν ἀποκλείεται, τοῦ λέμε, καθὼς μιλάει γιὰ τὸν Τάκη, νὰ τὸν ἔχουν πράγματι τὸν Πέτρο στείλει στὴ Γερμανία… Κεῖνον τὸν καιρὸ εἶχαν κάμει πολλὲς ἀποστολὲς ἐργατῶν…
«Ὄχι, ὄχι τὸ παιδὶ εἶναι ἐκτελεσμένο… Μὰ ἡ καρδιὰ ἡ δική μας… δὲν ἀντέχει νὰ κλαίει δυὸ παιδιά… Κλαῖμε μὲ πόνο τὸν Τάκη μας… εἶχε τόσο τρυφερὴ καρδιά… σάστισε τὸ παιδί… ζαλίστηκε κι ἔπεσε πάνω στ᾿ αὐτοκίνητο… μόνο τὸν Τάκη κλαῖμε… καὶ λέμε μὲ τὴ μάνα του πὼς ὁ Πέτρος ζεῖ καὶ πὼς μιὰ μέρα θὰ γυρίσει…». http://users.uoa.gr/
Γ΄ Χριστιανικόν Παρθεναγωγείον
εκδόσεις Καστανιώτη, 1978
 
Ένα από τα πιο γνωστά έργα της Αλεξίου περιγράφει με λόγο άμεσο, τη ζωή της όταν δούλεψε για πρώτη φορά ως δασκάλα σ’ ένα δημοτικό σχολείο.
Πρώτη δημοτικού, 60 μαθήτριες στο τμήμα, φτώχεια και δυστυχία στην Ελλάδα των αρχών του 20ου αιώνα και μια ντελικάτη δασκάλα με όνειρα να γίνει ζωγράφος και να σπουδάσει στο Πολυτεχνείο που παίρνει το βάφτισμα του πυρός στο «ψειροσχολείο». Ένα σχολείο «…σε κάτι περίεργες γειτονιές, που ούτε ήξερα πως βρισκόταν στο μέρος μας…»
Η Έλλη Αλεξίου μπαίνει στην τάξη για πρώτη φορά, δοκιμαστικά όπως της είπε κι ο πατέρας της και…
«…Ήξερα απ’ όξω και ανακατωτά τις βιογραφίες των μεγάλων παιδαγωγών της ανθρωπότητος «από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον», ήξερα όλη την ψυχολογία θέμα προς θέμα με τις «σχετικές εφαρμογές εις την αγωγήν», «καλαισθητικόν συναίσθημα, νόμοι συμμετρίας και εφαρμογαί αυτών εις την αγωγήν», «Βούλησις, έξις, πάθος κ.λ.π. και εφαρμογαί αυτών εις την αγωγήν», όλα πράματα άχρηστα για σήμερο.
Τότε που τα διάβαζα, καλά ήσαν, πήρα έναν καλό βαθμό εξαιτίας τους˙ μα τώρα δασκάλα δεν ήξερα πώς να τα εκμεταλευτώ και να τα εφαρμόσω στο σχολείον μου…»
Μέσα από τις γραμμές του κειμένου ο αναγνώστης ακολουθεί 2 παράλληλους δρόμους.
Των παιδιών που βρίσκουν μια δασκάλα που δεν τα διώχνει από το σχολέιο γιατί είναι βρώμικα αλλά τα ξεψειρίζει και τα πλένει, τα ακουμπά με τα χέρια της, δεν έχει τη βέργα για να τα δέρνει, κάνει το μάθημα όχι μόνο στο σχολείο αλλά και έξω απ΄ αυτό στη γειτονιά και στην εξοχή, τους δίνει δωρεάν τα αναγνωστικά τους, τα αγαπάει, δεν τα αντιμετωπίζει σαν ονόματα σ’ ένα μαθητολόγιο αλλά ως πρόσωπα…
Και της Αλεξίου. Η οποία αλλάζει σιγά σιγά. «…Σε κείνο το ξεπεσμένο σχολείο βρέθηκαν σαν να ‘ναι συγκεντρωμένες όλες οι έδρες της γνώσεως που λένε στα Πανεπιστήμια … (και) …σήμερα ξέρω ποια γνώση μου μετέδωσε, που με ελευθέρωσε και μ’ έσωσε για όλη μου τη ζωή. Γνώση που μ’ απάλλαξε από ένα σωρό μιζέριες και κακομοιριές καθημερινές. Μικροπράγματα που με βασάνιζαν. Μα η ζωή δεν είναι γεγονότα μεγάλα. Αυτά που μας φαίνουνται παραμικρά της καθημερινής ζωή, αυτά αποτελούν την ίδια την ζωή. Κείνο το σχολείο με τη δυστυχία του με καθάρισε και με απολύμανε από τις μιζέριες μου…»
 
Η Έλλη Αλεξίου έγραψε ένα χρονικό της εκπαίδευσης με τον τιμητικό για τους εκπαιδευτικούς τίτλο « Βασιλική Δρυς».
« …Αναμετρώντας τώρα την αλυσίδα των προσπαθειών , αγκαλιάζοντας με το μάτι το τεράστιο πεδίο της μάχης τους το στρωμένο με τα κορμιά τους, το ποτισμένο με το αίμα τους, το γεμάτο πληγές και βογγητά…λέω πως η « Βασιλική Δρυς», η « σιδερόκορμη» και « ουρανόφταστη» και « στην καρδιά της γης ριζοδεμένη», που τη λέει και ο Δροσίνης, δε θα προσβληθεί που δώσαμε τ’ όνομά της στους εκπαιδευτικούς…Αν αυτή γνώριζε τις θύελλες και τις καταιγίδες των δασκάλων , αν είχε δεχτεί στο κεφάλι της τ’ αστροπελέκια που δέχτηκαν και δέχουνται αυτοί, δε θα τα’ βγαζε πέρα τόσο παλιακρίσια, όπως εκείνοι» http://atexnos.gr/
 
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος με την Σόνια Ιλίνσκαγια και Έλλη Αλεξίου στη Νέα Μάκρη το 1981 Πηγή φωτογραφίας εδώ 
 
Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος είχε γράψει το 1978 για την Έλλη Αλεξίου: 
“Όμορφα που τα ταίριαξε,
συντρόφισσα Έλλη
νοικοκυριό και γράμματα,
συγνώμη και επανάσταση
τα ογδόντα χρόνια σου
ανήλικα μου φαίνονται
για το πλατύ σου το χαμόγελο
για τη μεγάλη σου καρδιά
με την Ανθρώπινη την τέχνη σου
γεια σου συντρόφισσα Έλλη…”
 

ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ – ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *